Legislator Case Law & Legislation
459/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects argument regarding document distortion.

Case Number 459/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court decisions. The appellant argued that the first-instance court distorted a settlement agreement document and that the appellate court failed to read it, claiming this prevented timely filing of the lawsuit. The court rejected these claims, noting the appellant did not allege obstruction of filing in the original complaint and that the first-instance judgment was effectively incorporated into the appellate decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the appellant failed to raise the specific impediment to filing the action in the initial complaint, and the lower court's decision is absorbed by the appellate ruling.

Keywords

AI generated
appeal admissibility document distortion procedural default settlement agreement statute of limitations appellate review code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 43(2) of the Constitution
Articles 21(2) and (3) of Law 102/1973
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 459 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 459/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 21-11-2005 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2005 μη οριστική και 85/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2008 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζόμενη .../9-6-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ... προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την με την πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, υπό το καθεστώς των Συνταγμάτων που έχουν προϊσχύσει αναγνωριζόταν γενικώς ο θεσμός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως προς τα όργανα της διοικήσεως, η οποία συνίστατο στην σε αυτά ανάθεση της εξουσίας να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις, υπό τον όρο όμως αυτή να είναι ειδική και ορισμένη. Ήδη έχει καθιερωθεί αυτός ρητώς με το άρθρο 43 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος. Με τις παρ.2 και 3 του άρθρου 21 του ΝΔ 102 της 13/17-8-1973 "Περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "Δια του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού" και του "Κανονισμού ωρών εργασίας και αναπαύσεως του προσωπικού των ΚΤΕΛ", εκδιδομένων δια Πρ.Δ/των, προτάσει των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών, ορίζονται ιδία κατά την προσήκουσαν αντιστοιχίαν: α) τα προσόντα και ο τρόπος προσλήψεως, η σταδιοδρομία, η υπηρεσιακή κατάστασις και η συμπεριφορά του προσωπικού των λεωφορείων και των ΚΤΕΛ ... β) ... γ)

"Επιφυλασσομένων των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", ως ισχύουν εκάστοτε, δια των εν τη προηγουμένη παραγράφων Πρ.Δ/των δύναται να ορίζονται και έτεροι λόγοι ως και η διαδικασία απολύσεως του εν γένει προσωπικού των ΚΤΕΛ και των Λεωφορείων".

Εξάλλου με το άρθρο 4 του ν.435/1976 ορίσθηκε ότι με την επιφύλαξη της ισχύος των οικείων διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Β.Δ. της 16/18-7-1920 το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται μόνο για τους στον οικείο κανονισμό αναφερόμενους περιοριστικούς όρους, εφόσον αυτοί δεν αντίκεινται στον νόμο, δικαιούμενο της προβλεπόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις αποζημιώσεως.

Με το δε ΠΔ 229 της 23/20-8-1994 (ΦΕΚ Α' 134) "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων", το οποίο εκδόθηκε με βάση την παρ.2 του άρθρου 21 του ν.δ 102/1973, άρθρο 29Α του ν. 1558/1985 και την υπ' αριθ. 23083/14-7-1994 απόφαση του Πρωθυπουργού και Υπουργού Μεταφορών και Συγκοινωνιών ορίσθηκαν τα εξής: α) με το άρθρο 2 παρ.4 "όλο το προσωπικό των ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις του και β) με το άρθρο 2 παρ.6 'Ή απόλυση των οδηγών μπορεί να γίνει μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις α) για τους λόγους του άρθρου 14 του Κανονισμού, β) αν μεταβιβασθεί άνω του 40% του λεωφορείου και ο νέος ιδιοκτήτης θα καταλάβει τη θέση του οδηγού και γ) όταν πρόκειται τη θέση του οδηγού να την καταλάβει κάποιο από τα αναφερόμενα στην περίπτωση αυτή πρόσωπα.

Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις ο απολυόμενος οδηγός εντάσσεται αυτόματα στη δύναμη του ΚΤΕΛ στο οποίο ανήκει το λεωφορείο από το οποίο απελύθη, αν ο οδηγός έχει υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας του και έχει προϋπηρεσία τουλάχιστον 5 έτη στον ίδιο ιδιοκτήτη λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ και ανεξαρτήτως ηλικίας, αν έχει συμπληρώσει 15 χρόνια τουλάχιστον σε υπηρεσία λεωφορείων ενταγμένων στο ΚΤΕΛ και εκτελεί καθήκοντα μιας από τις ειδικότητες του προσωπικού κίνησης μεταξύ των οποίων του οδηγού.

Τη δικαιούμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση οι εργοδότες την καταβάλλουν στον αρμόδιο προς αποζημίωση υπαλλήλων φορέα ΚΤΕΛ". Το ΠΔ αυτό, πριν από το οποίο είχαν εκδοθεί το β.δ 235/1968 και τα ΠΔ 257/1989 και 133/1991 με το ίδιο περίπου περιεχόμενο και ρυθμίσεις ανάλογες, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως του άρθρου 21 παρ.2 και 3 του προαναφερθέντος ν.δ. 102/1973 και μέσα στα όρια αυτής θεσπίστηκαν με τις άνω διατάξεις του περιοριστικοί λόγοι απολύσεως των οδηγών.

Κατά τις διατάξεις αυτές στις δύο (β' και γ') περιπτώσεις της παρ.6 του άρθρου 2 αυτού ο απολυόμενος οδηγός εντάσσεται αυτόματα στη δύναμη του ΚΤΕΛ, στο οποίο ανήκει το λεωφορείο από το οποίο απολύθηκε, κατά του οποίου και αποκτά αντίστοιχη αξίωση, εφόσον ο οδηγός έχει υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας του και έχει προϋπηρεσία τουλάχιστον 5 ετών στον ίδιο ιδιοκτήτη λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ.

Η ελάχιστη αυτή 5ετής προϋπηρεσία στον ίδιο ιδιοκτήτη δυνατόν να διανύθηκε και σε προηγούμενους από τον απολύσαντα ιδιοκτήτες του λεωφορείου, τους οποίους διαδέχθηκε ο τελευταίος με τη μεταβίβαση του λεωφορείου, με την οποία επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη που σύμφωνα με τη διάταξη 6 του ν.2112/1920 δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του εργαζομένου από τη σύμβαση εργασίας, που θεωρείται ότι συνεχίζεται υπό τους αυτούς όρους και συνθήκες.

Περαιτέρω, κατά τις ίδιες διατάξεις, τη δικαιούμενη από τον απολυόμενο οδηγό υπό τις άνω προϋποθέσεις αποζημίωση του ν. 2112/20 καταβάλλει ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου στον αρμόδιο προς αποζημίωση υπαλλήλων φορέα του ΚΤΕΛ. Από την εν λόγω όμως διάταξη δεν προβλέπεται ακυρότητα της καταγγελίας σε περίπτωση μη προηγούμενης καταβολής της αποζημίωσης αυτής στον άνω φορέα, αλλά απλώς με αυτή θεμελιώνεται δικαίωμα του δικαιούχου φορέα να αξιώσει από τον εργοδότη-ιδιοκτήτη την σε αυτόν καταβολή αυτής, υποκαθισταμένου έτσι αυτού εκ του νόμου στο σχετικό δικαίωμα του απολυθέντος οδηγού.

Άλλωστε τέτοια ακυρότητα δεν θα εναρμονιζόταν με την καθιερούμενη από τις διατάξεις αυτές ρύθμιση για αυτόματη ένταξη στο ΚΤΕΛ του απολυθέντος οδηγού, που συγκέντρωνε τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις. Η δε γενομένη στις άνω διατάξεις επιφύλαξη εφαρμογής των οικείων διατάξεων του ν.2112/1920 και β.δ 16/18-7-1920 και ν.3198/55 αφορά τις διατάξεις εκείνες που δεν αναφέρονται στο ειδικώς ρυθμιζόμενο αυτό θέμα του κύρους της καταγγελίας εκ του άνω λόγου.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, με την οποία ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας", προκύπτει ότι ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης με τη θέσπιση αυτής, έγκειται στην ανάγκη άρσεως κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, καθώς και στην ανάγκη εκκαθαρίσεως, μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα, των αξιώσεων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία για να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες για τον εργοδότη συνέπειες Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία, με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίστανται, με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, είτε με την προβολή σχετικής ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και με την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται είτε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του εργοδότη προς διασφάλιση των αξιώσεων του εργαζομένου για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, είτε να υποχρεωθεί ο εργοδότης να δέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του εργαζομένου, ενόψει του ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν περιέχει δικαστική άσκηση της αξιώσεως και δεν εισάγει προς οριστική διάγνωση τη διαφορά, ώστε με την άσκησή της να αίρεται η αβεβαιότητα σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, έστω και αν στην εν λόγω αίτηση ενσωματώνεται και η κυρία αγωγή, αφού με τον τρόπο αυτόν η αγωγή αποτελεί περιεχόμενο της αιτήσεως και όχι αυτοτελές δικόγραφο η δε επίδοση της αιτήσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις επιδόσεως και της αγωγής ώστε να θεωρείται η τελευταία ως ασκηθείσα.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίστηκε κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι την 1-3-1998 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους συνιδιοκτήτες λεωφορείου που είναι ενταγμένο στο ΚΤΕΛ ..., ως οδηγός τούτου και ότι ο αναιρεσίβλητος νέος συνιδιοκτήτης που αγόρασε το 50% του λεωφορείου στις 2-3-2004 κατήγγειλε τη σύμβαση προκειμένου να αναλάβει αυτός την οδήγηση του λεωφορείου εκ περιτροπής με τον ίδιο.

Ζήτησε δε κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής επειδή η καταγγελία για τον ως άνω λόγο είναι άκυρη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να του καταβάλει 11.815,43 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, επικουρικά δε για την περίπτωση εγκυρότητας της καταγγελίας να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να του καταβάλει 7.658,98 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.

Η αγωγή αυτή ως προς την κύρια βάση της είναι απαράδεκτη για το λόγο ότι η καταγγελία της πιο πάνω σύμβασης εργασίας έγινε από τον αναιρεσίβλητο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή στις 2-3-2004 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε σ' αυτόν στις 26-11-2004. Αλλά και ως προς την επικουρική βάση της η αγωγή στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού το σχετικό δικαίωμα καταβολής αποζημίωσης δεν μπορεί να ασκηθεί από τον αναιρεσείοντα (οδηγό του λεωφορείου) αλλά από το ΚΤΕΛ, το οποίο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του και αναλαμβάνει πλέον την υποχρέωση να απασχολεί τον απολυόμενο οδηγό, τον οποίο εντάσσει στη δύναμη του εφόσον ο τελευταίος βέβαια συγκεντρώνει στο πρόσωπο του και τα λοιπά προσόντα που καθορίζονται στον κανονισμό του ΚΤΕΛ.

Η εκκαλούμενη άρα (πρωτόδικη απόφαση) δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα απορρίπτοντας την αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της ως απαράδεκτη, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία ως προς την επικουρική βάση την οποία αντικαθιστά με την παρούσα. Μα βάση δε τα παραπάνω απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο από καθαρά αναγνωστικό σφάλμα δεν απέδωσε το αληθινό νόημα του περιεχομένου του με αριθμό 113/2004 πρακτικού συμβιβασμού σύμφωνα με τους όρους του οποίου όφειλε να τον διατηρήσει στην εκ περιτροπής οδήγηση του αυτοκινήτου αν μη μέχρι τη συνταξιοδότηση του τουλάχιστον μέχρι την καταβολή της αποζημιώσεως του, την καταβολή της οποίας ετεροχρόνιζε δολίως μέχρι να παρέλθει η νόμιμη προθεσμία διεκδικήσεως της, ενώ το Εφετείο παρέλειψε να προβεί στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου το οποίο αν είχε πράξει θα δεχόταν χωρίς έρευνα την αγωγή του ως εμπρόθεσμη.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση είναι απαράδεκτος, αφού με την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, ενώ κατά το μέρος που προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε ότι εμποδίστηκε δολίως με κάποιο τρόπο από τον αναιρεσίβλητο να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή εντός της νόμιμης προθεσμίας και ως εκ τούτου το Εφετείο ουδόλως ασχολήθηκε με το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού.

Ειδικότερα σε σχέση με το εν λόγω συμφωνητικό ο αναιρεσείων αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής τα εξής: "Επειδή εγώ μπροστά στον κίνδυνο να μείνω μετά την απόλυση μου άνεργος, αφού το ΚΤΕΛ επικαλούμενο ακυρότητα της καταγγελίας αρνείται να με εντάξει στη δύναμη του και να διεκδικήσει αντ' εμού την νόμιμη αποζημίωση μου του ν. 2112/1920, υποχρεώθηκα να αποδεχθώ με το από 17 Μαρτίου 2004 ιδιωτικό συμφωνητικό-Πρακτικό συμβιβασμού σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, την εκ περιτροπής κυκλοφορία και οδήγηση του λεωφορείου, υπό τον όρο όμως της προηγούμενης εξασφάλισης των εργασιακών μου δικαιωμάτων ως οδηγού, δηλαδή της προηγούμενης απασχόλησης μου με την ένταξη μου στο ΚΤΕΛ ως οδηγού μέχρι τη συνταξιοδότηση μου και εφόσον προηγουμένως ο εναγόμενος κατέβαλε πλήρη αποζημίωση σύμφωνα με το ν.2112/1920.

Επειδή δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω όροι και προϋποθέσεις του ιδιωτικού συμφωνητικού αυτό δεν έχει πλέον καμία νομική ισχύ και δεν αποτελεί πλέον αποδεικτικό της εκ μέρους μου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μου, με εκ περιτροπής οδήγηση".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 97/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας και της 85/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ