Legislator Case Law & Legislation
458/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring case, rejecting claim that court failed to assess spousal income.

Case Number 458/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a debt restructuring request under Law 3869/2010. The appellant argued the court of first instance failed to evaluate whether the claimant received alimony from her separated husband, which could affect her ability to pay debts. The court rejected this argument, noting the first-instance judgment explicitly considered the husband's monthly income and the separation's impact on the claimant's financial situation. Consequently, the appeal was found baseless, and the original decision was upheld without awarding legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 746 KPolD: For a debtor to qualify for debt restructuring under the specific law, they must prove insolvency not caused by fraud, and the court must assess all relevant income sources including spousal contributions during separation; an appeal claiming the lower court failed to examine alimony is inadmissible if the lower court's reasoning explicitly addresses the spousal income and separation status.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency assessment spousal income separation effects alimony consideration appeal dismissal Law 3869/2010

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 Law 3869/2010
Art. 746 KPolD
Art. 3 para. b Law 3869/2010
Art. 8 para. 6 para. b Law 3869/2010
Art. 559 Art. 6 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 458 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 458/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαχαρούλα Τσιρτσίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-11-2013 και 29-8-2016 αιτήσεις της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 381/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής ''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ( ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α` και β` μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β` 677/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ` περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι` αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Έτι περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 883/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), την από 10-4-2017 έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", κατά της 135/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαγωγή της αναιρεσιβλήτου στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι του αναιρεσείοντος χρεών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα: ".........

με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, το εκκαλούν Τ.Π.Δ., επαναφέρει τον ισχυρισμό που είχε προτείνει και πρωτοδίκως, με τον οποίο επικαλείται ότι η απαίτησή του έναντι της εφεσίβλητης από το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, μη πληρουμένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, της εκ του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 προϋπόθεσης για την υπαγωγή της εφεσίβλητης στις ευνοϊκές ρυθμίσεις αυτού, περί "ληξιπρόθεσμου" της απαίτησής της.

Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω στη νομική σκέψη, το ληξιπρόθεσμο της οφειλής απαιτείται κατά νόμο ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί την αιτούσα για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010, με συνέπεια η σχετική προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών να δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης με βάση τα εισοδήματά του δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του (και μη ληξιπρόθεσμων) αλλά σε βάρος των βασικών βιοτικών αναγκών του, ερμηνεία που καθίσταται ιδιαίτερα επιβεβλημένη όταν υφίσταται αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη με παρακράτηση της δόσης του δανείου, εφόσον, η παρακράτηση αυτή που γίνεται παρά τη βούληση του, στερεί από αυτόν τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε βασικές του δαπάνες.

Εν προκειμένω, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ειδικότερα δε από τις προσκομιζόμενες από το εκκαλούν από 01-09-2017 και 08-09-2017 καταστάσεις οφειλών της εφεσίβλητης, η τελευταία όφειλε σ' αυτό από την υπ' αριθμ.11/21383/2010 από 29-12-2010 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου που κατήρτισε μαζί του (η εφεσίβλητη ως πρωτοφειλέτης και ο πρώην σύζυγος της Χ.

Γ. ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, ο οποίος με βάση το άρθρο 4 της σύμβασης ενέχεται αλληλέγγυα, αδιαίρετα και εις ολόκληρον με την εφεσίβλητη για την εξόφληση της οφειλής) το συνολικό ποσό των 131.450,00 ευρώ. Η ανωτέρω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με υποθήκη Α' τάξης, που ενεγράφη υπέρ του εκκαλούντος στα οικία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 131.450,00 ευρώ, επί ενός διαμερίσματος [.......] Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω δανείου η εφεσίβλητη εκχώρησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 παρ.1 του ν.2214/1994 μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών της, ως και τα δικαιώματά της επί της κύριας και επικουρικής συντάξεώς της.

Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το παραπάνω νομικό πρόσωπο παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό της αιτούσας το ποσό των 684,78 ευρώ μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσωρινής διαταγής, που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθ. 5 παρ.2 ν. 3869/2010 επί της από 11-11-2013 αιτήσεώς της (οπότε η παρακράτηση μειώθηκε στο ποσό των 80,00 ευρώ).

Συνεπεία της συμβάσεως αυτής (εκχώρησης - παρακράτησης) αφενός μεν κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως η οφειλή της αιτούσας ήταν ενήμερη προς το Ταμείο, αφετέρου δε η αιτούσα κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ελάμβανε ως υπόλοιπο μισθού από την εργασία της, ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (δασκάλα εργαζόμενη με απόσπαση στο 6-θέσιο δημοτικό διαπολιτισμικό σχολείο ...), το ποσό των 248,00 ευρώ (1.468,33 οι μικτές αποδοχές της - 535,55 ευρώ οι κρατήσεις για διάφορα ταμεία από το μισθό της - 684,78 ευρώ η παρακράτηση από το μισθό της υπέρ του εκκαλούντος ΤΠΔ για την εξυπηρέτηση του δανείου).

Περαιτέρω, οι αποδοχές του συζύγου της Χ. Γ., στρατιωτικού, με τον οποίο βρισκόταν ήδη σε διάσταση της έγγαμης σχέσης τους από τον Φεβρουάριο του 2013, οπότε αυτός εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη, με συνέπεια το εισόδημά του να μην συνυπολογίζεται έκτοτε ως μέσο κάλυψης των πάγιων βιοτικών της αναγκών, ανέρχονταν στο ποσό των 574,45 ευρώ.

Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής προς το εκκαλούν ΤΠΔ που βάρυνε την αιτούσα (σε συνδυασμό και με την ανυπαρξία λοιπών προσοδοφόρων περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας), την περιέφερε σε πραγματική αδυναμία πληρωμής, καθ' όσον με το υπόλοιπο του μισθού της (248,00 ευρώ), το οποίο, κατ' αντικειμενική κρίση, είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, αδυνατούσε η τελευταία να καλύψει τις βιοτικές της ανάγκες, οι οποίες όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέρχονται στο ποσό των 910,60 ευρώ.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής της αιτούσας προς το ΤΠΔ, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ' όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής της αιτούσας από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής της, αδυναμία της ως και την διακινδύνευση της διατροφής της, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε με την εκκαλουμένη ότι πληρείται η προϋπόθεση της μονιμότητας αδυναμίας πληρωμών της αιτούσας για την υπαγωγή των οφειλών της στο Ν. 3869/2010, συναγόμενη από την αδυναμία κάλυψης των βιοτικών αναγκών της, συνεπεία των αναγκαστικώς παρακρατουμένων δόσεων του δανείου, παρά, δηλαδή, την μη ύπαρξη "ληξιπρόθεσμης" οφειλής, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης ..............

Περαιτέρω, το εκκαλούν, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσής του, βάλλει κατά της εκκαλουμένης, υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένα δεν απορρίφθηκε με αυτήν η, από 11-11-2013, αίτηση για το λόγο ότι, ενώ η αιτούσα επικαλείται την ύπαρξη διάστασης με το σύζυγό της από το έτος 2013 και διάζευξης από το 2016, δεν κάνει καμία αναφορά αν αυτός εργάζεται ή όχι και το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του, καθώς και αν έχει τυχόν δικαίωμα διατροφής έναντι αυτού, αναφέροντας μόνο ότι ο πρώην σύζυγός της δεν της δίνει διατροφή, και ότι της έχει μεταβιβάσει μόνο, λόγω δωρεάς, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας στην συνιδιόκτητη οικία της (και πάντως όχι προς κάλυψη του τμήματος της διατροφής που θα μπορούσε η ίδια να διεκδικήσει από αυτόν).

Ωστόσο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, δεν απαιτείται, για το ορισμένο της σχετικής αίτησης, η αναφορά του ποσού που ενδεχομένως λαμβάνει ή δυνητικά μπορεί να λάβει ως διατροφή από τον εν διαστάσει σύζυγό της η αιτούσα, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος που πρότεινε πρωτόδικα και παραδεκτά επαναφέρει με τον τρίτο λόγο έφεσης.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αίτησης, η αιτούσα, πλην των δικών της εισοδημάτων, ανέφερε και το μηνιαίο ατομικό εισόδημα του εν διαστάσει συζύγου της (574,45 ευρώ), το οποίο δεν συνυπολογίζεται για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, συνεπεία της διάστασης στη συζυγική τους σχέση από τον Φεβρουάριο του 2013, της έκτοτε διακοπής της συγκατοίκησής τους και της ακόλουθης λύσης του γάμου τους το 2016.

Κρίθηκε, όμως, με την εκκαλουμένη ότι πριν τη διακοπή της συζυγικής τους σχέσης, στα καθημερινά έξοδα που καλείτο να καλύψει η αιτούσα για τη διαβίωσή της συνέβαλε και ο σύζυγός της από το μισθό του (ύψους 700-800 ευρώ κατά μέσο όρο), δεν μπορεί δε να καταλογιστεί σε βάρος της αιτούσας η μη άσκηση αγωγής για την καταβολή της συνεισφοράς του προς διατροφή κατά τη συζυγική διάσταση, η έκβαση της οποίας εκτός από χρονοβόρα είναι και αβέβαιη ......''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 135/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης. Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αναιρεσιβλήτου-αιτούσας στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη, έστω και αν το μοναδικό δάνειό της προς το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό της και ότι δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του.

Το γεγονός ότι το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" παρακρατεί, με βάση την μεταξύ αυτού και της δανειόληπτριας-αναιρεσίβλητης σύμβαση εκχωρήσεως ποσοστού του μισθού της τελευταίας, ποσό από το μισθό της, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών αυτής και της οικογενείας της, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες της, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Άλλωστε, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Εξάλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ` όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της χρηματικής της οφειλής.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 (κατά το πρώτο του σκέλος) του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η αναιρεσίβλητη, δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι αυτού, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου.

Περαιτέρω, στη περίπτωση που ο οφειλέτης, βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγό του και δεν μπορεί να αναμένει τον συνυπολογισμό των εισοδημάτων του στην κάλυψη των βιοτικών του αναγκών, δύναται να ζητήσει να μην συμπεριληφθούν τα εισοδήματα του/της συζύγου και συνεπώς δεν υποχρεούται να αναφέρει τα ακριβή εισοδήματα του/της συζύγου.

Αυτό ισχύει όμως μόνο αν αποδείξει, ότι πράγματι δε δύναται να αναμένει την κάλυψη των αναγκών του (και) από τα εισοδήματα του/της συζύγου του, καθώς η διάσταση έχει επιφέρει τέτοια συναισθηματική και φυσική αποξένωση, ώστε να καλύπτει κάθε σύζυγος αυτόνομα τις βιοτικές του ανάγκες. Γίνεται δεκτό ότι δεν υποχρεούται ο οφειλέτης να αναφέρει και να συνυπολογίσει τα εισοδήματα της συζύγου του, αν βρίσκονται σε τέτοια διάσταση, ώστε να καθίσταται αδύνατη όχι μόνο η ωφέλεια εκ των εισοδημάτων της, αλλά ακόμα και η διαπίστωση αυτών.

Το ίδιο ισχύει αν η συμβίωση έχει προ πολλού λήξει. Κατά κανόνα πάντως τμήμα των εισοδημάτων του/της συζύγου πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση και δικαστικώς να συνυπολογίζεται ακόμα και αν υπάρχει διαζύγιο ή διάσταση, αν υπάρχει δυνατότητα επιδίωξης διατροφής σε βάρος του συζύγου ή εν γένει αν ο σύζυγος συνεισφέρει παρά τη διάσταση.

Αυτό οφείλεται, καθώς και ο/η διαζευγμένος ή εν διαστάσει σύζυγος έχει υποχρέωση διατροφής του οφειλέτη συζύγου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 1390 και 1442 επ. του ΑΚ. Και αντιστρόφως, ο οφειλέτης έχει αξίωση διατροφής κατά του διαζευγμένου ή εν διαστάσει συζύγου του, την οποία μπορεί να έχει ήδη ενεργοποιήσει ή να το πράξει στο μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης που έχει διαζευχθεί ή βρίσκεται εν διαστάσει από το σύζυγο, θα πρέπει στην αίτησή του να συνυπολογίσει κάποιο ποσό που ενδεχομένως λαμβάνει ή δυνητικά θα λαμβάνει από την σύζυγο. Αν δεν το συμπεριλάβει όμως, λόγω αμφιβολιών, θα επέμβει ο δικαστής κατά το άρθρο 744 του ΚΠολΔ για να αξιολογήσει τα στοιχεία που χρειάζονται.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το 2ο σκέλος του, το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση και την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν διαλαμβάνει, το Εφετείο, την παραμικρή κρίση για το αν η αναιρεσίβλητη εισπράττει διατροφή ή μη από τον εν διαστάσει σύζυγό της, ώστε να μπορεί να κριθεί με ασφάλεια αν υφίσταται εν τοις πράγμασι αδυναμία πληρωμής της μοναδικής και μη ληξιπρόθεσμης οφειλής της.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται σ' αυτήν αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι η αιτούσα, πλην των δικών της εισοδημάτων, ανέφερε στην ένδικη αίτηση και το μηνιαίο ατομικό εισόδημα του εν διαστάσει συζύγου της (574,45 ευρώ), το οποίο δεν συνυπολογίζεται για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, συνεπεία της διάστασης στη συζυγική τους σχέσης από τον Φεβρουάριο του έτους 2013, της έκτοτε διακοπής της συγκατοίκησής τους και της ακόλουθης λύσης του γάμου τους το 2016, ενώ δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος της αιτούσας η μη άσκηση αγωγής για την καταβολή της συνεισφοράς του συζύγου της προς διατροφή κατά τη συζυγική διάσταση.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 4-11-2019 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11/2019), αίτηση, για αναίρεση της 381/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ