Legislator Case Law & Legislation
458/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling in copyright infringement case involving an employee's unauthorized conduct.

Case Number 458/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a copyright infringement case. The appellant argued that the employee's harmful behavior was not caused by his instructions, but by personal motives, yet the court found this claim inadmissible because it was not substantiated in the appeal documents. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument regarding the lack of causal link between an employee's instructions and their misconduct is inadmissible if not explicitly pleaded in the appeal documents.

Keywords

AI generated
copyright infringement employee liability causal link inadmissible appeal legal costs Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 458 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 458/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Νικολόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Μανιαδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 671/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4444/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από … αίτησή του και τους από … πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 4444/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος και α)αναγνώρισε την ύπαρξη δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του (αναιρεσιβλήτου) επί των αναφερομένων, μεταφρασμένων απ'αυτόν, έργων, β)υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να άρει την προσβολή επί των ανωτέρω έργων και να παραλείπει κάθε προσβολή στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσης παράλειψης, γ)υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 4.000 ευρώ νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δ)διέταξε την με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης σε δύο ημερήσιες εκδιδόμενες στην Αθήνα εφημερίδες με έξοδα του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από … πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 αριθ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτοί επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις …, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 3 και 12 παρ. 2 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων" προκύπτει ότι, οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου αποκτούν σ` αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, αφενός το δικαίωμα εκμετάλλευσης αυτού (περιουσιακό δικαίωμα) και αφετέρου το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού (ηθικό δικαίωμα) προς το έργο, όπως το τελευταίο (έργο) προσδιορίζεται λεπτομερώς στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του παραπάνω νόμου.

Ειδικότερα ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή και ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα (ΑΠ 455/2023, ΑΠ 484/2020, ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 509/2015). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω νόμου "Νοούνται επίσης ως έργα οι μεταφράσεις, οι διασκευές, οι προσαρμογές και οι άλλες μετατροπές έργων ή εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης, καθώς και οι συλλογές έργων ή συλλογές εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης ή απλών γεγονότων και στοιχείων, όπως οι εγκυκλοπαίδειες και οι ανθολογίες, εφόσον η επιλογή ή η διευθέτηση του περιεχομένου τους είναι πρωτότυπη.

Η προστασία των έργων της παρούσας παραγράφου γίνεται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων στα προϋπάρχοντα έργα, που χρησιμοποιήθηκαν ως αντικείμενο των μετατροπών ή των συλλογών". Με βάση την ανωτέρω διάταξη, η μετάφραση, ως παράγωγο έργο - αφού με αυτήν γίνεται μετατροπή, από άλλο πρωτότυπο, στο οποίο οφείλει την ύπαρξη της - παρέχει δικαιώματα στο μεταφραστή (ηθικό και περιουσιακό), σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 6 παρ. 2 του ν. 2121/1993, εφόσον είναι προϊόν προσωπικής ανθρώπινης δημιουργίας, διακρίνεται από την ατομικότητα του δημιουργού και εμφανίζει πρωτοτυπία ή "δημιουργικό ύψος", υπό την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας (ΑΠ 1306/2012).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2121/1993 "Ο δημιουργός ενός έργου είναι ο αρχικός δικαιούχος του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώματος επί του έργου". Η θεμελιώδης στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας αρχή του δημιουργού συνδέεται άμεσα και αποκλειστικά με τη δημιουργική πράξη, η οποία αποτελεί πράξη υλική, εξωτερική ή πραγματική.

Έννομη συνέπεια αυτής είναι η πρωτογενής κτήση της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, που έχει οικονομική αξία και είναι δεκτικό εκμετάλλευσης, εξασφαλίζει στο δημιουργό τη δυνατότητα να εκμεταλλευθεί το έργο του, αποκομίζοντας από αυτό οικονομικά ωφελήματα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 και 19 του ως άνω νόμου, το περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να μεταβιβασθεί μεταξύ ζώντων ή αιτία θανάτου, ενώ το ηθικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο μεταξύ ζώντων (ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 415/2018, ΑΠ 509/2015) και μόνο μετά το θάνατο του δημιουργού περιέρχεται στους κληρονόμους του (άρθρα 4 παρ. 3 και 12 του ν.2121/1993).

Η συναίνεση, όμως, του δημιουργού για πράξεις ή παραλείψεις, που αλλιώς θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού δικαιώματος, αποτελεί, κατά το άρθρο 16 του ως άνω νόμου, τρόπο άσκησης του δικαιώματος αυτού και δεσμεύει το δημιουργό. Με το άρθρο αυτό επιτρέπονται συμφωνίες, με τις οποίες περιορίζεται η άσκηση του ηθικού δικαιώματος, όπως η ανοχή πράξεων, που αποτελούν τρόπο άσκησής του ή ορισμένων εξουσιών, που πηγάζουν από αυτό, ενώ ο πυρήνας του δικαιώματος παραμένει πάντα απαραβίαστος (ΑΠ 1141/2023,ΑΠ 395/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ίδιου νόμου, ο δημιουργός του έργου μπορεί να καταρτίζει συμβάσεις, με τις οποίες αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο και αυτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει εξουσίες, που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα (συμβάσεις εκμετάλλευσης),ενώ κατά την παρ. 2. ο δημιουργός του έργου μπορεί να επιτρέπει σε κάποιον άλλον την άσκηση εξουσιών, που απορρέουν από το περιουσιακό του δικαίωμα (άδειες εκμετάλλευσης).Οι δε δικαιοπραξίες, που αφορούν είτε στη μεταβίβαση εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα και την ανάθεση ή την άδεια εκμετάλλευσης του έργου, είτε στην άσκηση του ηθικού δικαιώματος, είναι άκυρες, αν δεν καταρτισθούν εγγράφως.

Την ακυρότητα αυτή μπορεί να επικαλεσθεί μόνον ο πνευματικός δημιουργός (άρθ.14 του ν.2121/1993). Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση του τύπου επιφέρει ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών, η οποία, όμως, είναι σχετική, γιατί εναπόκειται στο δημιουργό να την επικαλεστεί, ενώ αναπτύσσουν πλήρη ενέργεια μέχρι να γίνει επίκληση της ακυρότητάς τους (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1065/2014).Έτσι εάν η δικαιοπραξία δεν έχει, παρά την επιταγή του άνω άρθρου, συνομολογηθεί εγγράφως, είναι άκυρη (ΑΚ 180) και επομένως ο δημιουργός διατηρεί τόσο το περιουσιακό, όσο και το ηθικό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας επί του έργου του (ΑΠ 711/2017,ΑΠ 1306/2012).

Περαιτέρω, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 15 του ως άνω ν. 2121/1993 ορίζει, ότι "Αν δεν καθορίζεται η διάρκεια της μεταβίβασης ή των συμβάσεων ή της άδειας εκμετάλλευσης και αν κάτι διάφορο δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, η διάρκεια αυτή θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια". Ως στοιχεία δε, που συνεκτιμώνται προς διαπίστωση της συνδρομής συναλλακτικής συνήθειας, ικανής να αποκλείσει την εφαρμογή του (ενδοτικού) κανόνα της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2121/1993, προτάσσονται τα ακόλουθα:

α) η ύπαρξη ή μη συνήθους διάρκειας των συμβάσεων (μεταβίβασης ή εκμετάλλευσης), που καταρτίζονται στο πλαίσιο του οικείου επαγγελματικού κλάδου, σε συνάρτηση με το είδος του υπό εκμετάλλευση έργου, β) το γενικότερο πλέγμα των σχέσεων και της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλόμενων (λ.χ. συνεργασία με μόνιμο ή περιουσιακό χαρακτήρα) και γ) οι ιδιαιτερότητες της συμφωνηθείσας εκμετάλλευσης, όπως η αναγνωρισιμότητα, η φήμη του δημιουργού, η έκταση της επένδυσης, το είδος και το ύψος της συμφωνημένης αμοιβής.

Στην περίπτωση, που δεν καθορίζεται στο συμβατικό κείμενο, ρητά ή κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης, η διάρκεια της σύμβασης μεταβίβασης περιουσιακών εξουσιών του πνευματικού δικαιώματος ή παροχής άδειας εκμετάλλευσης αυτών, προκρίνεται, κατά σύμπλευση με τη γενική αρχή προστασίας και εύνοιας του δημιουργού που διαπνέει το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, ευθέως η εφαρμογή του ειδικού συμπληρωματικού κανόνα (ενδοτικού δικαίου) της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2121/1993,χωρίς να προηγείται αυτής η κατ` άρθρο 173 και 200 ΑΚ εξηγητική και συμπληρωματική ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των μερών προς διαπίστωση κενού, σχετικά με τη χρονική διάρκεια της σύμβασης και, σε περίπτωση κατάγνωσης τέτοιου, η πλήρωσή του με τη συμπληρωματική ερμηνεία του άρθρου 200 ΑΚ.

Εξάλλου, στα παρακάτω άρθρα του ίδιου νόμου ορίζεται: 32. 1. Η αμοιβή, που οφείλει να καταβάλλει ο αντισυμβαλλόμενος στο δημιουργό για δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος ή εξουσιών από αυτό, την ανάθεση άδειας εκμετάλλευσης, συμφωνείται υποχρεωτικά σε ορισμένο ποσοστό, το ύψος του οποίου καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ των μερών .......". "33.1.

Η αμοιβή, που οφείλει να καταβάλει ο εκδότης έντυπης έκδοσης στο δημιουργό για την αναπαραγωγή και τη θέση σε κυκλοφορία του έργου ή αντιτύπων αυτού, συμφωνείται σε ορισμένο ποσοστό επί της λιανικής τιμής πώλησης όλων των πωλουμένων αντιτύπων. Όταν η σύμβαση έντυπης έκδοσης αφορά λογοτεχνικό έργο όπως διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα, δοκίμιο, κριτικό δοκίμιο, θεατρικό έργο, ταξιδιωτικό έργο, βιογραφία, που εκδίδεται στην πρωτότυπή του γλώσσα με τη μορφή βιβλίου, εξαιρουμένων των βιβλίων τσέπης, η αμοιβή που οφείλει να καταβάλλει ο εκδότης στο δημιουργό μετά την πώληση των χιλίων (1.000) αντιτύπων δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το 10% επί της τιμής λιανικής πώλησης όλων των πωλούμενων αντιτύπων. 2.

Κατ' εξαίρεση της προηγούμενης παραγράφου η αμοιβή του δημιουργού μπορεί να συμφωνηθεί σε ορισμένο ποσό στις εξής περιπτώσεις: α) συλλογικά έργα, β) εγκυκλοπαίδειες, λεξικά, ανθολογίες έργων τρίτων, γ) σχολικά βιβλία και βοηθήματα, δ) λευκώματα, ημερολόγια, ατζέντες, πρακτικοί οδηγοί, έντυπα παιχνίδια και εκπαιδευτικό υλικό όπως χάρτες, άτλαντες, ε) πρόλογοι, σχολιασμοί, εισαγωγές, παρουσιάσεις, στ) εικονογραφήσεις και φωτογραφικό υλικό έντυπων ειδήσεων, ζ) μη λογοτεχνικά εικονογραφημένα παιδικά βιβλία, η) πολυτελείς εκδόσεις περιορισμένου αριθμού εντύπων, θ) περιοδικά, εφημερίδες ... 6.

Η αμοιβή που οφείλει να καταβάλλει ο εκδότης έντυπης έκδοσης στο μεταφραστή ενός έργου για τη μετάφραση, την αναπαραγωγή και θέση σε κυκλοφορία του έργου, συμφωνείται σε ορισμένο ποσοστό επί της τιμής λιανικής πώλησης όλων των πωλούμενων αντιτύπων. Οι διατάξεις των παρ. 2, 4 και 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως". "39.

Συμφωνίες, που προβλέπουν ρυθμίσεις διαφορετικές ή ύψος αμοιβών χαμηλότερο από τα καθοριζόμενα με τα προηγούμενα άρθρα του παρόντος κεφαλαίου, είναι, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στο Νόμο, άκυρες κατά το μέτρο που περιέχουν ρήτρες δυσμενέστερες για τους δημιουργούς" (ΑΠ 1306/2012). Περαιτέρω, στο άρθρο 65 του ν. 2121/1993 προβλέπεται ένα πλέγμα αστικών κυρώσεων, που ισχύει ενιαία σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων, χωρίς ν` αποκλείεται η συμπληρωματική εφαρμογή του ΑΚ.

Ειδικότερα, η προσβολή απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος, όπως το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, συνιστά πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται υπαίτια, συνιστά αδικοπραξία, επειδή ενέχει αφ` εαυτής εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου. Δηλαδή, το γεγονός της επέμβασης δημιουργεί και την παράνομη πράξη κατ` άρθρο 914 ΑΚ και την ειδική διάταξη του άρθρου 65 του ν. 2121/1993.

Γενικά, ως παράνομη προσβολή ισχύει κάθε πράξη, που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές ή περιουσιακές) του δημιουργού και γίνεται χωρίς την άδειά του, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος, που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής και ο εναγόμενος προσβολέας που αρνείται την συνδρομή της προσβολής θα πρέπει να ισχυριστεί κατ'ένσταση και ν'αποδείξει τα γεγονότα, που αποκλείουν τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής (ΑΠ 484/2020, ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 415/2018, ΑΠ 919/2017, ΑΠ 509/2015, ΑΠ 1493/2009).

Σε περίπτωση προσβολής των ηθικών εξουσιών που παρέχει το δικαίωμα, ο δικαιούχος μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 και 2 του ν. 2121/1993 (και χωρίς επικουρική εφαρμογή των άρθρων 57 και 60 του ΑΚ), να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, εφόσον δε η προσβολή έγινε υπαιτίως, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, επικαλούμενος και υποδεικνύοντας στην περίπτωση αυτή:

α) το γεγονός ότι είναι φορέας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, β) την πράξη προσβολής των ηθικών εξουσιών, γ) την υπαιτιότητα του δράστη και δ) την έκταση της ηθικής ζημίας, η οποία είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα της προσβολής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βούλησης των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του νοήματος αυτής (δήλωσης βούλησης) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 426/2010), είτε προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 603/2017).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1289/2022,ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011).Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 130/2009).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1266/2011). 3.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, Χ. Τ., ήδη αναιρεσίβλητος, είναι πολιτικός μηχανικός, απόφοιτος του Ε. Μ. Π. και κατά τα έτη … ολοκλήρωσε μεταπτυχιακό πρόγραμμα (D. d ‘E. A.) στη φιλοσοφία, στο πανεπιστήμιο της Γ.

P. I. - P. - S., με θέμα την έννοια του "Υ." στο έργο του Ι. Κ. "Κ. της κριτικής ικανότητας" και δη ο τίτλος της μεταπτυχιακής εργασίας του ήταν L.: ‘I. i. E.. Τα τελευταία είκοσι έτη είναι μεταφραστής φιλοσοφικών κειμένων και, μεταξύ άλλων, έχει μεταφράσει και αποδώσει από την γερμανική στην ελληνική γλώσσα, τα εξής έργα του Γερμανού φιλοσόφου Ι.

Κ.: 1) Π. Π. Σ. Α. Τ. Ω. Κ. Τ. Υ., 2) Κ. Τ. Κ. Ι., 3) Η. Ε. Τ. Α. Μ. Σ. Φ., 4) Α. Α. Π. Α., 5) Λ., 6) Π. Μ. Α. Τ. Φ. Ε., 7) Η. Δ. M. T. E. και 8) Ο. Π. Τ. Μ. Σ. Γ. Α. Τ. Ε. Τ. L. Κ. T. W.. Οι μεταφράσεις των ανωτέρω έργων από τον ενάγοντα συνιστούν πρωτότυπα, υπό την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας, πνευματικά έργα, ίδια ή όμοια με τα οποία άλλοι, πλην αυτού, δημιουργοί, στηριζόμενοι στα ίδια δεδομένα και εφαρμόζοντας τους ίδιους μεταφραστικούς κανόνες κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα μπορούσαν να εκπονήσουν και ως εκ τούτου αποτελούν αντικείμενα δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ο εναγόμενος, Α. Κ., ήδη αναιρεσείων, είναι εκδότης και από το έτος … διατηρεί στο όνομά του ατομική επιχείρηση, η οποία χρησιμοποιεί τους εμπορικούς τίτλους "εκδόσεις P." και "εκδόσεις Ρ.", απασχολείτο δε σ' αυτήν μαζί με τον πατέρα του, Ε. Κ., ο οποίος είχε ιδρύσει την επιχείρηση (το 1984) και συνταξιοδοτήθηκε (ο Ε.

Κ.) το …. Ο ενάγων υπό την ιδιότητά του ως μεταφραστής συνεργάστηκε με τον εναγόμενο και συγκεκριμένα κατήρτισε με αυτόν προφορικά υποσχετικές αποκλειστικές συμβάσεις έντυπης έκδοσης των παραπάνω έργων του με σκοπό την εκμετάλλευσή τους (αναπαραγωγή, θέση σε κυκλοφορία και διανομή στο κοινό) με σχετικές συμβάσεις εκμετάλλευσης για καθένα από τα έργα αυτά, δυνάμει των οποίων παραχώρησε στον εναγόμενο το δικαίωμα να εκδώσει σε βιβλία τις μεταφράσεις των ως άνω έργων και να κυκλοφορήσει διανέμοντας αυτά στο κοινό μέσω του εκδοτικού οίκου του, από την πλευρά του δε ο εναγόμενος εκδότης ανέλαβε την υποχρέωση εκμεταλλευτεί τα εν λόγω έργα και να καταβάλει εφάπαξ αμοιβή στον ενάγοντα για την εκμετάλλευση αυτή.

Με τις συμβάσεις αυτές για κάθε έργο, που ήταν αποκλειστικές και εκκινούν από το έτος …, ουδόλως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ο τρόπος (μία ή περισσότερες εκδόσεις, αριθμός αντιτύπων της έκδοσης) και η χρονική διάρκεια κάθε σύμβασης εκμετάλλευσης. Σε εκτέλεση των συμφωνιών αυτών ο ενάγων παρέδωσε τα εν λόγω μεταφρασμένα έργα του στον εναγόμενο, ο οποίος προέβη στην έκδοση αυτών και διανομή στο κοινό κατ' αποκλειστικότητα, τα έργα δε αυτά κυκλοφορούν στην αγορά με εκδόσεις, ορισμένα δε, κατά τα κατωτέρω, με συνεχείς επανεκδόσεις ανελλιπώς μέχρι σήμερα.

Ειδικότερα : 1) Γ. το έργο Π. Π. Σ. Α. Τ. Ω. Κ. Τ. Υ. η αρχική συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος … οπότε έλαβε χώρα από τον εναγόμενο η πρώτη έκδοση, ενώ αυτό επανεκδόθηκε από τον εναγόμενο σε δεύτερη, τρίτη και τέταρτη έκδοση τα έτη …, … και …, αντίστοιχα. 2) Για το έργο Κ. Τ. Κ. Ι. η αρχική συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος … οπότε, τον Οκτώβριο του έτους …, έλαβε χώρα η έκδοση από την εναγόμενο του πρώτου μέρους του έργου αυτού, ενώ τον Απρίλιο του έτους … έλαβε χώρα η έκδοση από τον εναγόμενο ολόκληρου του έργου και τον Νοέμβριο του έτους … η επανέκδοση αυτού από τον εναγόμενο.3) Για το έργο Η.

Ε. Τ. Α. Μ. Σ. Φ. η αρχική συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος … , οπότε τον Μάιο του έτους … έλαβε χώρα η πρώτη έκδοση από τον εναγόμενο, ενώ αυτό επανεκδόθηκε από τον τελευταίο σε δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση τον Οκτώβριο του έτους …. 4) Για το έργο Α. Α. Π. Α. η αρχική συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος …, οπότε τον Μάιο του έτους… έλαβε χώρα η πρώτη έκδοση από τον εναγόμενο, ενώ αυτό επανεκδόθηκε από τον τελευταίο σε δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση τον Ιούνιο του έτους …. 5) Για το έργο Λ.

η συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος …, οπότε τον Μάρτιο του έτους … έλαβε χώρα η πρώτη έκδοση αυτού από τον εναγόμενο. 6) Για το έργο Π. Μ. Α. Τ. Φ. Ε. η συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος … οπότε τον Δεκέμβριο του έτους … έλαβε χώρα η πρώτη έκδοση αυτού από τον εναγόμενο. 7) Για το έργο Η. Δ. M. T. E. η συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος …, οπότε το Μάιο του έτους … έλαβε χώρα η πρώτη έκδοση αυτού από τον εναγόμενο. 8) Για το έργο Ο.

Π. Τ. Μ. Σ. Γ. Α. Τ. Ε. Τ. L. Κ. T. W. η συμφωνία των διαδίκων συνήφθη το έτος …, οπότε τον Νοέμβριο του έτους … έλαβε χώρα η πρώτη έκδοση αυτού από τον εναγόμενο. Σχετικά με την εφάπαξ αμοιβή του ενάγοντος, που του καταβαλλόταν μετά την ολοκλήρωση και παράδοση κάθε μεταφρασμένου έργου του, αποδείχθηκε ότι αυτή είχε καθοριστεί από τον εναγόμενο με βάση έναν τύπο (130 ευρώ το 16σέλιδο υπολογιζόμενο με βάση σελίδα των 2.200 χαρακτήρων), με τον οποίο πλήρωνε και άλλους συνεργάτες του, τον οποίο είχε αποδεχθεί ο ενάγων.

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε, με βάση τα προσκομιζόμενα έγγραφα με ημεροχρονολογίες …, …, … και …, τα οποία χαρακτηρίζονται ως "τίτλος κτήσης", ότι ο ενάγων έλαβε εφάπαξ αμοιβή για το έργο του Λ., εφαρμόζοντας τον παραπάνω τύπο, καθαρά το ποσό των [1.300 ευρώ μείον φόρος 260 ευρώ μείον χαρτόσημο-ΟΓΑ χαρτ. 46,80] 993,20 ευρώ, για το έργο του Π.

Μ. Α. Τ. Φ. Ε., καθαρά το ποσό των [1.140 ευρώ μείον φόρος 228 ευρώ μείον χαρτόσημο- ΟΓΑ χαρτ. 41,04 ευρώ=] 870,96 ευρώ, για το έργο του Η. Δ. M. T. E., καθαρά το ποσό των [746 ευρώ μείον φόρος 149,20 ευρώ μείον χαρτόσημο- ΟΓΑ. χαρτ. 26,86 ευρώ =] 569,94 ευρώ και για το έργο του Ο. Π. Τ. Μ. Σ. Γ. Α. Τ. Ε. T. L. Κ. Τ. W. καθαρά το ποσό των [972 ευρώ μείον φόρος 194,40 ευρώ μείον χαρτόσημο- ΟΓΑ χαρτ. 34,99 ευρώ =] 742,61 ευρώ.

Ωστόσο αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται όταν το έτος …ο εναγόμενος προσέβαλε κατάφωρα το ηθικό δικαίωμα του ενάγοντος και δη ως προς την εξουσία που αφορούσε τον τρόπο παρουσίασης αυτού στο κοινό σχετικά με το έργο του Κ. Τ. Κ. Ι.. Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του έτους … ο εκδοτικός οίκος του εναγόμενου κυκλοφόρησε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, το οποίο τυπώθηκε σε τρεις χιλιάδες αντίτυπα και διανεμήθηκε με σκοπό την προώθηση της σειράς "Φ.

Β." των εκδόσεων Ρ., σειρά την οποία διηύθυνε ο, επίσης συνεργάτης του εκδοτικού οίκου, Δ. Υ., προστηθείς του εναγόμενου, ο οποίος συνέταξε και τα κείμενα του φυλλαδίου. Στη σειρά αυτή συμπεριελήφθη και το έργο του ενάγοντος Κ. Τ. Κ. Ι.. Πλην όμως ο ως άνω προστηθείς του εναγόμενου, από βαρύτατη αμέλειά του, και δη επιδεικνύοντας συμπεριφορά που αποτελεί σημαντική παρέκκλιση από του μέσου επιμελούς ανθρώπου, ασυνήθη, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία για τα παράνομα σε βάρος του ενάγοντος αποτελέσματά της, αν και γνώστης του αντικειμένου, προέβη σε παρουσίαση του ως άνω έργου του ενάγοντος στα επίμαχα διαφημιστικά φυλλάδια μεταβάλλοντας εντελώς αυθαίρετα, παράνομα και εν αγνοία του ενάγοντος την απόδοση ουσιώδους φιλοσοφικής έννοιας, που υπήρξε και το θέμα των μεταπτυχιακών σπουδών του, το ομώνυμο κεφάλαιο της οποίας καταλαμβάνει το ένα τέταρτο του έργου αυτού ενώ επίσης αποτελεί μέρος του τίτλου ενός εκ των ανωτέρω οκτώ βιβλίων.

Πλέον συγκεκριμένα στον ως άνω κατάλογο εκδόσεων και στην παρουσίαση του εν λόγω έργου του ενάγοντος, ο εναγόμενος δια του πιο πάνω προστηθέντος του επέλεξε να παρουσιάσει αυτό με τον όρο "Υ." σε αντικατάσταση του όρου "Υ." που είχε περιλάβει ο ενάγων. Τούτο δεν αποτελούσε απλά μια "λέξη" , όπως προσπαθεί να το υποβαθμίσει ο εναγόμενος και οι εξετασθέντες με επιμέλεια αυτού μάρτυρες, αλλά αποτελεί βαρύτατη προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος και ευθεία μείωση και απαξίωση του έργου του και ανέτρεπε ευθέως τη δική του φιλοσοφική προσέγγιση του όρου αυτού σε σχέση με άλλες μεταφράσεις.

Πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την παρουσίαση του ως άνω έργου του ενάγοντος, από την πρώτη του έκδοση, η εν λόγω μεταφραστική επιλογή της ως άνω επίμαχης έννοιας αποτέλεσε αντικείμενο έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης και για το ίδιο έργο κυκλοφορεί από το έτος … μία δεύτερη μετάφραση, όπου, μεταξύ άλλων διαφορετικών προσεγγίσεων, αποδίδεται διαφορετικά νοηματικά η έννοια αυτή, ενώ ο διάλογος αυτός συνεχίζεται με διάφορες μορφές έως σήμερα, ιδίως στον πανεπιστημιακό χώρο, όπου οι μεταφράσεις αυτές επιλέγονται αμφότερες ως πανεπιστημιακά συγγράμματα.

Είναι χαρακτηριστικά αυτά που αναφέρει ο ανωτέρω Δ. Υ. στη δοθείσα ένορκη βεβαίωση, επιχειρηματολογώντας υπέρ του όρου "Υ.", θεωρώντας ότι αυτός ο γερμανικός όρος είναι καθολικά γνωστός σε όσους ασχολούνται με την φιλοσοφία και ότι οι κορυφαίοι μελετητές της φιλοσοφίας του Κ. στην Ελλάδα χρησιμοποιούν την απόδοση "το Υ.", όπως λ.χ.

ο καθηγητής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου …, Κ. Α., ο πλέον έγκυρος (όπως τον χαρακτηρίζει ο μάρτυρας) μεταφραστής και μελετητής του Κ. στην Ελλάδα, περιστατικά που επιτείνουν την προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος, εφόσον η επιλογή έγινε ενσυνείδητα και καταδεικνύουν απαξίωση του έργου του ενάγοντος.

Έτσι, η κατά την παρουσίαση του έργου του ενάγοντος αντικατάσταση εκ μέρους του εναγόμενου δια του προστηθέντος του του όρου "Υ.", που είχε επιλέξει ο ενάγων στη μετάφραση του ως άνω βιβλίου του, με τον όρο "Υ.", ήτοι με τον όρο της άλλης μετάφρασης, με την οποία, ως καλώς γνώριζε ο εναγόμενος, ο ενάγων διαφωνούσε ριζικά, ήταν αυθαίρετη εκ μέρους του εναγόμενου και έλαβε χώρα χωρίς ο ενάγων να ενημερωθεί σχετικά και φυσικά, χωρίς ουδέποτε να συναινέσει προς τούτο, και αποτελεί παράνομη και υπαίτια από βαρύτατη αμέλεια προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος επί του έργου του αυτού.

Όταν ο ενάγων έλαβε τυχαία γνώση της ως άνω ενέργειας του εναγόμενου διαμαρτυρήθηκε έντονα ζητώντας να αποσυρθεί ο ως άνω κατάλογος και να εκτυπωθεί νέος που θα αποδίδει τη μετάφραση του έργου του με τον δικό του όρο "Υ.", πλην όμως ο εναγόμενος, προφασιζόμενος ότι αυτό θα συνεπαγόταν μεγάλο οικονομικό κόστος για τον ίδιο, δεν συμμορφώθηκε στην απαίτηση του ενάγοντος και τελικά διένειμε όλα τα αντίτυπα του καταλόγου ως είχαν.

Το ως άνω γεγονός προκάλεσε τις πρώτες ρήξεις στις σχέσεις των διαδίκων, ενώ εντός του έτους … ο ενάγων άρχισε να αιτείται από τον εναγόμενο να υπογράφει μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση που να διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις στο μέλλον και να επαναπροσδιορίζει τα δικαιώματά του για το εφεξής διάστημα προβλεπόμενα στο ν. 2121/1993.

Ο εναγόμενος τον διαβεβαίωνε και τον καθησύχαζε ότι θα επαναπροσδιορίσουν τη μεταξύ τους συνεργασία με νέους όρους συνάπτοντας έγγραφη σύμβαση, με αποτέλεσμα ο ενάγων, εμπιστευόμενος τον εναγόμενο με τον οποίον κατά τα άνω είχε πολυετή συνεργασία, να συνάψει με αυτόν και την τελευταία προφορική σύμβαση εκμετάλλευσης του τελευταίου του έργου Ο.

Π. Τ. Μ. Σ. Γ. Α. Τ. Ε. T. L. Κ. T. W., το οποίο, ως προεκτέθηκε, εκδόθηκε από τον εναγόμενο τον Νοέμβριο του έτους … με την προϋπόθεση ότι άμεσα θα συναπτόταν μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση που θα ρύθμιζε πλέον τη μεταξύ τους μελλοντική συνεργασία. Ωστόσο ο εναγόμενος, παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις του προς τον ενάγοντα, μετά την έκδοση του ως άνω τελευταίου βιβλίου αυτού, δεν προσερχόταν σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με αυτόν, επιθυμώντας να εκμεταλλεύεται τα δικαιώματα του ενάγοντος επί των ως άνω έργων του και στο μέλλον με το καθεστώς που ίσχυε έως εκείνη τη στιγμή.

Το γεγονός αυτό ενόχλησε τον ενάγοντα κλονίζοντας ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη του προς εναγόμενο, οπότε και για το λόγο αυτό στις … απέστειλε σ' αυτόν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ένα σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού προκειμένου να υπογράφει εκ μέρους αμφοτέρων και να αποτελέσει τη βάση της μεταξύ τους μελλοντικής συνεργασίας.

Στο σχέδιο αυτό αναγράφονταν και τα εξής "... Ο Μεταφραστής έχει μεταφράσει και αποδώσει στα Ελληνικά τα παρακάτω έργα του Ι. Κ. : 1)... 2)... 3)... 4)... 5) ... 6)... 7).... 8).... Ο Εκδότης αναγνωρίζει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας του Μεταφραστή επί της μετάφρασης και απόδοσης των ως άνω έργων, το οποίο παραμένει στον Μεταφραστή.

Ο Μεταφραστής έχει μέχρι σήμερα παραχωρήσει στον Εκδότη το δικαίωμα δημοσίευσης και πώλησης των παραπάνω μεταφρασμένων έργων του Κ., και για την παραχώρηση αυτή έχει λάβει τη δέουσα αμοιβή. Για κάθε περαιτέρω επανέκδοση- ανατύπωση των έργων αυτών θα πρέπει να υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του Μεταφραστή". Στην προσπάθεια του ενάγοντος αφενός να μην διαρρηχθούν οι σχέσεις τους και αφετέρου, όμως, να ξεκινήσει για το εφεξής διάστημα μία νέα συνεργασία με τον εναγόμενο που να κατοχυρώνει εγγράφως και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 2121/1993 τα πνευματικά δικαιώματά του επί των έργων του, αυτός (ενάγων) αιτείτο τη ρύθμιση των μεταξύ τους σχέσεων μόνο για το μέλλον χωρίς να διατηρεί επιφυλάξεις για το παρελθόν διάστημα και χωρίς να επιθυμεί να ανατρέξει την μέχρι τότε υπάρχουσα κατάσταση, πλην όμως ο εναγόμενος ουδόλως προσήλθε προς υπογραφή του άνω συμφωνητικού, παρά τις υποσχέσεις του καθώς και το γεγονός ότι αυτό δεν έθιγε τα έως τότε δικαιώματά του, ενώ δεν αντιπρότεινε στον ενάγοντα την υπογραφή μιας άλλης συμφωνίας που να εμπεριέχει άλλους όρους.

Έτσι, αντιλαμβανόμενος πλέον ο ενάγων ότι ο εναγόμενος δεν προτίθεται να συμφωνήσει στη σύναψη μεταξύ τους έγγραφης σύμβασης που θα διασφάλιζε για το μέλλον τα δικαιώματά του επί των έργων του, ως προς τον τρόπο και τον χρόνο εκμετάλλευσης αυτών από τον εναγόμενο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ν. 2121/1993, του απέστειλε την … ...την από … εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση- δήλωση, με την οποία τον μεμφόταν για καταχρηστική εκμετάλλευση των έργων του χωρίς την υπογραφή έγγραφης σύμβασης, χωρίς ενημέρωσή του σχετικά με τις πωλήσεις, τις συνθήκες παρουσίασης των έργων, τη διάρκεια και τον τρόπο εκμετάλλευσης αυτών, αλλά και για την παρουσίασή τους στο κοινό που παραμόρφωναν το έργο του, μεταβάλλοντας αυθαίρετα την απόδοση ουσιωδών φιλοσοφικών όρων, αδιαφορώντας για την έντονη δυσαρέσκειά του και επιτείνοντας την καταχρηστική και προσβλητική συμπεριφορά, τον καλούσε δε εντός πέντε ημερών από την επίδοση του εξωδίκου να του γνωστοποιήσει στοιχεία από τις οικονομικές εκκαθαρίσεις και τον αριθμό των βιβλίων που βρίσκονται στην κατοχή του και να του παραδώσει τα αρχεία στοιχειοθεσίας/σελιδοποίησης και word, άλλως του δήλωνε ρητά ότι του απαγορεύει κάθε είδους εμπορική εκμετάλλευση των παραπάνω έργων του και σε διαφορετική περίπτωση θα προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια.

Σε απάντηση του ως άνω εξωδίκου ο εναγόμενος απέστειλε στον ενάγοντα την … ...την από … εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση-δήλωση, με την οποία του επισήμαινε την μακρόχρονη από το έτος … αρμονική συνεργασία τους, την έλλειψη οιουδήποτε παραπόνου εκ μέρους του (ενάγοντος), ότι η αμοιβή του ήταν συμφωνημένη υπολογιζόμενη ανά τυπογραφικό και ξεπερνούσε κατά πολύ τις αμοιβές της αγοράς, ότι γνώριζε τις πωλήσεις και την καταμέτρηση των βιβλίων (στοκ), ότι ουδέποτε υπήρξε αυθαίρετη απόδοση ουσιωδών φιλοσοφικών εννοιών, ότι τα αρχεία στοιχειοθεσίας/σελιδοποίησης ανήκουν σ' αυτόν (εναγόμενο) ενώ τα αρχεία word τα έχει και ο ίδιος (ο ενάγων) και τον καλούσε όπως εντός πέντε ημερών από την επίδοση του εξωδίκου να ανακαλέσει εγγράφως όσα αναφέρει στο ως άνω από … εξώδικό του και να προσέλθει σε συνάντηση προκειμένου να υπογράψουν ιδιωτικό συμφωνητικό συνέχισης της συνεργασίας τους.

Μετά την αποστολή της ως άνω εξώδικης δήλωσης του εναγόμενου έλαβαν χώρα δύο συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων μερών, οι οποίες ωστόσο, με υπαιτιότητα του εναγόμενου, δεν κατέληξαν σε εξώδικη επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Ακολούθως, παρά το γεγονός ότι οι μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε οποιαδήποτε συμφωνία και παρά το γεγονός ότι, κατά τα προεκτεθέντα, ο ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί εξωδίκως στον εναγόμενο απαγορεύοντάς του ρητά την οποιαδήποτε εκ μέρους του εμπορική εκμετάλλευση των ανωτέρω πνευματικών έργων του και κάθε χρήση αυτών που ανάγεται στη σφαίρα των περιουσιακών και ηθικών δικαιωμάτων του επ' αυτών, ο εναγόμενος εξακολουθούσε να προβαίνει στην κυκλοφορία και διανομή στο κοινό όλων των παραπάνω έργων του ενάγοντος προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τα περιουσιακά δικαιώματά του επί όλων των έργων.

Συναφώς προέβη, εν αγνοία του ενάγοντος και παρά την παραπάνω απαγόρευση, σε συμφωνία για τη διανομή, ως πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, δύο εκ των έργων του ενάγοντος και δη την Κ. Τ. Κ. Ι. και την Α. Α. Π. Α. για τα εαρινά εξάμηνα στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου … και του Ε. Κ. Π. Α.. ....Περαιτέρω, δοθέντος ότι ο εναγόμενος εξακολουθούσε, χωρίς την άδεια του ενάγοντος και παρά την απαγόρευση, να εκμεταλλεύεται όλα τα προαναφερόμενα έργα, τα οποία διέθετε προς πώληση, ο ενάγων άσκησε εναντίον του την από … ...

αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...και επί της οποίας εκδόθηκε η 5380/15.10.2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Με την απόφαση αυτή διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση όλων των βιβλίων που φέρουν την μετάφραση του ενάγοντος και των άνω οκτώ έργων του Ι.

Κ., τα οποία τελούσαν υπό την εκμετάλλευση και κατοχή του εναγόμενου, απαγορεύτηκε προσωρινά στον τελευταίο και σε κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα από αυτόν η εκτύπωση, ανατύπωση, έκδοση, πώληση, διανομή, θέση σε κυκλοφορία, διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο στο κοινό, καθώς και η εμπορική, διαφημιστική ή άλλη χρήση τους στο μέλλον, των μεταφράσεων του ενάγοντος επί των ίδιων οκτώ ως άνω έργων του Ι.

Κ., έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθησόμενης κατά τα άρθρα 693 του ΚΠολΔ και 64 παρ. 6 ν. 2121/1993 τακτικής αγωγής του ενάγοντος (εκεί αιτούντος) κατά του εναγόμενου (εκεί καθ' ου.... Σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση δυνάμει της υπ' αριθ. … συντηρητικής κατασχετήριας έκθεσης κινητών πραγμάτων (βιβλίων), του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Δ.

Δ., σύμφωνα με την οποία κατασχέθηκαν συντηρητικά (κατά τη σειρά που προαναφέρεται) 122 βιβλία του πρώτου έργου, 479 βιβλία του δεύτερου έργου, 280 βιβλία του τρίτου έργου, 421 βιβλία του τέταρτου έργου, 220 βιβλία του πέμπτου έργου, 476 βιβλία του έκτου έργου, 333 βιβλία του έβδομου έργου και 336 βιβλία του όγδοου έργου, τα οποία αφέθηκαν προς φύλαξη και μεσεγγύηση στον εναγόμενο.

Ο τελευταίος προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις προτάσεις του στο παρόν Δικαστήριο προς αντίκρουση της έφεσης τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι μεταξύ του ίδιου (εναγόμενου) και του ενάγοντος υπήρχε επαγγελματική σχέση από το έτος … που συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι και τις …, η οποία συνίστατο στη συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ τους για τη μετάφραση των έργων του Κ.

και στην έναντι της μετάφρασης και της άδειας εκμετάλλευσης (αναπαραγωγή, θέση σε κυκλοφορία και διανομή στο κοινό) των μεταφράσεων που του παραχωρούσε ο ενάγων αμοιβή του τελευταίου, η οποία (αμοιβή) συμφωνήθηκε κατά τρόπο που συνέφερε τον ενάγοντα και την οποία εισέπραττε κανονικά. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την εκμετάλλευση των πνευματικών δημιουργημάτων του ενάγοντος, εκτιμώμενος ως ένσταση εκ του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 2121/1993, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, εφόσον αρνείται τη συνδρομή της προσβολής στο απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της καθ' υποφορά προτεινόμενης με την ένδικη αγωγή αντένστασης του ενάγοντος περί ακυρότητας των μεταξύ αυτού και του εναγόμενου συναφθεισών προφορικών συμβάσεων, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου (άρθρο 14 του ν. 2121/1993), καθόσον, όπως προεκτέθηκε, υπήρχαν μεν προφορικές υποσχετικές συμφωνίες (χωρίς ειδικότερη αναφορά στον τρόπο εκμετάλλευσης και την χρονική διάρκεια αυτών) μεταξύ των διαδίκων περί εκμετάλλευσης των ως άνω μεταφράσεων του ενάγοντος, πλην όμως ενόψει του ότι ουδέποτε συνήφθησαν μεταξύ τους έγγραφες συμβάσεις εκμετάλλευσης, με τις οποίες ο τελευταίος να του παραχωρεί το δικαίωμα να εκδώσει σε βιβλία τις μεταφράσεις των ως άνω έργων και να κυκλοφορήσει αυτά μέσω του δικού του εκδοτικού οίκου, οι προφορικές μεταξύ τους συμβάσεις, που αφορούν το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας του ενάγοντος δημιουργού, λόγω μη τήρησης του έγγραφου συστατικού τύπου, ήταν άκυρες (ΑΚ 180), και επομένως ο ενάγων δημιουργός διατηρεί τόσο το περιουσιακό όσο και το ηθικό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας επί των έργων του, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, και κατά συνέπεια η εμπορική εκμετάλλευση που εξακολουθεί να κάνει ο εναγόμενος λαμβάνει χώρα χωρίς την άδεια του δικαιούχου και είναι παράνομη.....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγόμενου, και δη την υπαίτια προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος κατά την παρουσίαση του έργου του Κ.

Τ. Κ. Ι. στο κοινό, ο ενάγων υπέστη αναμφίβολα ηθική βλάβη, και ως εκ τούτου δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, ώστε να του παρασχεθεί ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση, η οποία, ενόψει των συνθηκών τέλεσης της πράξης, της προσβολής του ηθικού του δικαιώματος επί του επίδικου έργου, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του προστηθέντος του εναγόμενου στην πρόκληση αυτής, της ηθικής μείωσης του ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητας ως γενικής νομικής αρχής και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 4.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που φέρεται προς κρίση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις που προεκτέθηκαν, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά τους βάσιμους περί τούτου πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο κατά το πρώτο σκέλος λόγους, καθώς και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, που κατατείνουν όλοι σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχτηκε αυτήν και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και α)αναγνώρισε την ύπαρξη δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του (αναιρεσιβλήτου) επί των αναφερομένων, μεταφρασμένων απ'αυτόν, έργων, β)υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να άρει την προσβολή επί των ανωτέρω έργων και να παραλείπει κάθε προσβολή στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσης παράλειψης, γ)υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 4.000 ευρώ νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δ)διέταξε την με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης σε δύο ημερήσιες εκδιδόμενες στην Αθήνα εφημερίδες με έξοδα του αναιρεσείοντος.

4.Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σ'αυτούς, παρά την έμμεση πλην σαφή διαπίστωση κενού στις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων προφορικές συμβάσεις αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης, την χρονική διάρκεια αυτών και το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής, του αναιρεσιβλήτου.

Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή ασάφεια στις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις έντυπης εκδόσεως των έργων του αναιρεσιβλήτου, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών, με το να δεχθεί ότι: α) ο αναιρεσίβλητος με τις επίδικες συμβάσεις παραχώρησε στον αναιρεσείοντα το δικαίωμα να εκδώσει σε βιβλία τις μεταφράσεις των έργων του και να κυκλοφορήσει, διανέμοντας αυτά στο κοινό, μέσω του εκδοτικού οίκου του, καταβάλλοντας στον αναιρεσίβλητο εφάπαξ αμοιβή γι'αυτή την εκμετάλλευση, χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο αριθμός των εκδόσεων και αντιτύπων και η χρονική διάρκεια κάθε σύμβασης εκμεταλλεύσεως, β) σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε τα μεταφρασμένα έργα του στον αναιρεσείοντα, ο οποίος προέβη στην έκδοση αυτών και διανομή στο κοινό κατ'αποκλειστικότητα, ορισμένα δε από τα έργα κυκλοφορούν στην αγορά με συνεχείς επανεκδόσεις ανελλιπώς από το …μέχρι σήμερα, γ) η εφάπαξ αμοιβή του αναιρεσιβλήτου που του καταβαλλόταν μετά την ολοκλήρωση και παράδοση κάθε μεταφρασμένου έργου του, είχε καθορισθεί από τον αναιρεσείοντα σε 130 ευρώ το 16σέλιδο,υπολογιζόμενο με βάση σελίδα των 2.200 χαρακτήρων, τον οποίο είχε αποδεχθεί ο αναιρεσίβλητος.

Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των ως άνω προφορικών συμβάσεων προκύπτει και από το ότι δεν κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός αυτών, ούτε χρησιμοποίησε ενδοιαστικές εκφράσεις. Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από τους συμφωνηθέντες από τους διαδίκους όρους που αποτέλεσαν περιεχόμενο των εν λόγω προφορικών συμβάσεων, με βάση τις οποίες αυτοί συνεργάστηκαν συνεχώς από το έτος …,χωρίς να δημιουργείται στο δικαστήριο καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι, αν το Εφετείο είχε εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επίκληση της ακυρότητας της μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος άκυρης συμβάσεως αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού είχαν προηγηθεί νέες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων για την έκδοση νέου βιβλίου του αναιρεσιβλήτου τον Ιούνιο και τον Νοέμβριο του …, δεν ιδρύει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, καθόσον η κρίση του Εφετείου περί ακυρότητας της συμβάσεως δεν συνιστά ερμηνεία αυτής και ως εκ τούτου η αιτίαση αυτή καθιστά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, απαράδεκτο.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο ως άνω λόγο της αναιρέσεως ότι, αν το Εφετείο είχε εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών θα είχε οδηγηθεί στην κρίση ότι η σύμβαση ήταν συνομολογημένη και λειτουργούσε προς το συμφέρον του αναιρεσιβλήτου, ότι εκτός από μία απλή εκδοτική σύμβαση, υπήρχε και προσωπική σχέση στενής φιλίας μεταξύ των διαδίκων, ότι ο χρόνος και ο τρόπος εκτελέσεως της συμβάσεως συνάδουν με την επαγγελματική σχέση που είχαν οι διάδικοι από το … και η συμφωνία του αναιρεσιβλήτου στο ζήτημα της αμοιβής έγινε κατά τρόπο που συνέφερε το ίδιο, ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων αρνήθηκε να προσέλθει στην σύναψη έγγραφης συμβάσεως μετά την αποστολή του από … εξωδίκου και ότι όλες οι συμφωνίες των διαδίκων αναφορικά με την εκμετάλλευση των πνευματικών δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου σε σχέση με τα ήδη εκτυπωθέντα βιβλία του που βρίσκονται στην κατοχή του αναιρεσείοντος ως εκδότη είναι απόρροια έγκυρης προφορικής συμβάσεως και όχι άκυρης λόγω μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου, αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς οι αιτιάσεις αυτές καθιστούν τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, απαράδεκτο.

5.Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.

ΑΠ 10/2012, Ολ. ΑΠ 8/2001,ΑΠ 711/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1618/2014).

6.Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι παρά το νόμο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος-εναγομένου περί της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίκλησης της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, καθώς και την ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του ηθικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...Ο εναγόμενος, προς απόκρουση της αντενστάσεως του ενάγοντος εκ του άρθρου 14 του ν. 2121/1993, προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι ότι η άσκηση του δικαιώματος επίκλησης της ακυρότητας της άτυπης άδειας εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος του ενάγοντος επί των επίδικων πνευματικών έργων του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του ενάγοντος υπάρχει εικοσαετής προφορική συνεργασία με κύρια χαρακτηριστικά την εφάπαξ αμοιβή του ενάγοντος μεταφραστή, στην οποία αυτός είχε πλήρως συμφωνήσει, ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής ουδέποτε ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για οποιοδήποτε θέμα και δη για την αμοιβή του ή την άδεια εκμετάλλευσης των έργων του, με χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Νοέμβριο του … συμφώνησε σε νέα συνεργασία για να εκδοθεί και το τελευταίο από αυτόν μεταφρασμένο βιβλίο, ότι η επί εικοσαετία συνεργασία τους, στην οποία έχει επενδύσει χρήματα και έχει καθορίσει και την επιχειρηματική δράση του μικρού εκδοτικού οίκου του, δοθέντος ότι μάλιστα για τέσσερα από τα έργα αυτά δεν έχει παρέλθει πενταετία από την πρώτη έκδοση ή την αναθεώρηση (του ενός), και την μέχρι το Δεκέμβριο … καλή συνεργασία χωρίς να εκφράσει καμία δυσαρέσκεια στα αποσταλέντα μεταξύ τους emails, δημιούργησε σ' αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν προτίθεται να ασκήσει τα δικαιώματά του λόγω της άτυπης μεταξύ τους σύμβασης, η δε μεταγενέστερη άσκησή τους προκαλεί ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες, ήτοι ακύρωση των συμφωνιών διανομής και πώλησης των βιβλίων και οικονομική ζημία ανερχόμενη τουλάχιστον στο ποσό των 22.000 ευρώ, από τα ευρισκόμενα στην κατοχή του βιβλία (στοκ), εκ του οποίου ποσό 11.000 ευρώ αποτελεί τη θετική ζημία για τα έξοδα εκτύπωσης και το ποσό των 11.000 ευρώ το διαφυγόν κέρδος.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι ορισμένος, καθόσον περιέχει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά και ορισμένο αίτημα, το οποίο περιέχεται ως γενικό στο τέλος των πρωτόδικων προτάσεών του, με το οποίο ζητείται η παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και η απόρριψη της αγωγής, ενώ η ένσταση αυτή μπορεί να προβληθεί και κατά του απολύτου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη.

Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ωστόσο, όπως εκτενώς έχει αναφερθεί παραπάνω, ήδη από το έτος …οι σχέσεις των διαδίκων είχαν κλονιστεί ενώ, ήδη εντός του έτους … και πριν τον Νοέμβριο του έτους …, οπότε ο ενάγων συναίνεσε στην έκδοση και εκμετάλλευση από τον εναγόμενο του τελευταίου βιβλίου του, ο ενάγων είχε εκδηλώσει επανειλημμένα και σαφώς προς τον εναγόμενο την πρόθεσή του σύμφωνα με την οποία η εφεξής συνεργασία τους να πραγματοποιηθεί κατόπιν υπογραφής μεταξύ τους έγγραφης σύμβασης που θα διασφάλιζε τα πνευματικά δικαιώματά του επί των έργων του σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ν. 2121/1993, χορήγησε δε ο ενάγων την συναίνεσή του για την έκδοση, τον Νοέμβριο του … του τελευταίου βιβλίου του πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου ότι άμεσα θα υπογραφόταν μεταξύ τους σχετική έγγραφη σύμβαση που θα επαναπροσδιόριζε τις μεταξύ τους σχέσεις για το μέλλον, ώστε η εκμετάλλευση των έργων του εκ μέρους του εναγόμενου να μην είναι ισόβια και να έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια με ρητές συμφωνίες ως προς τις επανεκδόσεις- ανατυπώσεις των έργων και του καθορισμού των όρων που θα λαμβάνουν χώρα αυτές με τη νόμιμη αμοιβή (άρθρο 33 παρ. 6 ν. 2121/1993), αίτημα σαφώς ερειδόμενο στο νόμο και απολύτως δίκαιο για έναν πνευματικό δημιουργό αν ληφθούν υπόψη οι παραπάνω αποδειχθείσες συνθήκες εκμετάλλευσης των έργων από τον εναγόμενο, όπως η χωρίς ειδική (έστω και προφορική) συμφωνία του χρόνου εκμετάλλευσης, η χωρίς ειδική (έστω και προφορική) συμφωνία του τρόπου εκμετάλλευσης των έργων (αριθμός εκδόσεων, αριθμός αντιτύπων), η μικρή εφάπαξ αμοιβή του ενάγοντος κατά την πρώτη έκδοση χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επανεκδόσεις.

Πλην όμως, ο εναγόμενος, αφού πέτυχε την συναίνεση του ενάγοντος για την έκδοση του τελευταίου βιβλίου του, τον Νοέμβριο του έτους …, στη συνέχεια δεν προσέτρεξε ουσιαστικά στην σύναψη έγγραφης σύμβασης, που θα κατοχύρωνε τα πνευματικά δικαιώματα του ενάγοντος, καθόσον επιθυμούσε να εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται αυτά στο διηνεκές χωρίς κανέναν έλεγχο.

Ακολούθως, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο εναγόμενος, συνεπεία της άσκησης του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, θα υποστεί υλική ζημία και δη τουλάχιστον 22.000 ευρώ, εκ των οποίων 11.000 ευρώ αποτελούν δαπάνες για την έκδοση των βιβλίων που ήδη έχει στην κατοχή του και 11.000 ευρώ τα αναμενόμενα κέρδη από την πώληση αυτών, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαχθής συνέπεια για αυτόν, ώστε να καταστήσει μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος κατά την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος που να αντίκειται στο δίκαιο και την ηθική, λαμβανομένου υπόψη ότι σταδιακά για κάθε έργο (όπως οι προφορικές συμφωνίες αναφέρονται παραπάνω) από το έτος … επί σειρά ετών ο εναγόμενος εκμεταλλεύεται κατ' αποκλειστικότητα τα πνευματικά έργα του ενάγοντος με συνεχείς εκδόσεις (όπως έχει αναφερθεί) χωρίς έλεγχο αυτών, γεγονός που του έχει αποφέρει κέρδη, που μπορούν να αντισταθμίσουν εν προκειμένω την όποια υλική ζημία του από την επίκληση του δικαιώματος από τον ενάγοντα, ενώ, είναι σημαντικό να επισημανθεί, ότι για τα πρώτα επτά έργα έχει ήδη παρέλθει από την πρώτη έκδοση κάθε έργου και η προβλεπόμενη από τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993 πενταετής διάρκεια της σύμβασης εκμετάλλευσης, εφόσον δεν καθορίζεται η διάρκεια της (απαιτούμενης έγκυρης/γραπτής) σύμβασης και δεν προκύπτει (και εν προκειμένω) κάτι διαφορετικό από τα συναλλακτικά ήθη, όσον αφορά δε το όγδοο κα τελευταίο έργο, όπως εκτενώς έχει αναφερθεί, η συναίνεση του ενάγοντος το Νοέμβριο του … δόθηκε ενόψει των υποσχέσεων του εναγόμενου για κατάρτιση έγγραφης σύμβασης.

Εξάλλου, η αδυναμία διανομής των έργων και η εξ αυτής επικαλούμενη ηθική βλάβη του εναγόμενου, αποτελεί αυτόθροη συνέπεια της προσβολής του περιουσιακού δικαιώματος του δημιουργού. Πέραν τούτων, υπό το φως των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο ως άνω υλικές συνέπειες, σταθμιζόμενες με τις αντίστοιχες συνέπειες που επέρχονται σε βάρος του ενάγοντος δικαιούχου, είναι ασφαλώς υποδεέστερες σε σχέση με αυτές που επέρχονται στο ενάγοντα δημιουργό από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του και δη την οριστική αποκοπή αυτού από τα πνευματικά έργα του, από άποψη κοινωνικής τάξης και ευρυθμίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του άρρηκτου προσωπικού δεσμού του ενάγοντος δημιουργού με κάθε έργο του, που είναι αποτέλεσμα τεράστιας προσπάθειας, πολλών ωρών και επί σειρά ετών έρευνας, επίπονης μελέτης και εργασίας, και της απόλυτης συνέπειας του για την παρουσίαση του βέλτιστου αποτελέσματος.

Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι από το έτος … ο ενάγων, μετά την προσβολή του ηθικού δικαιώματος του επί του έργου του Κ. Τ. Κ. Ι., άρχισε πλέον να νοιώθει ανασφάλεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος θα προβάλλει, θα εκμεταλλεύεται τα έργα του και θα παρουσιάζει αυτά στο κοινό, προς τούτο δε εξάντλησε κάθε τρόπο για εξώδικη επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, για την εξώδικη διασφάλιση των πνευματικών δικαιωμάτων επί των έργων του για το μέλλον, τα οποία ο εναγόμενος κατ' αποκλειστικότητα και με τους τρόπους που εκείνος αποφασίζει εκμεταλλεύεται επί σειρά ετών, χαρακτηριστικό δε είναι ότι με το από Δεκέμβριο … σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού ο ενάγων αιτήθηκε τον επαναπροσδιορισμό των μεταξύ τους σχέσεων για το μέλλον, χωρίς να επιθυμεί σε ανατροπή της μέχρι τότε δημιουργηθείσας κατάστασης, γεγονός που εντέλει δεν αποδέχθηκε ο εναγόμενος.

Άλλωστε, με την κατάρτιση εκδοτικής σύμβασης δημιουργείται μια σχέση ιδιάζουσας εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, έντονα προσωποπαγής, που απαρτίζεται από στοιχεία οικονομικά και προσωπικά και διέπεται από τις αρχές της αυξημένης εμπιστοσύνης, ο δε δημιουργός επιλέγει να απευθυνθεί σε συγκεκριμένο εκδότη αποβλέποντας στην επιμελή έκδοση του έργου του, που θα του αποφέρει οικονομική επιτυχία αλλά και ηθική δικαίωση, ενώ η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993 επιδιώκει να προστατεύσει τον δημιουργό από υπερβολικά μακροχρόνιες δεσμεύσεις του περιουσιακού του δικαιώματος, εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή του στην οικονομική αξιοποίηση του έργου του, παράλληλα, διασφαλίζει και τα συμφέροντα του εκδότη παρέχοντάς του ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να αποσβέσει τις επενδύσεις του.

Εν προκειμένω, τόσο με την προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος στο προμνημονευόμενο έργο του, όσο και από το ότι οι συμβάσεις έντυπης έκδοσης έχουν καταρτιστεί και λειτουργήσει χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και ο εναγόμενος εκδότης αρνείται πρόσκληση για τη σύναψη έγγραφης σύμβασης, έχει κλονιστεί η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που τους συνδέει, γεγονός το οποίο δημιουργεί, ενόψει της μορφής της σύμβασης ως απολύτως εμπιστευτικής, αφόρητο δεσμό για τον ενάγοντα, εφόσον - παρά την οριστική άρση της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ τους- δεν του δίδεται η δυνατότητα να αποδεσμευθεί και αποκόπτεται έτσι από τα έργα του για όλη τη διάρκεια του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του.

Τούτο δε σε συνδυασμό και με την μακρόχρονη εκμετάλλευση των έργων από τον εναγόμενο και των λοιπών ως άνω ειδικών περιστάσεων που αποδείχθηκαν δημιουργούν αίσθημα αδικίας σε βάρος του ενάγοντος δημιουργού και αντίκεινται στην έννοια της δικαιοσύνης. Συνακόλουθα, η συμπεριφορά του ενάγοντος σχετικά με τα πνευματικά του δικαιώματα και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε μέχρι και την άσκηση του ένδικου δικαιώματος με την επίκληση της ακυρότητας των άτυπων συμβάσεων εκμετάλλευσης των έργων του, αλλά και οι περιστάσεις που εκτίθενται ειδικότερα παραπάνω, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική και η συναφής προβληθείσα ένσταση από τον εναγόμενο εκ του άρθρου 281 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ακολούθως, όσον αφορά την προπεριγραφόμενη υπαίτια προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος επί του έργου του Κ. Τ. Κ. Ι., ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι σε κάθε περίπτωση ο ενάγων εντέλει έδωσε την συγκατάθεσή του στο ζήτημα αυτό που αφορούσε τον τρόπο παρουσίασης του εν λόγω έργου του στο κοινό, ισχυρισμός που είναι νόμιμος ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 2121/1993, και νόμιμα επαναφέρεται με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έχουν αποδειχθεί, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων όχι μόνο ουδέποτε συναίνεσε στον τρόπο παρουσίασης του ως άνω έργου του στο κοινό μέσω των διαφημιστικών φυλλαδίων, αλλά αντίθετα άμεσα διαμαρτυρήθηκε έντονα, μόλις έλαβε γνώση, και απαίτησε την απόσυρσή τους και την εκτύπωση νέων, κατά τα εκτεθέντα, την διαμαρτυρία του δε αυτή διατύπωνε και στην συνέχεια σε κάθε περίσταση, όπως με την αποστολή προς τον εναγόμενο του από … εξωδίκου.

Πλην όμως, ο εναγόμενος, αν και ως εκδότης είχε παρεπόμενη υποχρέωση πίστης απέναντι στον ενάγοντα δημιουργό, που συνίσταται στην ανάδειξη των ηθικών και περιουσιακών δικαιωμάτων του και στην αποφυγή κάθε πράξης ικανής να βλάψει τη φήμη του δημιουργού και τη διάδοση του έργου του και ικανής να υποβαθμίσει το κύρος και τη σοβαρότητα του έργου του, ουδέν έπραξε αλλά αντίθετα διένειμε τα διαφημιστικά φυλλάδια ως είχαν.

Ούτε άλλωστε, με βάση την γενική αρχή της καλής πίστης, η παρουσίαση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δικαίωμα του εναγόμενου και απαραίτητη για την οικονομική αξιοποίηση του έργου ή ασήμαντη προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος, καθόσον αφορούσε την μεταβολή της απόδοσης ουσιώδους φιλοσοφικής έννοιας, με την επιλογή μιας άλλης μετάφρασης (την οποία μάλιστα ο εναγόμενος και οι μάρτυρές του θεωρούν εγκυρότερη), επί της οποίας (φιλοσοφικής έννοιας) βασίζεται μεγάλο μέρος του έργου του και υφίσταται δημόσιος διάλογος, κατά τα προεκτεθέντα.

Ούτε άλλωστε μπορεί να εκτιμηθεί ως συναίνεση η κατά το Νοέμβριο … άτυπη συμφωνία των διαδίκων για την εκτύπωση και διανομή από τον εναγόμενο και του τελευταίου έργου του ενάγοντος, διότι η άτυπη συμφωνία αυτή έγινε υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες και με τις υποσχέσεις του εναγόμενου ότι θα στέρξει στην σύναψη έγγραφης σύμβασης.

Σύμφωνα δε με τα παραπάνω αποδειχθέντα ως ουσιαστικά αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος, που προέβαλε πρωτοδίκως ο εναγόμενος και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο...".Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείων, αφού πέτυχε τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου για την έκδοση του τελευταίου βιβλίου του τον Νοέμβριο του …,στη συνέχεια δεν προσήλθε στην σύναψη έγγραφης συμβάσεως που θα κατοχύρωνε τα πνευματικά δικαιώματα του αναιρεσιβλήτου, καθόσον επιθυμούσε να εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται αυτά στο διηνεκές χωρίς κανέναν έλεγχο, ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσείων, συνεπεία τη ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος θα υποστεί υλική ζημία τουλάχιστον 22.000 ευρώ, εκ των οποίων 11.000 ευρώ είναι οι δαπάνες για την έκδοση των βιβλίων που έχει στην κατοχή του και 11.000 ευρώ τα αναμενόμενα κέρδη από την πώλησή τους, το γεγονός αυτό δεν συνιστά επαχθή συνέπεια για τον αναιρεσείοντα, λαμβανομένου υπόψη ότι για κάθε έργο από το … επί σειρά ετών ο αναιρεσείων εκμεταλλεύεται κατ'αποκλειστικότητα τα πνευματικά έργα του αναιρεσιβλήτου με συνεχείς εκδόσεις, χωρίς έλεγχο αυτών, που του έχουν αποφέρει κέρδη, τα οποία μπορούν να αντισταθμίσουν την όποια υλική ζημία του από την άσκηση του ένδικού δικαιώματος, η δε αδυναμία διανομής των έργων και η εξ αυτής βλάβη του αναιρεσιβλήτου αποτελεί συνέπεια της προσβολής του περιουσιακού δικαιώματος του δημιουργού.

Επιπλέον οι ως άνω υλικές συνέπειες για τον αναιρεσείοντα, σταθμιζόμενες με τις αντίστοιχες συνέπειες που επέρχονται σε βάρος του αναιρεσιβλήτου είναι υποδεέστερες σε σχέση με αυτές που επέρχονται στον τελευταίο με την οριστική αποκοπή αυτού από τα πνευματικά έργα του, ενόψει του άρρηκτου προσωπικού δεσμού του ως δημιουργού με κάθε έργο του.

Περαιτέρω ο κλονισμός της ιδιαίτερης σχέσεως εμπιστοσύνης που συνέδεε τους διαδίκους, σε συνδυασμό με την μακρόχρονη εκμετάλλευση των έργων από τον αναιρεσείοντα και των λοιπών ως άνω περιστάσεων δημιουργούν αίσθημα αδικίας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια η συμπεριφορά του τελευταίου σχετικά με τα πνευματικά του δικαιώματα και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση του ένδικου δικαιώματος με την επίκληση της ακυρότητας των άτυπων συμβάσεων εκμεταλλεύσεως των έργων του, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξιώσεώς του.

Ενόψει του ότι: α) ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε συνήνεσε στον τρόπο παρουσιάσεως του έργου του Κ. της Κ. Ι. στο κοινό μέσω των επίδικων διαφημιστικών φυλλαδίων του αναιρεσείοντος, αλλά διαμαρτυρήθηκε άμεσα, απαιτώντας την απόσυρση αυτών και την εκτύπωση νέων και με την αποστολή εξωδίκου στον αναιρεσείοντα και β)με βάση την καλή πίστη θεωρείται σημαντική προσβολή του ηθικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αφορούσε τη μεταβολή της αποδόσεως ουσιώδους φιλοσοφικής εννοίας, με την επιλογή μιάς άλλης μεταφράσεως, επί της οποίας (φιλοσοφικής εννοίας) βασίζεται μεγάλο μέρος του έργου του αναιρεσιβλήτου η άσκηση του ηθικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν καθίσταται καταχρηστική.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως καθόσον διέλαβε σ'αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου της επικλήσεως της ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τους αριθ.1και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

7.Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι στερείται νόμιμης βάσης και ιδίως δεν έχει πλήρεις αιτιολογίες άλλως περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της προσβολής του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου επί του πνευματικού έργου του και της ύπαρξης ή μη της συναίνεσης του τελευταίου για την συνέχιση της συνεργασίας του με τον αναιρεσείοντα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός(ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη.

8.Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 1359/2019, AΠ 2259/2014, ΑΠ 530/2014).

Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους ή ξένους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 1621/2018, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011).

Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου. Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις θεμελιώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012), εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του απ' αυτόν προστηθέντος (ΑΠ 1/2022,ΑΠ 844/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ως άνω νόμου, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης(ΑΠ 1001/2022), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 686/2021). 9.Με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, διότι παρά το νόμο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι ευθύνεται ο ίδιος, λόγω προστήσεως, για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος του Δ.

Υ., εξ αιτίας της οποίας προσβλήθηκε το ηθικό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου και επιδίκασε σε βάρος του το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος του Δ. Υ. δεν ήταν αποτέλεσμα των δικών του οδηγιών προς αυτόν, αλλά οφειλόταν αποκλειστικά σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, που διέκοψαν την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στην άσκηση της υπηρεσίας του και στην βλαπτική συμπεριφορά του.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, καθόσον ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, αλλά ούτε από την επισκόπηση των πρωτόδικων και κατ' έφεση προτάσεών του προκύπτει, ότι προέβαλε τον πραγματικό αυτόν ισχυρισμό, ότι η επέμβαση αυτή στο έργο του αναιρεσιβλήτου οφειλόταν αποκλειστικά σε προσωπικούς λόγους του προστηθέντος Δ.

Υ.. Αντιθέτως, παρότι αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι τη σειρά "Φ. Β." των εκδόσεων Ρ., τη διεύθυνε ο συνεργάτης του εκδοτικού οίκου Δ. Υ., ο οποίος συνέταξε και τα κείμενα του επίμαχου φυλλαδίου, δηλαδή ότι ο τελευταίος ενήργησε ως προστηθείς του αναιρεσείοντος, (χωρίς με την παραδοχή αυτή να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής), ο αναιρεσείων στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ουδόλως προέβαλε τον πραγματικό αυτοτελή ως άνω ισχυρισμό περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην άσκηση της υπηρεσίας του προστηθέντος και στην βλαπτική συμπεριφορά του. 10.Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, κύριος ή πρόσθετος, προς έρευνα, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως και οι από … πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από … αίτηση και τους από … πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4444/2021 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ