Supreme Court dismisses appeal on public will declaration, ruling lower court properly evaluated evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding the validity of a public will. The appellant argued that the deceased father's true intent was contrary to the will, citing a 1979 declaration and building permits as proof. The court held that the lower court correctly assessed all evidence, including sworn testimonies, and was not required to separately evaluate every document cited in the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1724, 1725, 438 of the Civil Code; Article 495 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must evaluate all evidence comprehensively without being bound to make separate findings on every document, provided the overall assessment reflects the true intent of the testator.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 458 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 458/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Τ. του Α. και Β., κατοίκου ... Ν. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καραβίδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Τ. του Α., 2) Π. Τ. του Α., 3) Ε. Τ. του Α., 4) Σ. Τ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Πολύμερο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Β. Τ. του Γ., κατοίκων ... Ν. …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1724 ΑΚ, η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από το διαθέτη της τελευταίας βούλησής του ενώπιον του συμβολαιογράφου ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1725 έως 1737ΑΚ.Κατά τον παράτιτλο του άρθρου 1725ΑΚ, ως πρόσωπα που συμπράττουν, νοούνται κατ` αντιδιαστολή προς τον "δηλούντα την τελευταία αυτού βούληση διαθέτη", ο συμβολαιογράφος και οι τρεις μάρτυρες ή ο δεύτερος συμβολαιογράφος και ο ένας μάρτυρας, η συμμετοχή των οποίων είναι απαραίτητη σύμφωνα με το άρθρο 1724ΑΚγια τη σύνταξη έγκυρης δημόσιας διαθήκης.
Ο συμβολαιογράφος που συντάσσει την πράξη της δημόσιας διαθήκης αποδέχεται τη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη και έχει καθήκον να την αποτυπώσει κατά τέτοιο τρόπο, φραστικό και νοητικό, ώστε να αποδίδεται η αληθινή θέληση αυτού (διαθέτη). Οι μάρτυρες που συμπράττουν κατά τη σύνταξη της διαθήκης και ο τυχόν δεύτερος συμβολαιογράφος έχουν ως πρωταρχικό ρόλο τον έλεγχο της τηρήσεως της νόμιμης διαδικασίας εκ μέρους του συντάσσοντος αυτή συμβολαιογράφου και δευτερευόντως τη μαρτυρία για τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της συντάξεως της δημόσιας διαθήκης και κυρίως για τη δήλωση της βουλήσεως του διαθέτη και το περιεχόμενό της.
Περαιτέρω, η δημόσια διαθήκη έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, την οποία ρυθμίζουν τα άρθρα 438, 440 και 441ΚΠολΔΣύμφωνα με το άρθρο 438ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμως τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης που συντάσσεται στο συμβολαιογράφο, είτε ως γενόμενα από το συμβολαιογράφο που συνέταξε τη διαθήκη, είτε ενώπιόν του, κατά των οποίων ανταπόδειξη μπορεί να γίνει μόνον με προσβολή αυτής ως πλαστής, είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737ΑΚ και μάλιστα, πλην άλλων, και α) ότι έγινε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη και μάλιστα προφορικά β) ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε γ) ότι παραστάθηκαν και υπέγραψαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν (ΑΠ1133/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠοΛΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής < Στις 10 Σεπτεμβρίου του έτους 2010 απεβίωσε στο ... του Νομού …, σε ηλικία 82 ετών (έτος γέννησης 1928), ο Α. Τ. του Ε., ο οποίος, πριν από τον επισυμβάντα θάνατό του, διέμενε στο ....
Ο αποβιώσας ήταν πατέρας του ενάγοντος και των τεσσάρων πρώτων εναγόμενων και παππούς της πέμπτης εναγόμενης. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο θανών κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς και αναγκαίους κληρονόμους του τα τέκνα του. Ο αποβιώσας κατέλιπε την υπ' αριθ. 2469/2004 δημόσια διαθήκη, η οποία συντάχθηκε στις 20-4-2004 ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Λ. - Β. Ρ. Μ., η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 124/12-10-2010 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και με την οποία ο διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους στα ειδικώς αναφερόμενα περιουσιακά του στοιχεία τον ενάγοντα και τους εναγόμενους. Ειδικότερα στη διαθήκη αυτή η συμβολαιογράφος που τη συνέταξε βεβαιώνει μεταξύ άλλων "κατά τη σύνταξη αυτής ήταν παρόντες οι παρακάτω μάρτυρες ενήλικοι Έλληνες πολίτες, γνωστοί της συμβολαιογράφου που δεν εξαιρούνται από το νόμο ήτοι: 1) ο Δ.
Π. του Ν. και Δ., συνταξιούχος γεωργός, γεννημένος το έτος 1933 στο ..., κάτοικος ομοίως, κάτοχος του υπ' αριθ.... δελτίου ταυτότητας Α.Τ. ..., 2) ο Α. Μ. του Ν. και της Α., συνταξιούχος, γεννημένος το έτος 1936 στο ..., όπου και κατοικεί, κάτοχος του με αριθμό Δ ... δελτίου ταυτότητας της Υ.Χ. ... και 3) ο Δ. Κ. του Α. και Α., έμπορος γεννημένος στο ...
το έτος 1932, κάτοικος ..., κάτοχος του με αριθμό ... δελτίου ταυτότητας έκδοσης Α.Τ. …. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη διότι, κατά τη σύνταξή της, δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος για την εγκυρότητά της τύπος, δεδομένου ότι αυτή συντάχθηκε ενώπιον δύο μόνο μαρτύρων και όχι τριών, όπως επιτάσσει ο νόμος, καθώς ο εκ των τριών ως άνω αναφερόμενων μαρτύρων Δ.
Κ., δεν ήταν παρών κατά τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης και δεν υπέγραψε αμέσως μετά τη σύνταξη αυτής. Από το προεκτεθέν, όμως, περιεχόμενο της άνω δημόσιας διαθήκης αποδεικνύεται ότι κατά τη σύνταξή της τηρήθηκαν όλες οι κατ' άρθ 1733 παρ. 1 ΑΚ απαιτούμενες για την εγκυρότητά της προϋποθέσεις. Ειδικότερα, αποδεικνύεται, ότι η διαθήκη αυτή συντάχθηκε στην ...
στο κατάστημα της συμβολαιογράφου ... Λ. - Β. Ρ. Μ., παρουσία των αναφερόμενων σ' αυτή τριών μαρτύρων, ενώπιον των οποίων ο άνω διαθέτης δήλωσε την τελευταία του βούληση, για την οποία η εν λόγω Συμβολαιογράφος συνέταξε τη σχετική πράξη. Επίσης, αποδεικνύεται ότι καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας σύνταξης της διαθήκης, όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα (ο διαθέτης, η Συμβολαιογράφος και οι τρεις μάρτυρες) ήταν παρόντα, μετά το πέρας της οποίας και αναγνώσθηκε ευκρινώς και εντόνως το περιεχόμενο της διαθήκης στον διαθέτη ταυτόχρονα δε άκουαν το περιεχόμενο του εγγράφου που διαβαζόταν και όλοι οι συμπράττοντες μάρτυρες, οι οποίοι και υπέγραψαν τη διαθήκη.
Ως εκ τούτου, εφόσον η ως άνω διαθήκη συντάχθηκε ενώπιον των τριών αναφερόμενων μαρτύρων, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται ότι έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου και αφού αυτή (διαθήκη) δεν προσβάλλεται ως πλαστή, παρέχεται πλήρης απόδειξη περί αυτού και δεν χωρεί ανταπόδειξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη.
Επομένως, με βάση όσα πιο πάνω αποδείχθηκαν η προσβαλλόμενη διαθήκη είναι έγκυρη, καθόσον κατά τη σύνταξή της τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις. Κατά συνέπεια η αγωγή με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η ως άνω δημόσια διαθήκη, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου από τη διάταξη του άρθρου 1724 ΑΚ τύπου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους οικείους λόγους της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...> Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 1ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν τα άρθρα 1724επΑΚ, (και όχι οι διατάξεις των άρθ. 729 επ.
ΑΚ, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρει στο αναιρετήριο).
Ο λόγος είναι αβάσιμος αφού, από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο που δέχθηκε ότι κατά τη σύνταξη της άνω δημόσιας διαθήκης τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις και με δεδομένο ότι η άνω διαθήκη δεν προσβλήθηκε ως πλαστή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαραταθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και δεν παραβίασε.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341ΚΠοΛΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ` αυτά.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335ΚΠοΛΔ,αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες )γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002).
Το αποδεικτικό μέσο θα πρέπει να είχε προσκομισθεί στο δικαστήριο από οποιοδήποτε διάδικο παραδεκτά (Α.Π. 1133/2013). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11γ` άρθρου 559ΚΠοΛΔ πλημμέλεια ,δηλαδή , ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα κατωτέρω επικληθέντα και προσαχθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η πραγματική βούληση του διαθέτη πατρός του η οποία είναι διαμετρικά αντίθετη από την εκφρασθείσα στην ένδικη δημόσια διαθήκη .Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο :α) την από 17-7-1979 δήλωση ή βεβαίωση του άρθρου 1νδ105/1969 στην οποία ο θανών πατέρας του είχε τον καιρό εκείνο δηλώσει, ενώπιον της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Τμήματος Πολεοδομίας <ουδεμίαν αντίρρηση έχω όπως ο γιός μου Λ.
Τ. οικοδομήσει τον α όροφο της ισογείου οικοδομής στο υπ'αρ ... τεμάχιο διανομής έτους 1935 στο συνοικισμό ..., μέρος του οποίου είμαι κύριος> και β) το υπ'αρ ... αντίγραφο οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας της Νομαρχίας … στο οποίο εμφαίνεται η χορήγηση αδείας σ'αυτόν (Λ. Τ. ) προκειμένου να προβεί σε ανέγερση προσθήκης καθ' ύψος του α ορόφου υπο την επίβλεψη του Πολιτικού Μηχανικού Δ.
Γ.> Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού τα άνω έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων και κατ'αυτόν στηρίζουν τον ισχυρισμό του "ότι η πραγματική βούληση του διαθέτη πατρός του είναι διαμετρικά αντίθετη από την εκφρασθείσα στην ένδικη δημόσια διαθήκη" κατέτεινε σε απόδειξη ισχυρισμού που δεν έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι το Εφετείο έκρινε μόνον αν τηρήθηκαν ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις κατάρτισης της επίδικης δημόσιας διαθήκης, προκειμένου αυτή να είναι έγκυρη.
Ο ίδιος λόγος σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και η ανωμοτί κατάθεση του πρώτου εναγόμενου, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς ,αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός, από αυτά.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495παρ 3ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183και 191παρ 2ΚΠοΛΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2019 αίτηση αναίρεσης του Λ. Τ. κατά της 27/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ