459/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated459/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Full text
Απόφαση 459 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 459/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νομικό του Σύμβουλο Πασχάλη Κισσούδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: (αναφέρονται 20 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 16ου αναιρεσιβλήτου που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βερβεσό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1768/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7339/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ ορίζουν ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και ότι για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αν οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απουσιάζει ένας από αυτούς, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν αυτός έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ή κάποιον από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (Ολ.ΑΠ 2/1992).
Για να είναι δε νομότυπη η επίσπευση της συζητήσεως πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος χορήγησε στον υπογράφοντα την κλήση για συζήτηση δικηγόρο πληρεξουσιότητα κατά τους συστατικούς τύπους που ορίζονται από το άρθρο 96 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν δεν αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητα αυτή και δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως φέρονται ότι επιμελήθηκαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι δια του δικηγόρου Κωνσταντίνου Βερβεσού, κατά παραγγελία του οποίου επιδόθηκε στο αναιρεσείον αντίγραφο της αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Ο δικηγόρος αυτός όμως, που παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή για όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην του 16ου από αυτούς .... , δεν αποδεικνύει με τους συστατικούς τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ την πληρεξουσιότητά του και από τον αναιρεσίβλητο αυτό, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στο προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 17.387/22-5-2006 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου .... , -με το οποίο δόθηκε πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο μόνο από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους,- ούτε παραστάθηκε στο ακροατήριο για να τον διορίσει.
Επίσης, δεν προκύπτει ότι ο παραπάνω αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε με επιμέλεια των λοιπών αναιρεσίβλητων ή του αναιρεσείοντος που παραστάθηκαν νόμιμα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-3-2006 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 7339/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ