459/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-6-1999 και 11-5-2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2810/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5722/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουνίου 2004 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated459/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 42/2002).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 459 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 459/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 2. Ν. συζ. Κ. Σ., κατοίκου ..., 3. Μ. Κ. Σ., κατοίκου ..., 4 Ν. χήρας Μ. Σ., κατοίκου ... και 5. Ε. συζ. Μ. Σ., κατοίκου .... Οι 1ος και 2η εκ των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταθόπουλο, οι 3ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι η 4η αναιρεσείουσα (Ν. χήρα Μ. Σ.) απεβίωσε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-6-1999 και 11-5-2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2810/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5722/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουνίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από την προσκομιζόμενη με αριθμό ….5/19-5-2005 έκθεση επίδοσης της δικ. Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κατερίνης Ε. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήσης για συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ι.Ρ.. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του (576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη της το σχεδιάγραμμα ατυχήματος του ΤΟΤΑ από το οποίο κατά τους αναιρεσείοντες, αποδεικνύονται οι ουσιώδεις ισχυρισμοί τους ότι ο α'αναιρεσίβλητος κατά την αναφερόμενη ημεροχρονολογία:
α) οδηγούσε το αυτοκίνητό του στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λ. Π….. με κατεύθυνση από Π… προς Ο… και β) ενήργησε (απότομα) ελιγμό και πραγματοποίησε (ξαφνικά) στροφή από δεξιά προς αριστερά, για να εισέλθει στην οδό Σ…., χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να την πραγματοποιήσει χωρίς κίνδυνο για τον παραλλήλως και ομαλά βαίνοντα με το αριθμ. ...14 αυτοκίνητο, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου ρεύματος καθόδου της Λ..
Π…., Σ. Σ., με αποτέλεσμα να του αποκλείσει την πορεία και να τον εκτρέψει, επιρρίπτοντας τον στα κιγκλιδώματα του πεζοδρομίου επί της Λ.. Π… με άμεση συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του και το οποίο αποδεικτικό έγγραφο εάν ελάμβανε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα και θα έκανε δεκτή την έφεση (και την αγωγή) των αναιρεσειόντων.
Επίσης δεν αναφέρει η άνω απόφαση αν έλαβε υπόψη της και την υπ' αριθμ. 2185/2002 απόφαση του ποινικού Εφετείου με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος του θανάτου του Σ. Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από την ρητή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη εκτός άλλων, "όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αυτά της ποινικής δικογραφίας", σε συνδυασμό με τις παραδοχές της περί των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα, εκ των οποίων η 2185/2002 απόφαση του Ποινικού Εφετείου είχε προσκομισθεί σε απόσπασμα, όπως προκύπτει από τις σχετικές προτάσεις των αναιρεσειόντων στο Εφετείο.
ΙΙΙ.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκταση της δίκης ως αληθείς, χωρίς να έχει προσκομισθεί περί αυτών απόδειξη εκ μέρους του φέροντος το βάρος της αποδείξεως διαδίκου.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι ο θανατωθείς οδηγός ήταν υπαίτιος του ατυχήματος διότι δήθεν κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επικαλούμενος τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ.
και Σ., ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αποδείχθηκε η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός ενήργησε αλλαγή πορείας από τη μεσαία λωρίδα της Λ.. Π…ν προς την αριστερή και χτύπησε το αυτοκίνητο του Σ. Σ., ο οποίος κινήθηκε αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, όπως σαφώς καταθέτει ο μάρτυρας Σ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος αφού από το περιεχόμενο του προκύπτει ότι το Εφετείο το αποδεικτικό του πόρισμα περί των συνθηκών του ατυχήματος θεμελίωσε στο αποδεικτικό υλικό που προσκομίσθηκε (μάρτυρες).
Ο ίδιος λόγος είναι περαιτέρω απαράδεκτος και για το γεγονός ότι υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV.Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ ΑΠ 11/1996, 25/2003). Αντίθετα πράγματα δεν αποτελούν τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, το περιεχόμενο των οποίων το δικαστήριο εκτιμά χωρίς να υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η δε μη λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ ειδικότερα δε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα τις φωτογραφίες των συγκρουσθέντων οχημάτων που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες εκ των οποίων προκύπτουν, ως αντικειμενικά στοιχεία η τελική θέση του αυτοκινήτου του θύματος, τα σημεία συγκρούσεως των δυο αυτοκινήτων κλπ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
V.Από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και η οποία εφαρμόζεται κατ' άρθρο 681 Α του ίδιου Κώδικα και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα κλπ προκύπτει ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο αφενός λαμβάνει υπόψη προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αφετέρου δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με εξαίρεση την ομολογία και τα δημόσια έγγραφα ως προς την κατά τα άρθρα 438 και 439 ΚΠολΔ αποδεικτική τους δύναμη, αλλά το εκτιμά ελεύθερα κατά τον γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ. Εντεύθεν ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠοΛΔ διότι με το να δεχθεί ότι ο Σ. Σ.ς εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη στις καταθέσεις των μαρτύρων, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος της οδού προς την Ο…, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν αυτή έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά τ' ανωτέρω ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: Η οδός Π…. στη θέση διασταύρωσης με την οδό Σ…. αποτελείται από πέντε λωρίδες κυκλοφορίας συνολικού πλάτους 16,90 m. Από αυτές οι τέσσερις λωρίδες πλάτους 13,30 m αποτελούν το ρεύμα καθόδου προς την Ο… και διαχωρίζεται το ρεύμα αυτό από το αντίθετο, αυτό δηλαδή της ανόδου προς … που αποτελείται από μια λωρίδα κυκλοφορίας, με διπλή διαχωριστική γραμμή.
Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος καθόδου της οδού Π… επιτρέπει στους κινουμένους σ' αυτή να στρίψουν αριστερά την κάθετη οδό Σ…, όταν ο σηματοδότης που βρίσκεται στην οδό Π…, πριν τη διασταύρωση με την οδό Σ…, έχει πράσινη ένδειξη για τους κινουμένους ευθεία προς την Ο…. και κίτρινο παλλόμενο με μορφή βέλους για τα οχήματα, που κινούνται στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου, στο ρεύμα προς την Ο… και τα οποία με αριστερή στροφή πρόκειται να κινηθούν στην οδό Σ….
Την 26-7-1998 την 00:10 ώρα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Π…. στο ρεύμα της προς την Ο… κινείται το ...14 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγεί ο Σ. Σ.ς, ενώ μπροστά από το παραπάνω αυτοκίνητο κινείται το ...24 ΙΧΕ όχημα, που οδηγεί ο εναγόμενος Ι. Ρ. και το οποίο είναι ασφαλισμένο κατά το χρόνο αυτό στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "...
ΑΕ". Ο τελευταίος οδηγός είχε πρόθεση, να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, για να κινηθεί στην οδό Σ…. Ενώ λοιπόν αυτός είχε πάρει ελαφρή κλίση προς τα αριστερά, εφόσον οι σηματοδότες που ρυθμίζουν την κυκλοφορία στην οδό Π… είχαν πράσινη ένδειξη για τους κινουμένους προς Ο… και βέλος με παλλόμενο κίτρινο φως για τους οδηγούς που προτίθεντο να στρίψουν στην οδό Σ…, ο Σ.
Σ. επιτάχυνε με το όχημά του πραγματοποιώντας υπέρβαση του προπορευομένου οχήματος, που παρά την ύπαρξη διπλής διαχωριστικής γραμμής κινήθηκε αντικανονικά στο λεωφορειόδρομο, στο αντίθετο δηλαδή ρεύμα κυκλοφορίας και ενώ η λωρίδα αυτή επιτρέπει την κίνηση σ' αυτή μόνο λεωφορείων ή τρόλλεϋ, κατά τη στιγμή της επαναφοράς του οχήματός του προσέκρουσε με το πλάγιο δεξιό και πίσω μέρος του οχήματός του στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Ρ..
Στη συνέχεια το αυτοκίνητο του Σ., λόγω της αυξημένης ταχύτητας εκτράπηκε προς τα αριστερά και προσέκρουσε στα προστατευτικά κιγκλιδώματα του πεζοδρομίου στη γωνία των οδών Π… και Σ…. με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του Σ. Σ., γιου των δυο πρώτων, αδελφού του τρίτου, εγγονού της τέταρτης και συζύγου της αδελφής των εναγόντων.
Με τα δεδομένα αυτά αποκλειστικά υπαίτιος του παραπάνω ατυχήματος και του εξ αιτίας αυτού αποτελέσματος, που αναφέρθηκε, υπήρξε ο Σ. Σ.ς, διότι αυτός από αμέλειά του, έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός επιχείρησε υπέρβαση του προπορευομένου αυτοκινήτου του Ι. Ρ. από αριστερά, ενώ αυτός είχε αρχίσει να στρίβει και κινήθηκε, παρά την ύπαρξη διπλής διαχωριστικής γραμμής, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Π…, όπου απαγορεύεται η κίνηση οχημάτων, πλην των τρόλλεϋ και λεωφορείων, και έχοντας αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα, για να προλάβει να ολοκληρώσει την υπέρβαση, πριν ο προπορευόμενος οδηγός καταλάβει τη λωρίδα κυκλοφορίας που κινιόταν, προσέκρουσε κατά τη στιγμή της προσπάθειας επαναφοράς του αυτοκινήτου του, με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του στο αριστερό μέρος του ενεργούντος, εκείνη ακριβώς τη στιγμή αριστερή στροφή οχήματος του Ι.
Ρ.. Ο αγωγικός ισχυρισμός για την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της κίνησης των δυο εμπλακέντων στη σύγκρουση αυτοκινήτων σε θέση παράλληλη και ειδικότερα αυτού του Σ. Σ. στην αριστερή και του Ι. Ρ. στην επόμενη από αριστερά λωρίδα από την οποία το όχημα του τελευταίου επιχείρησε αριστερή στροφή αποκλείοντας την κίνηση του κανονικά κινουμένου αυτοκινήτου του Σ.
Σ.. Όμως ο ισχυρισμός αυτός αποδυναμώνεται εντελώς από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Χ. Κ. και Σ. Σ., οι οποίοι στις από 26-7-1999 προανακριτικές καταθέσεις τους αναφέρονται με σαφήνεια στα πραγματικά περιστατικά της κίνησης του οχήματος Σ. στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Αντίθετα δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε αμέλεια του εναγομένου οδηγού στην επέλευση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και ειδικότερα οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες ισχυρισμοί α) ότι το όχημα του Σ.
κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας διότι εμβολίστηκε από το όχημα του Ι. Ρ. β) ότι ο τελευταίος παρέλειψε να ειδοποιήσει τους κινουμένους πίσω από αυτόν οδηγούς με τη χρησιμοποίηση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης για την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά, ο μεν πρώτος, διότι αυτός προϋποθέτει κίνηση των δυο αυτοκινήτων παράλληλη, γεγονός που όπως αναφέρθηκε, δεν αποδείχτηκε, ο δε δεύτερος, διότι οι αυτόπτες μάρτυρες που αναφέρθηκαν δεν καταθέτουν για τυχόν παράλειψη του εναγομένου οδηγού, να χρησιμοποιήσει το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης.
Αλλά και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι ο Ι. Ρ. παρέλειψε να ειδοποιήσει τους επερχομένους οδηγούς για την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά με τη χρησιμοποίηση του δείκτη κατεύθυνσης και τότε η παράλειψή του αυτή θα βρισκόταν σε αιτιώδη συνάφεια με τυχόν επελθόν αποτέλεσμα στην περίπτωση που το κινούμενο πίσω από αυτόν αυτοκίνητο προσέκρουε στο πίσω μέρος του προπορευομένου οχήματος και όχι στην προκειμένη περίπτωση που η σύγκρουση πραγματοποιήθηκε από οδηγό που πραγματοποιούσε υπέρβαση από αριστερά, παρά την ύπαρξη διπλής διαχωριστικής γραμμής κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα και μάλιστα σε λεωφορειόδρομο.
Ούτε ήταν δυνατό οποιοσδήποτε μέσος συνετός οδηγός ν' αναμείνει υπέρβαση του ακολουθούντος το όχημά του αυτοκινήτου με τις συνθήκες που αναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των περί υπαιτιότητας για το συγκεκριμένο ατύχημα διατάξεων του νόμου.
Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, της ύπαρξης δηλαδή αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που υπό την επίκληση της άνω διάταξης πλήττει την υπό του Εφετείου αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού είναι κατά τ' ανωτέρω, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VII.Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει στο διατακτικό τις αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή την διάπλαση που έλαβε χώρα (Ολ ΑΠ 13/1995), όχι δε και όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες ή μεταξύ αυτών και του διατακτικού. Επομένως ο έκτος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της άνω διάταξης πλημμέλεια διότι ως εκτίθεται, περιέχει στο σκεπτικό της τις περιγραφόμενες αντιφάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμη
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από'1-6-2004 αίτηση των Κ. Σ. κλπ, για αναίρεση της 5722/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ