Legislator Case Law & Legislation
459/2012 AI generated

459/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 459/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 459 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 459/2012

Legislator headnote

AI generated

459/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 459 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 459/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 459 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 459/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛΚΕΠΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Σβολοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Λ. - Μ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Ι. Π. του Β., κατοίκου ... και 4) Α. Α. του Ν.. Οι 1η, 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 4ος αυτών Α. Α. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις α) Φ. χα Α. Α., το γένος Γ. Π., κάτοικο ... και β) Σ. Α. του Ν., κάτοικο ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1692/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4862/2003 και 5097/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 27-8-2007 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 6-10-2009, οπότε ματαιώθηκε. Μετά από κλήση των αναιρεσιβλήτων, ορίστηκε νέα δικάσιμος εκδίκασης αυτής, η 16η Νοεμβρίου 2010, κατά την οποία και πάλι ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 3-12-2010 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 9-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είναι ο ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ", το οποίο ιδρύθηκε με το ν.δ. 2473/1953, υπάγεται στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ. 6 ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 ν. 1892/1990 και 4 παρ. 6 ν. 1943/1991), ήδη τελεί υπό εκκαθάριση (άρθρο 13 ν. 2628/1998) και εκπροσωπείται τώρα πλέον από το Ελληνικό Δημόσιο, που είναι και ο ειδικός διάδοχός του, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2937/2001. Κατά το άρθρο 8 του Β.Δ. 639/1963, που αποτελεί το καταστατικό του, το προσωπικό του ΕΛΚΕΠΑ διακρίνεται αφ' ενός μεν σε υπαλληλικό και υπηρετικό και αφ' ετέρου σε τακτικό και έκτακτο. To σύνολο του τακτικού υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους 55 και το τακτικό υπηρετικό προσωπικό δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους 6. To έκτακτο προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται για την αντιμετώπιση εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών ή για την εκτέλεση ειδικών έργων, δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους 6. Πέραν του ως άνω τακτικού και έκτακτου προσωπικού του, το ΕΛΚΕΠΑ, προς ενίσχυση των Υπηρεσιών του, δύναται να προσλαμβάνει και τους για την αρτιότερη εκτέλεση των επί μέρους σχεδίων αναγκαίους ειδικούς συνεργάτες, ήτοι εμπειρογνώμονες, τεχνικούς, μεταφραστές, διερμηνείς, συνοδούς κ.λπ. Το τακτικό και έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, απευθείας ή κατόπιν διαγωνισμού, με σύμβαση μισθώσεως εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλλεται επίσης κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι ειδικοί συνεργάτες προσλαμβάνονται κατόπιν αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής, με σύμβαση μισθώσεως εργασίας, ή με σύμβαση μισθώσεως έργου, η οποία καταγγέλλεται επίσης κατόπιν αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής. Οι εν γένει αποδοχές του τακτικού και έκτακτου προσωπικού (μισθοί, επιδόματα, έξοδα κινήσεως) καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η εν γένει αμοιβή των ειδικών συνεργατών καθορίζεται με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής (άρθρο 8 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 Β.Δ. 639/1963). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την πρόσληψη τακτικού ή έκτακτου προσωπικού από το ΕΛΚΕΠΑ πρέπει να υπάρχει κενή οργανική θέση και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του και για την πρόσληψη ειδικών συνεργατών (εμπειρογνωμόνων, τεχνικών κ.λπ.) απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής και, μετά την κατάργηση της Εκτελεστικής Επιτροπής, απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρα 3, 8 α.ν. 65/1967, άρθρο μόνο Β.Δ. 1/1973). Προσλήψεις προσωπικού κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων είναι παράνομες και οι σχετικές συμβάσεις άκυρες (174, 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας και το ΕΛΚΕΠΑ ως εργοδότης καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ακύρως απασχολουμένου και υποχρεούται να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία του (άρθρο 904 ΑΚ). Η αποδοτέα ωφέλεια συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο, με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. Δεν υπολογίζονται όμως, κατά την αποτίμηση της αποδοτέας ωφέλειας, παροχές που οφείλονται σε ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες του εργαζομένου, όπως είναι επιδόματα οικογενειακών βαρών, πολυετίας κ.λπ. του εργαζομένου με άκυρη σύμβαση εργασίας, καθόσον η παροχή της εργασίας με έγκυρη σύμβαση μπορεί να γίνει και από εργαζόμενο που δεν έχει οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία. Τέλος, ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας δικαιούται ευθέως εκ του νόμου - και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού - τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, τα επιδόματα εορτών, καθώς και την προσαύξηση λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το ν.π.ι.δ. ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ως ειδικοί συνεργάτες αυτού, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλήρους απασχολήσεως, αορίστου χρόνου, η πρώτη ενάγουσα την 1-4-1986, η δεύτερη ενάγουσα την 1-10-1987, η τρίτη ενάγουσα την 1-1-1989 και ο τέταρτος ενάγων την 1-6-1984 και απασχολήθηκαν, όπως και το τακτικό υπαλληλικό προσωπικό του ΕΛΚΕΠΑ, έως τις 31-12-1995 η πρώτη και έως τις 6-8-1998 η δεύτερη, η τρίτη και ο τέταρτος, εργαζόμενοι από Δευτέρα έως και Παρασκευή και από ώρα 07.30 έως 15.00 καθημερινώς. H πρόσληψη όμως των εναγόντων έγινε χωρίς να τηρηθεί η σχετική διαδικασία, δηλαδή χωρίς να προηγηθεί απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΚΕΠΑ και ως εκ τούτου η πρόσληψη αυτών ήταν παράνομη και οι σχετικές συμβάσεις εργασίας άκυρες. Έτσι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν με απλή σχέση εργασίας και η αξίωσή τους από την παρεχομένη ως άνω εργασία τους (για αποδοχές), δυνάμει άκυρης συμβάσεως εργασίας, στηρίζεται στον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργοδότη τους ΕΛΚΕΠΑ και στην απόδοση αυτού του πλουτισμού, ήτοι της ωφέλειας που αποκόμισε το τελευταίο από την εργασία των εναγόντων, συνισταμένης της αποδοτέας ωφέλειας στην αμοιβή, την οποία θα κατέβαλε το ΕΛΚΕΠΑ σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και υπό τις ίδιες συνθήκες, η αμοιβή δε αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπει το αντίστοιχο μισθολόγιο των τακτικών υπαλλήλων του ΕΛΚΕΠΑ, το οποίο έχει, σύμφωνα με το νόμο, καταρτισθεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, εκτός από τα επιδόματα τα συνδεόμενα με ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες του εργαζομένου με άκυρη σύμβαση εργασίας, όπως είναι τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κ.λπ., τα οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα καταβάλλονταν στον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Το ΕΛΚΕΠΑ όμως - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τις αποδοχές εκείνες που κατέβαλε στο τακτικό υπαλληλικό προσωπικό του, για την ίδια και υπό τις αυτές συνθήκες εργασία, δηλαδή τις αποδοχές τις καθοριζόμενες με αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου, αλλά τους κατέβαλε τις κατώτερες αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις Υπουργικές Αποφάσεις, που εκδίδονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 435/1968. Οι αποδοχές - συνεχίζει το Εφετείο - που έπρεπε να καταβάλει το ΕΛΚΕΠΑ στους ενάγοντες, εάν αυτοί είχαν απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αποτελούντο από τον βασικό μισθό του κλιμακίου, στο οποίο έπρεπε να ενταχθούν (οι ενάγοντες), ο οποίος βασικός μισθός αυξανόταν κάθε τριετία και στο βασικό αυτό μισθό, μετά την αναδιαμόρφωσή του, προστίθεντο: α) το χρονοεπίδομα εκ ποσοστού 4% κατά την πρώτη διετία υπηρεσίας, 12% μετά την διετία και μέχρι την πενταετία, 20% μετά την πενταετία και μέχρι την οκταετία, 28% μετά την οκταετία και μέχρι τα ένδεκα έτη υπηρεσίας, 36% μετά τα ένδεκα έτη υπηρεσίας κ.ο.κ. επί του βασικού μισθού, β) το επιστημονικό επίδομα εκ ποσοστού 20% και 15%, αντίστοιχα, για πτυχίο Α.Ε. και Τ.Ε.Ι., επί του σταθερού ποσού των 29.000, 33.000 και 40.000 δραχμών από 1-7-1985, 1-12-1988 και 1-4-1989 αντίστοιχα, γ) η οικονομική ενίσχυση, που είχε ορισθεί στα ποσά των 14.000 και 18.000 δραχμών, έως 5 και πάνω από 5 έτη υπηρεσίας, αντίστοιχα και δ) η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή (Α.Τ.Α.). Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι τόσο το ΕΛΚΕΠΑ όσο και το Ελληνικό Δημόσιο, που το διαδέχθηκε, δεν αμφισβητούν τον παραπάνω βασικό μισθό και τις προσαυξήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται τα επιδόματα προϋπηρεσίας, γάμου και τέκνων. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το ΕΛΚΕΠΑ κατέβαλε στους ενάγοντες ποσά που υπολείπονται εκείνων που αναγκαία θα κατέβαλε, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, σε απασχολούμενους σ' αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, δικαιούνται οι ενάγοντες την προκύπτουσα εντεύθεν διαφορά, η οποία για την πρώτη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 4.058.416 δραχμών ή 11.910 ευρώ, για την δεύτερη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 7.919.354 δραχμών ή 23.241 ευρώ, για την τρίτη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 9.371.718 δραχμών ή 27.503 ευρώ και για τον τέταρτο ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 10.060.301 δραχμών ή 29.524 ευρώ. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αποδοτέα από το ΕΛΚΕΠΑ ωφέλεια σε κάθε ένα από τους ενάγοντες για την εργασία που παρείχαν, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, με απλή σχέση εργασίας, λόγω άκυρης προσλήψεώς τους, σε νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα όπως ήταν και το ίδιο (ΕΛΚΕΠΑ), ήταν ίση με τις αποδοχές του τακτικού υπαλληλικού προσωπικού του ΕΛΚΕΠΑ με βάση το μισθολόγιο που είχε διαμορφώσει με σχετικές αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, τις οποίες αποδοχές θα κατέβαλε το ΕΛΚΕΠΑ σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε, στη θέση των εναγόντων, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 904 του ΑΚ. Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τα μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα πρέπει να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους το Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-8-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5097/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ