Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
459/2011 AI generated

459/2011 · 459/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 459/2011
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 459 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 459/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο ΧρυσικÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 459/2011

Απόφαση 459 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 459/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "NETMED HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΙΚΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ", που εδρεύει στο Δήμο Παλλήνης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Σουριαδάκι.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΕ ΑΠΟΛΛΩΝ ΣΜΥΡΝΗΣ", που εδρεύει στην Ριζούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Θεοδώρα Παπαδημητρίου, η οποία ανακάλεσε την από 18.02.2011 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1707/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3416/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 10 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24.9.2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 3416/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1183/2007), όχι δε και όταν το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του διαπίστωσε ότι το κείμενο της δήλωσης βούλησης, είναι απόλυτα σαφές, οπότε δεν δημιουργείται υποχρέωσή του προσφυγής στους αντίστοιχους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ούτε και ελέγχεται αναιρετικά η παράλειψη της προσφυγής στους ίδιους κανόνες (ΑΠ 344/2009). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84 παρ. 1, 2 του ν. 2725/1999, 672, 361, 672, 766, 174, 180, 330 εδ. β', 343, 281, 914, 919 του ΑΚ συνάγεται ότι οι συναπτόμενες από τις αθλητικές οργανώσεις με τηλεοπτικούς ή ραδιοφωνικούς σταθμούς, ορισμένης διάρκειας συμβάσεις παραχωρήσεως αποκλειστικών ή μη αδειών εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων τους για τηλεοπτική μετάδοση ή αναμετάδοση, με οποιαδήποτε τεχνική μέθοδο ή μέσο, αθλητικών διοργανώσεων, στις οποίες θεωρούνται, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, γηπεδούχοι, μπορούν να καταγγελθούν από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο για σπουδαίο λόγο, ο οποίος μπορεί να συνίσταται στη συνδρομή έκτακτων περιστάσεων ή σε αθέτηση από τον αντισυμβαλλόμενο υποχρεώσεων του τόσο ουσιωδών, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους. Η καταγγελία της διαρκούς αυτής συμβάσεως που συντελείται χωρίς σπουδαίο λόγο ή κατά κατάχρηση δικαιώματος και σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, εφόσον προτείνεται και αποδεικνύεται από τον αντισυμβαλλόμενο του καταγγέλλοντος, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας και θεμελιώνει δικαίωμα του τελευταίου προς αποζημίωση από ενδοσυμβατική ή (και) από αδικοπρακτική ευθύνη του χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγείλαντος τη σύμβαση παραχωρήσεως (ΑΠ 659, 690/2010).

Εξ άλλου, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 181 του Α.Κ., που ορίζει ότι η ακυρότητα του μέρους δεν συνεπιφέρει την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας εάν θα επιχειρείτο κατά το υπόλοιπο μέρος της που δεν ήταν άκυρο, προϋποθέτει δικαιοπραξία με διαιρετό περιεχόμενο και με αυτοτελή δύο τουλάχιστον μέρη, το ένα των οποίων δεν πλήττεται από την ακυρότητα αλλά και μπορεί ως αυτοτελής πλέον δήλωση να συνδεθεί με έννομες συνέπειες. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3416/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών (ΕΠΑΕ) είχε καταρτίσει το έτος 1995 με την εταιρεία NETHOLD HELLAS ΑΕ, έγγραφη σύμβαση με την οποία της παραχωρούσε, έναντι αμοιβής, το δικαίωμα τηλεοπτικής αναμετάδοσης των ποδοσφαιρικών αγώνων όλων των επαγγελματικών πρωταθλημάτων Α', Β' και Γ' εθνικής κατηγορίας. Η εκκαλούσα-ενάγουσα ανώνυμη ποδοσφαιρική εταιρεία (ΠΑΕ) Απόλλων Αθηνών, μέλος της ΕΠΑΕ, κατάρτισε στις 30.8.1999 σύμβαση με την εφεσίβλητη-εναγομένη εταιρεία που εκμεταλλεύεται συνδρομητικά τηλεοπτικά κανάλια και ραδιοφωνικό σταθμό, είναι δε συγγενής εταιρεία με την προαναφερομένη NETHOLD, δυνάμει της οποίας, παραχωρήθηκαν στην εναγομένη, έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής: α) τα δικαιώματα τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης από τους συνδρομητικούς σταθμούς της και διαφημιστικής εκμετάλλευσης όλων των φιλικών αγώνων της ομάδας, της προετοιμασίας της, των δηλώσεων των παραγόντων της και μετάδοσης στιγμιότυπων από τους αγώνες αυτούς, από 1-7-1999 έως 31-8-2007, β) τα δικαιώματα διαφημιστικής προβολής στο γήπεδο και γ) το δικαίωμα τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης των αγώνων επαγγελματικού ποδοσφαίρου κατά το ίδιο διάστημα. Η ομάδα της εναγούσης, κατά την αγωνιστική περίοδο 1999-2000 αγωνιζόταν στην Α' εθνική κατηγορία, κατά τις περιόδους 2000 έως 2005 αγωνιζόταν στην Β' εθνική κατηγορία και από το έτος 2005 και μετά στην Γ' εθνική κατηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, η ενάγουσα αναλαμβάνει έναντι της εναγομένης τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η ΕΠΑΕ έναντι της αντισυμβαλλομένης της με την κατά τα ανωτέρω από 29-1-1995 σύμβαση ως προς τα θεάματα του ορισμού και της μετάδοσης των αγώνων και ότι η ενάγουσα έχει υποχρέωση να εξασφαλίζει τον ορισμό διεξαγωγής των εντός έδρας αγώνων της σε ημέρες και ώρες που είναι δυνατή νομικά και αξιοποιήσιμη εμπορικά η μετάδοση. Ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα αντιτάξει ενέργειες της ΕΠΑΕ που αποκλείουν τον ορισμό των αγώνων εντός έδρας, σε ημέρες και ώρες που καθιστούν μη αξιοποιήσιμη τη μετάδοση, τότε η εναγομένη δικαιούται να εκπέσει από το τίμημα τμήμα που αναλογεί στον συγκεκριμένο αγώνα ή αγώνες που δεν μεταδόθηκαν και σε περίπτωση που αυτό έγινε για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια ποδοσφαιρική περίοδο, έχει δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση και να επιφέρει την λύση της αξιώνοντας την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας. Βάσει του Ν 2725/1999, περί ερασιτεχνικού-επαγγελματικού αθλητισμού, η ΕΠΑΕ είναι αρμόδια για την διοργάνωση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου των τριών πρώτων εθνικών κατηγοριών. Η ίδια καθορίζει, πριν την έναρξη του κατ' έτος πρωταθλήματος, τις αγωνιστικές ημέρες (1η, 2η, 3η κοκ) και τις ομάδες που θα αγωνισθούν στην κάθε μία από αυτές (αγωνιστική) για κάθε κατηγορία, χωρίς να υπάρχει πλέον δυνατότητα να αλλάξουν ομάδες που αγωνίζονται σε κάθε αγωνιστική. Καθορίζει επίσης και τις ημερομηνίες διεξαγωγής των αγωνιστικών, οι οποίες όμως ημερομηνίες μπορεί να αλλάξουν για διάφορους σπουδαίους λόγους, η ΕΠΑΕ δε ειδοποιεί περί της αλλαγής της ημερομηνίας όλους του ενδιαφερομένους, όπως τις ΠΑΕ, την αστυνομία για την λήψη μέτρων τάξης και την εναγομένη. Κατά την σύμβαση που είχε συναφθεί με την ΕΠΑΕ, τους όρους της οποίας αποδέχθηκε η ενάγουσα κατά τα ανωτέρω, οι αγώνες Σαββάτου, Κυριακής και Δευτέρας κάθε αγωνιστικής που θα μετέδιδε η NETHOLD ορίζονταν από την ΕΠΑΕ με πρόταση της εταιρείας αυτής, η οποία ΕΠΑΕ είχε δικαίωμα να αρνηθεί την πρόταση μόνο αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούσαν τούτο και ότι η ΕΠΑΕ ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει στις ρυθμίσεις ορισμού ημέρας και ώρας διεξαγωγής της μετάδοσης των αγώνων Β' και Γ' κατηγορίας, χωρίς να προσβάλλονται οι κανονισμοί ποδοσφαίρου ή οι ρυθμίσεις με τον ΟΠΑΠ. Τέτοια ρύθμιση αποτελεί και η προβλεπόμενη στο άρθρο 102 παρ.6,7 του Ν 2725/1999, κατά την οποία η ΕΠΑΕ υποχρεούται να γνωστοποιεί εγγράφως στον ΟΠΑΠ το πρόγραμμα αγώνων των πρωταθλημάτων επαγγελματικού ποδοσφαίρου όλων των κατηγοριών, μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών) από την κλήρωση των αγώνων κάθε κατηγορίας, ώστε ο ΟΠΑΠ να σχεδιάζει και καταρτίζει έγκαιρα τα δελτία ΠΡΟΠΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ και στοιχημάτων, υποχρεούται δε επίσης να γνωστοποιεί εγγράφως κάθε αλλαγή του προγράμματος, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από την καθορισμένη ημερομηνία τέλεσης των αγώνων. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς, η εναγομένη πρότεινε στην ΕΠΑΕ τους αγώνες όλων των κατηγοριών που ήθελε να μεταδώσει τηλεοπτικά, καθώς και την ημερομηνία και ημέρα (Σάββατο ή Κυριακή) και την ώρα μετάδοσης, πρόταση που ήταν κατά κανόνα υποχρεωμένη να ακολουθήσει η ΕΠΑΕ, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, η πρόταση να είχε υποβληθεί εγκαίρως, δηλαδή τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από την καθορισμένη ημερομηνία τέλεσης του αγώνα, ώστε να μπορεί η ΕΠΑΕ να ανταποκρίνεται στην προς τον ΟΠΑΠ υποχρέωση που της επιβάλλει η προαναφερόμενη διάταξη. Οι αγωνιστικές ημέρες του πρωταθλήματος 2002-2003 όλων των κατηγοριών, ορίσθηκαν από την ΕΠΑΕ τον Ιούλιο 2002, τούτο δε γνωστοποιήθηκε μεταξύ άλλων και στην εναγομένη. Σύμφωνα με το πρόγραμμα αυτό, η 14η αγωνιστική, στις 22.12.02 περιλάμβανε τον αγώνα Απόλλων (ομάδα της ενάγουσας)-Φωστήρας, ώρα 15.00' και η 16η αγωνιστική, στις 12.1.2003 τον αγώνα Κέρκυρα-Απόλλων, ώρα 15.00'. Λόγω μεταθέσεως της 5ης και 6ης αγωνιστικής εξ αιτίας της διενέργειας δημοτικών εκλογών, με απόφαση της ΕΠΑΕ της 17-9-2002, μετατέθηκαν αναλόγως όλοι οι αγώνες σε άλλες ημερομηνίες και ειδικότερα οι προαναφερόμενοι αγώνες μετατέθηκαν αντίστοιχα για την 12-1-2003 και 26-1-2003, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη με το από 18-9-2002 και με αριθμό πρωτ. 12888 έγγραφο της ΕΠΑΕ, την λήψη του οποίου δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη. Με το από 27-11 -2002 έγγραφό της προς την ΕΠΑΕ, η εναγομένη της γνωστοποιούσε την πρόταση της για ορισμό μετάδοσης αγώνων της 13ης, 14ης, 15ης και 16ης αγωνιστικής της Α' και Β' κατηγορίας, σύμφωνα με την οποία ειδικότερα, πρότεινε την μετάδοση, για την 14η αγωνιστική του αγώνα Απόλλων-Φωστήρας, ημέρα Σάββατο ώρα 15.00' και Αθηναϊκός-Παναιγιάλειος, ημέρα Κυριακή 5.1.03, ώρα 17.00' και για την 16η αγωνιστική του αγώνα Απόλλων-Κέρκυρα, ώρα 15.00', χωρίς καθορισμό ημέρας και ημερομηνίας και Αθηναϊκός-Ατρόμητος, ημέρα Σάββατο 18-1-2003, ώρα 15.00. Πρότεινε δηλαδή την μετάδοση των αγώνων σε ημερομηνίες που δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο που έγινε η πρόταση, ενώ γνώριζε τις πραγματικές ημερομηνίες διεξαγωγής αυτών. Με το από 7-1-2003 έγγραφο της προς την ΕΠΑΕ, η εναγομένη της γνωστοποιούσε τις προτάσεις της για την μετάδοση των αγώνων μέχρι τέλους της περιόδου, συμπεριλαμβάνοντας στην πρόταση της την 14η, 15η και 16η αγωνιστική, τις οποίες είχε περιλάβει και στο προηγούμενο έγγραφο. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, πρότεινε την μετάδοση, για την 14η αγωνιστική του αγώνα Απόλλων-Φωστήρας, ημέρα Σάββατο 11-1-03, ώρα 15.00' και Αθηναϊκός-Παναιγιάλειος, ημέρα Κυριακή 12-1-03, ώρα 15.00' και για την 16η αγωνιστική του αγώνα Απόλλων-Κέρκυρα, ημέρα Σάββατο 25-1-03, ώρα 15.00' και Πανηλειακός-Καλαμάτα, ημέρα Κυριακή 26-1-03 και ώρα 15.00'. Με το δεύτερο αυτό έγγραφο η πρόταση περιλάμβανε τις ορθές πλέον ημερομηνίες διεξαγωγής κάθε αγωνιστικής, μετά την κατά τα ανωτέρω μεταβολή τους από την ΕΠΑΕ, πράγμα που δεν συνέβαινε στην από 27-11-02 πρόταση της, όπου οι ημερομηνίες διεξαγωγής των αγωνιστικών που αναφέρονταν ήταν διαφορετικές δεν ίσχυαν. Επίσης, ενώ ως προς την ομάδα της εναγούσης ζητούσε την μετάδοση των ιδίων αγώνων κάθε αγωνιστικής, με την ορθή όμως ημερομηνία διεξαγωγής, ως προς τους άλλους αγώνες που είχε ζητήσει με το από 27-11-02 έγγραφο της, στο νέο έγγραφο περιλάμβανε μεταβολές, όπως ειδικότερα στην 16 αγωνιστική, αντί του αγώνα Αθηναϊκός Ατρόμητος που είχε ζητήσει, ζητούσε τον αγώνα, Πανηλειακός-Καλαμάτα και στην 15η αγωνιστική αντί του αγώνα Ατρόμητος-Απόλλων που είχε ζητήσει, ζητούσε τον αγώνα Πατραϊκός-Πανηλειακός. Η ΕΠΑΕ όμως δεν δέχθηκε την από 7-1-03 πρόταση της εναγομένης ως προς την ομάδα της εναγούσης επειδή αυτή δεν είχε υποβληθεί προ είκοσι τουλάχιστον ημερών πριν την ημέρα διεξαγωγής των αγώνων που ζητούσε (στις 11 και 25-1-03 αντίστοιχα) και έτσι οι αγώνες της εναγούσης κατά τις προαναφερόμενες αγωνιστικές δεν μεταδόθηκαν τηλεοπτικά, αλλά αντί αυτών μεταδόθηκαν από την εναγομένη οι αγώνες Πανηλειακός-Κασσάνδρα και Αθηναϊκός Παναιγιάλειος για την 14η αγωνιστική και Παναιγιάλειος-Φωστήρ και Αθηναϊκός-Ατρόμητος για την 16η αγωνιστική, όπως όρισε η ΕΠΑΕ. Στις 6-2-2003, η εναγομένη επέδωσε εξώδικη προς την ενάγουσα δήλωση, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι ασκεί το δικαίωμα της για μείωση του τιμήματος λόγω μη ορισμού από την ΕΠΑΕ της μετάδοσης των δύο πιο πάνω αγώνων, επιφυλασσόμενη του δικαιώματος να καταγγείλει την σύμβαση, την καλούσε δε να επικοινωνήσουν εντός 15 ημερών για να τακτοποιηθεί το θέμα, δηλώνοντας ότι διαφορετικά θα προβεί σε συμψηφισμό της αξίωσης της με το οφειλόμενο στην ενάγουσα τίμημα. Η ενάγουσα απάντησε επίσης με εξώδικο στο οποίο ανέφερε όσα η ΕΠΑΕ της δήλωσε για το λόγο της μη μετάδοσης των αγώνων, δηλαδή περί μη εμπρόθεσμης υποβολής της από πρότασης και καλούσε την εναγομένη να απόσχει από τον συμψηφισμό και την απειλή καταγγελίας. Μετά ταύτα, αφού προηγουμένως η εναγομένη είχε μεταδώσει τηλεοπτικά τέσσερις αγώνες της ομάδας της εναγούσης μέχρι την 5-4-2003 (της 19ης, 21ης, 23ης και 25ης αγωνιστικής), η εναγομένη δεν προέβη στον συμψηφισμό της αξίωσης της από τη μη μετάδοση, προς το οφειλόμενο από την σύμβαση τίμημα όπως δήλωνε ότι θα πράξει μονομερώς με το εξώδικο, αλλά στις 7.4.2003, δύο ημέρες μετά την τελευταία από τις πιο πάνω τηλεοπτικές μεταδόσεις, κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση, επικαλούμενη το άρθρο 8 της μεταξύ τους σύμβασης περί μη μετάδοσης, κατά την πρότασή της, δύο αγώνων (των προαναφερομένων της 14ης και 16ης αγωνιστικής) εντός της ίδιας αγωνιστικής περιόδου και έπαυσε από τότε να μεταδίδει αγώνες της εναγούσης. Η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη, στις 6-6-2003, εξώδικο με το οποίο της ζητούσε, μεταξύ άλλων, να ανακαλέσει την άκυρη καταγγελία της εντός τριών ημερών. Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά, η καταγγελία της εναγομένης δεν είναι σύμφωνη με τους όρους της από 30-8-1999 μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και ειδικότερα το άρθρο 8 που αυτή επικαλείται. Η πρόταση της εναγομένης προς τηλεοπτική μετάδοση των δύο προαναφερομένων αγώνων της 14ης και της 16ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος της Β' εθνικής κατηγορίας είναι εκείνη που διατύπωσε στις 7-1-2003 και η οποία δεν έγινε αποδεκτή από την ΠΑΕ επειδή δεν είχε υποβληθεί τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής των αγώνων που ζητούσε να μεταδώσει, πράγμα που ήταν αντίθετο με την συμφωνία που είχε καταρτίσει με την ΕΠΑΕ και με το άρθρο 102 του Ν. 2725/1999 και όχι εκείνη της 27-11-02, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη. Τούτο επειδή η προηγούμενη αυτή πρόταση αναφερόταν σε ημερομηνίες διεξαγωγής των αγώνων οι οποίες δεν ίσχυαν, γεγονός το οποίο γνώριζε εναγομένη από την προς αυτή ενημέρωση της ΕΠΑΕ, από τον Σεπτέμβριο 2002, ότι δηλαδή επήλθε μεταβολή στις ημερομηνίες διεξαγωγής τους λόγω της μετάθεσης άλλων, προηγούμενων, αγωνιστικών. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η πρώτη πρόταση είναι ισχυρή, ενώ στην δεύτερη απλώς επαναλαμβάνει την ήδη εκδηλωθείσα βούληση της για μετάδοση των συγκεκριμένων αγώνων, επειδή σημασία για την πρόταση μετάδοσης έχει μόνο ο αγώνας της συγκεκριμένης αγωνιστικής ημέρας, ο οποίος δεν μεταβάλλεται ποτέ και όχι η ημερομηνία διεξαγωγής του, η οποία μπορεί να μεταβληθεί. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν επιβεβαιώνεται από την σύμβαση, αντίθετα η αναφορά σ' αυτή ότι υποχρέωση της ΠΑΕ είναι "η εξασφάλιση ορισμού διεξαγωγής των εντός έδρας αγώνων της σε ημέρες και ώρες που θα είναι νομικά δυνατή και αξιοποιήσιμη εμπορικά η μετάδοση του αγώνα", δεικνύει ότι έχει σημασία και για την εναγομένη η ημέρα (Σάββατο ή Κυριακή ή άλλη) διεξαγωγής του κάθε αγώνα, η οποία βεβαίως ημέρα της εβδομάδας συνδέεται και με συγκεκριμένη ημερομηνία για κάθε αγωνιστική και συνεπώς η ημέρα, η ημερομηνία και η ώρα διεξαγωγή πρέπει σαφώς να ορίζονται στην πρότασή της. Τούτο άλλωστε έπραττε η εναγομένη στις προτάσεις που υπέβαλλε, τόσο στις 27-11-02, όσο και στις 7-1-03, αλλά και στην προσκομιζόμενη από την ενάγουσα μεταγενέστερη από 17-3-2003 πρόταση, με την οποία προτείνει μετάδοση άλλων αγώνων από εκείνους που είχε προτείνει στις 7-1-2003, αναφέροντας πάντοτε την ημερομηνία, ημέρα και ώρα διεξαγωγής που πρότεινε. Εξάλλου, παρότι στις δύο επίμαχες προτάσεις της εναγομένης το αίτημά της για μετάδοση των συγκεκριμένων αγώνων ως προς την ομάδα της εναγούσης ήταν το ίδιο, ως προς τους αγώνες άλλων ομάδων που ζητούσε για τις ίδιες αγωνιστικές όπως με την προηγούμενη πρόταση, διέφερε η δεύτερη νεώτερη πρόταση. Ειδικότερα, για την 16η αγωνιστική, με την από 27-11-02 πρόταση ζητούσε την μετάδοση του αγώνα Αθηναϊκός-Ατρόμητος και για την ίδια αγωνιστική με την από 7-1-03 πρόταση ζητούσε αντ' αυτού την μετάδοση του αγώνα Πανηλειακός-Καλαμάτα. Επίσης για την 15η αγωνιστική, με την από 27-11-02 πρόταση ζητούσε προς μετάδοση τους αγώνες Καλαμάτα-Καλαμαριά και Ατρόμητος - Απόλλων, ενώ με την από 7-1-03 πρόταση ζητούσες τους αγώνες Καλαμάτα - Καλαμαριά και Πατραϊκός - Πανηλειακός. Σαφώς συνεπώς προκύπτει ότι η από 7-1-03 πρόταση, όπου αναφέρονται ορθές ημερομηνίες διεξαγωγής των αγώνων της εναγούσης που ζητούσε προς μετάδοση η εναγομένη και με την οποία πρόταση, αφενός προσδιόριζε τις ορθές ημερομηνίες διεξαγωγής και μετάδοσης, αφετέρου τροποποιούσε εν μέρει την προηγούμενη πρόταση ζητώντας διαφορετικούς προς μετάδοση αγώνες άλλων ομάδων, αποτελεί εξ ολοκλήρου νέα πρόταση και όχι απλή επανάληψη της προηγούμενης, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγομένη. Τούτο επειδή στην περίπτωση αυτή, που επρόκειτο δηλαδή περί επανάληψης της ίδιας πρότασης, θα έπρεπε η νεώτερη πρόταση (εκτός από τις ορθές ημερομηνίες) να έχει το ίδιο περιεχόμενο ως προς όλα της τα σημεία με την επαναλαμβανόμενη πρόταση, δηλαδή θα έπρεπε να ζητεί προς μετάδοση τους ίδιους αγώνες που ζητούσε και με την προηγούμενη πρόταση και όχι να αξιώνει η εναγομένη από τον παραλήπτη της πρότασης να διακρίνει ποία είναι η αληθινή βούληση της για αγώνες των ίδιων αγωνιστικών που περιλαμβάνονται και στις δύο προτάσεις της, αν για κάποιους μεν από αυτούς θεωρείται ότι η πρόταση της έγινε στις 27.11.02, όπως της εναγούσης, ενώ για κάποιους άλλους αγώνες θεωρείται ότι η πρόταση της έγινε στις 7-1-03".

Α).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος προβάλλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού διέγνωσε ότι υπήρχε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο του όρου 8 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από το κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης και τις κρίσιμες περί τούτου παραδοχές της, όπως αναφέρονται στην προαναφερθείσα σκέψη της παρούσας αποφάσεως, δεν προκύπτει, ότι το δίκασαν Εφετείο διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως των μερών κατά τη διατύπωση του υπό στοιχ. 8 όρου της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αλλά αντίθετα δέχθηκε ευθέως και σαφώς χωρίς τη διατύπωση κανενός ενδοιασμού, ότι με βάση το συμφωνημένο περιεχόμενο του ίδιου όρου, η ημέρα, η ημερομηνία και ή ώρα διεξαγωγής κάθε αγώνα, που επρόκειτο να αναμεταδοθεί από την αναιρεσείουσα, έπρεπε σαφώς να ορίζονται και κατά συγκεκριμένο τρόπο στην πρόταση (δήλωσή) της προς την ΕΠΑΕ, και ότι η έλλειψη ή η εσφαλμένη αναγραφή των ουσιωδών αυτών στοιχείων στην πρόταση της αναιρεσείουσας προς την ΕΠΑΕ, την καθιστούσε νομικά ανίσχυρη. Β). Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο δεύτερο λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ίδιους πιο πάνω κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. επειδή καίτοι διέγνωσε ότι η αρχική από 27.11.2002 πρότασή της ορισμού αγώνων ήταν ασαφής και ατελής λόγω της αναγραφής εσφαλμένων ημερομηνιών, ωρών και ημερών, δεν εφάρμοσε τους κανόνες των ανωτέρω άρθρων για τη διακρίβωση του αληθούς περιεχομένου της πρότασής της. Ο ίδιος όμως λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε την από 27.11.2002 πρόταση της αναιρεσείουσας ως νομικά ανίσχυρη, γιατί ήταν αντίθετη κατά το περιεχόμενό της με τις ρυθμίσεις του όρου 8 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ώστε δεν καταλειπόταν πλέον έδαφος διορθωτικής ερμηνείας της ίδιας δήλωσης βούλησης (πρότασης), αφού ήδη είχε κριθεί νομικά ανίσχυρη, ως αντιβαίνουσα στο συμβατικό πεδίο της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης έννομης σχέσης, λόγω των ελλείψεών της, που προαναφέρθηκαν. Γ). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλει η αναιρεσείουσα την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ίδιους πιο πάνω όρους των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με το να δεχθεί ως εκ του ερμηνευόμενου περιεχομένου της, ότι η δεύτερη από 7.1.2003 πρότασή της αντικατέστησε εξ ολοκλήρου την πρώτη, με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη, γιατί έπρεπε να ακολουθηθεί για την υποβολή της η εικοσαήμερη προθεσμία πριν την αγωνιστική που αφορούσε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο, χωρίς να διαπιστώσει καμία ασάφεια ή ενδοιασμό στην επίμαχη δεύτερη δήλωση, θεώρησε αυτήν σαφώς και ευθέως ως εκ του κειμένου της και μόνο, το οποίο δεν ερμήνευσε, ότι αποτελούσε νέα πρόταση, και όχι απλή επανάληψη και συμπλήρωση της προηγούμενης πρότασης της (αναιρεσείουσας) προς την οποία δεν ήταν νοητός οποιοσδήποτε συμπληρωματικός συσχετισμός, λόγω του προαναφερθέντος ανισχύρου της, που δεν την καθιστούσε στο πλαίσιο εφαρμογής του συμβατικού όρου με αριθ. 8 ως έγκυρη δήλωση δεκτική συμπλήρωσης εκ των υστέρων για άλλη νέα αγωνιστική των ίδιων ομάδων. Δ). Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας, αφού έκρινε ότι οι δύο δηλώσεις της αναιρεσείουσας που στήριζαν το κύρος της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ήταν η μεν πρώτη νομικά ανίσχυρη, η δε δεύτερη απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, γεγονός που καθιστούσε ανίσχυρη την καταγγελία της αναιρεσείουσας και δικαιολογημένη την επακολουθήσασα καταγγελία της αναιρεσίβλητης, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 180 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της έννοιας του νομικά ανυπόστατου και άκυρου των δύο δηλώσεων της αναιρεσείουσας προς την ΕΠΑΕ και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 181 του Α.Κ. ως προς την από 27.11.2002 δήλωση, αφού ως εκ του διατυπωθέντος ανυποστάτου της λόγω της έλλειψης ουσιωδών στοιχείων δεν ήταν δυνατό κατά τα υπόλοιπα στοιχεία της που εστερούντοοποιασδήποτε αυτοτέλειας να ισχύσει ως έγκυρη και υποστατή δήλωση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Ε). Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δή την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 180 του ΑΚ τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του και τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τέταρτο μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. ΣΤ). Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος και τρίτος κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσο δηλαδή οι δύο δηλώσεις της αναιρεσείουσας ήταν η πρώτη ανίσχυρη και η δεύτερη απαράδεκτη, γιατί δεν αποτελούσε παραδεκτή συμπλήρωση της πρώτης, και κατά πόσο μετατέθηκαν αναλόγως οι ημερομηνίες των αγωνιστικών ....(14ης και 16ης) και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι η δεύτερη δήλωση συμπλήρωσε παραδεκτά την πρώτη, αλλά και δεν ήταν δυνατή από το Σεπτέμβριο του 2002 η ανάλογη μετάθεση των αγωνιστικών και ειδικά της 14ης από την 22.12.2002 για την 12.1.2003 και της 16ης από την 12.1.2002 για την 26.1.2003, είναι απαράδεκτα, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση της απόφασης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι δεν επικαλέσθηκαν και δεν προσκόμισαν. Εξ άλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, κάθε ισχυρισμός, που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε είναι απαράδεκτος, και καθιστά αβάσιμο το λόγο της αναίρεσης (Ολ. Α.Π. 30/2002). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την περ. β' του αριθ.11 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι: "το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το εις το αναιρετήριο ειδικά μνημονευόμενο έγγραφο, δηλαδή το από 18.9.2002 έγγραφο της Ε.Π.Α.Ε. για τη μετάθεση των αγωνιστικών, που είχε μεν επικαλεσθεί με τις έγγραφες προτάσεις της η αναιρεσίβλητη ως αναφερόμενο σε άλλο έγγραφο, στο οποίο ήταν συνημμένο, αλλά δεν προσκόμισε". Δεδομένου όμως ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι: "....προσκομίστηκαν όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι αλλά και αξιολογούνται από αυτούς, ενώ από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτή (σελ. 9) επικαλέσθηκε ρητά ότι προσκομίζει τόσο την υπ' αριθ. 1248/2005 επιστολή της Ε.Π.Α.Ε., όσο και το συνημμένο σ' αυτή υπ' αριθ. 12888/2002 έγγραφο της Ε.Π.Α.Ε., ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στον οποίο στηρίζεται, ότι δηλαδή δεν προσκομίστηκε το πιο πάνω έγγραφο, στρεφόμενος κατά της πιο πάνω αντίθετης βεβαίωσης του Εφετείου (για την προσαγωγή), που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι λάθος κατά την αξιολόγηση του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δυνάμενες, δηλαδή, να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα (ΑΠ 344/2009).

Εν προκειμένω, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, περί παραμόρφωσης του περιεχομένου του υπ' αριθ. 12888/18.9.2002 εγγράφου της Ε.Π.Α.Ε. "για μετάθεση των αγωνιστικών των πρωταθλημάτων Α', Β' και Γ' Εθνικής κατηγορίας που επρόκειτο να διεξαχθούν την 29.9.2002 για την 27.10.2002 και ανάλογη μετάθεση και των επομένων αγωνιστικών ημερών" με την εκτίμηση από το Εφετείο ότι η μετάθεση αυτή συνεπαγόταν και μετάθεση και των υπολοίπων αγωνιστικών και εν προκειμένω της 14ης και 16ης από την 22.12.2002 και την 12.1.2003 αντίστοιχα για την 12.1.2003 και την 26.1.2003", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η εκτίμηση από το Εφετείο του εν λόγω εγγράφου δεν θεμελιώνει "παραμόρφωση" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αλλά σφάλμα κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του ίδιου εγγράφου. IV. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται εάν του ουσιαστικό Δικαστήριο στήριξε την απόφασή του μόνο επικουρικά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, που δεν είχε προσκομισθεί, ενώ κυρίως η απόφαση στηρίχθηκε σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 944/1072). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις αναλυτικά εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των προσκομισθέντων νόμιμα αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι με απόφαση της Ε.Π.Α.Ε. της 17.9.2002 μετατέθηκαν αναλόγως όλοι οι αγώνες σε άλλες ημερομηνίες και ειδικότερα οι αγώνες της 22.12.2002 και της 12.1.2003 μετατέθηκαν για την 12.1.2003 και 26.1.2003, γεγονός που γνωστοποιήθηκε εγγράφως στην αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 12888/18.9.2002 έγγραφό της. Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο με επικουρική σκέψη, μετά την γενική παραδοχή της "γνωστοποίησης" ως αποτέλεσμα συνεκτίμησης όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (έγγραφα και μάρτυρες) ότι: "..τη λήψη του εγγράφου δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη". Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, κατά τον οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατ' άρθρ. 261 εδ. Β' του ΚΠολΔ συναγόμενη ομολογία της αναιρεσείουσας που δεν προσκομίστηκε, κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής. V. Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 13/1995, 25/1994). Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα τρία μέρη του από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα: α) της μη λήψης υπ' όψη εκ μέρους του Εφετείου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας με την έννοια του "πράγματος" και β) της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. με το να κρίνει επικουρικά ότι η ένδικη καταγγελία της αναιρεσείουσας, και εάν ακόμα μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 8 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, τελικά ασκήθηκε καταχρηστικά. Ο λόγος αυτός στηρίζει το βασικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η καταγγελία της δεν ήταν καταχρηστική αλλά ήταν και έγκυρη και υποστατή. Η ορθή όμως κατά νόμο επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που διατυπώθηκε κατά τα προαναφερθέντα και σε συνδυασμό με την έρευνα των προβαλλομένων πρώτου έως και τρίτου αναιρετικών λόγων, ότι, δηλαδή "η ....επιλογή ... που άσκησε η αναιρεσείουσα με τη δήλωσή της τής 27.11.2002 ήταν ανυπόστατη, γιατί αφορούσε ανύπαρκτη αγωνιστική ως προς την ημέρα, την ημερομηνία και την ώρα, και ότι η δήλωση της αναιρεσείουσας της 7.1.2003 αποτελούσε νέα πρόταση, που όμως ήταν εκπρόθεσμη, ώστε δεν ήταν δυνατό να στηρίξουν και οι δύο δηλώσεις τον επικαλούμενο εκ μέρους της αναιρεσείουσας σπουδαίο λόγο για την έγκυρη εκ μέρους της καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, που καθιστούσε τελικά έγκυρη την επακολουθήσασα καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της ίδιας σύμβασης", ....στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο με κανένα λόγο και επομένως ο πιο πάνω τέταρτος λόγος αναίρεσης ως προς όλα τα μέρη του κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "NETMED HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΙΚΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3416/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ