Legislator Case Law & Legislation
458/2019 AI generated

458/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 458/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

458/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, ενώ αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του για την παραγραφή του δικαιώματος από το νόμο προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 589/2018).

Keywords

AI generated
subdivision of land land reallocation division of property divisible thing partition agreement allocation clause
AI generated
1453/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
857/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
24/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
545/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.
1993/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 458 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 458/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Ά. συζύγου Ν. Δ., το γένος Π. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπότσαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Δ. χήρας Ι. Μ., 2.Λ. Μ. του Ι., 3. Γ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεώνη Σγουράκη-Παπασπυροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3309/2016 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2446/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 15-12-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το εμπράγματο τοιούτο, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού εκείνη τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από την ανωτέρω διάταξη διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, ενώ αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του για την παραγραφή του δικαιώματος από το νόμο προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 589/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1124/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ.

…65/1951 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Θ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... οι Γ. Μ. και Μ. Χ. αγόρασαν από κοινού (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) ένα οικόπεδο, εμβαδού σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο 395 τ.μ. και με πραγματικό εμβαδόν 485 περίπου τ.μ., το οποίο βρίσκεται επί της οδού ... της πόλης της …....

και συνόρευε περιμετρικά με την ανωτέρω οδό ... και με τις τότε ιδιοκτησίες ......... Το ως άνω οικόπεδο έχει καταχωρηθεί σήμερα στους ήδη αναρτηθέντες προσωρινούς κτηματολογική πίνακες με ΚΑΕΚ...... Αμέσως μετά την αγορά του, οι ανωτέρω έλαβαν την υπ' αριθ. 290/1951 οικοδομική άδεια προκειμένου να ανεγείρουν επ' αυτού ισόγεια οικοδομή.

Στην πραγματικότητα όμως βάσει της άδειας ανήγειραν δύο ξεχωριστές ισόγειες κατοικίες (εμβαδού 70 περίπου τ.μ. η κάθε μία), εκ των οποίων στην κατοικία που βρίσκεται αριστερά για αυτόν που βλέπει το οικόπεδο από την οδό ... (δηλ. στο βορειοδυτικό τμήμα) εγκαταστάθηκε ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ.

Μ. με την οικογένεια του και στην κατοικία που βρίσκεται δεξιά για αυτόν που βλέπει από την ίδια ως άνω οδό ... (δηλ. στο νοτιοανατολικό τμήμα) εγκαταστάθηκε ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγομένης Μ. Χ. με τη σύζυγο του Δ.. Ακολούθως, ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων και συγκύριος του αρχικού ακινήτου Γ.

Μ., προέβη με δαπάνες του σε επέκταση της ισόγειας κατοικίας του με την ανέγερση ύπερθεν αυτής ορόφου, αποτελούμενου από ένα διαμέρισμα. Εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αριθ. …47/4.2.1955 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Γ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα......, οι συγκύριοι του οικοπέδου Γ. Μ. και Μ. Χ., πώλησαν και μεταβίβασαν το ως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου ως αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας στην Α.

Μ., αφού προηγουμένως δυνάμει του ιδίου συμβολαίου προέβησαν σε σχετική σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας. Στο συμβόλαιο αυτό οι δύο ανωτέρω πωλητές διευκρινίζουν ότι διατηρούν από κοινού το δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής χωρίς κανένα σχετικό δικαίωμα της αγοράστριας και ότι αυτοί θα έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το όπισθεν της οικοδομής τμήμα του οικοπέδου καταδεικνύοντας έτσι τη βούληση τους να νέμονται από κοινού το επίδικο οικόπεδο και πως θεωρούσαν ότι η διαίρεση του είχε γίνει μόνο κατά χρήση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από την ανέγερση των κατοικιών αυτών (δηλ. από τις αρχές της δεκαετίας του 1950) οι ως άνω συγκύριοι είχαν διαχωρίσει κατά χρήση το κοινό οικόπεδο σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το βορειοδυτικό εμβαδού 244 τ.μ. το κατείχε ο Γ. Μ. και το νοτιοανατολικό εμβαδού 241 τ.μ. το κατείχε ο Μ. Χ., όπως αυτό απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο προσκομιζόμενο από την εναγομένη τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.

Π., θεωρώντας ότι του ανήκει κατά χρήση και ότι ο ίδιος είναι συγκύριος του ευρύτερου οικοπέδου (εμβαδού 485 τ.μ.). Αλλωστε, τόσο οι ίδιοι οι αρχικοί κύριοι όσο και οι διάδοχοι τους, σε όλες στις δικαιοπραξίες, που αφορούσαν το αρχικό οικόπεδο και τα περιουσιακά τους δικαιώματα αναφέρονταν σε κοινό οικόπεδο.

Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε ο συγκύριος του αρχικού ακινήτου Μ. Γ., στο περιεχόμενο του υπ' αριθ. ...45/1966 προσυμφώνου συμβολαίου τους Συμβολαιογράφου Γ. Β., που συνετάγη μετά τον επισυμβάντα το έτος 1958 θάνατο του Μ. Χ., δυνάμει του οποίου υποσχέθηκε την σύσταση προίκας για λογαριασμό της θυγατέρα του Μαρίας με προικολήπτη τον σύζυγό της Σωτήριο Τίλη, δεν θα προέβαινε σε ρητή αναφορά για την ύπαρξη ενιαίου οικοπέδου με συγκύριο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τον θανόντα τότε Μ.

Χ., ούτε θα ανέφερε ότι αυτό έχει μεν διαιρεθεί μόνο κατά χρήση και ότι δεν έχει γίνει διανομή του. Αντίθετα, στο παραπάνω συμβόλαιο αναφέρεται ρητά ότι το οριστικό συμβόλαιο για τη σύσταση προίκας θα υπογράφονταν, αφού προηγουμένως γίνονταν διανομή του ενιαίου οικοπέδου, και σε διαφορετική περίπτωση (αν δηλ.

δεν γίνονταν διανομή εντός δύο ετών) ο ως άνω προικοδότης θα αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει ποσοστό συγκυριότητας επί του ενιαίου οικοπέδου, που θα αντιστοιχούσε στο ως άνω ισόγειο διαμέρισμα. Ακόμα αποδείχθηκε ότι, μετά τον θάνατο του Μ. Χ. στις 1-4-1958 χωρίς να αφήσει διαθήκη αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τη σύζυγο του Δ.

το γένος Α. Π. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, όπως δε προκύπτει και από το με αριθ. πρωτ. 40.633/19.9.1958, που ζήτησε και έλαβε η σύζυγός του Δ. Χ., προκειμένου να λάβει τη σύνταξη του συζύγου της από το ΤΕΒΕ, κατά το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου από την αδελφή του Π. και τις ανιψιές του Ε., Ε., Κ., Φ. και Ι.. Το ως άνω πιστοποιητικό μάλιστα προσκόμισε η ως άνω σύζυγος του Μ.

Χ. ακολούθως, στον Συμβολαιογράφο Χ. Χ., προκειμένου να προβεί σε αποδοχή κληρονομίας του παραπάνω αναφερόμενου συζύγου της, οπότε και συντάχθηκε η υπ' αριθ. ...90/1985 σχετική πράξη του ως άνω Συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα.... Με την ανωτέρω πράξη η ως άνω κληρονόμος (και άμεση δικαιοπάροχος της εναγομένης) αποδέχεται ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου, γεγονός από το οποίο συνάγεται η ασφαλής κρίση ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγό της μέχρι τον θάνατο του, θεωρούσαν ότι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι επί του επιδίκου οικοπέδου και ότι περαιτέρω δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας είχαν δικαίωμα χρήσης σε διαφορετικά τμήματα αυτού.

Αν ο Μ. Χ. κατείχε διαιρετό τμήμα του επιδίκου οικοπέδου το οποίο ακολούθως δώρισε άτυπα στη σύζυγο του, Δ. Χ., όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, και αυτή θεωρούσε ότι ήταν αποκλειστική κυρία του τμήματος του οικοπέδου με την επ' αυτού κατοικία, όπου διέμενε με τον σύζυγο της και μετά τον θάνατο του μόνη της, έτσι ώστε μετά την πάροδο εικοσαετίας, κατέστη κυρία αυτού λόγω έκτακτης χρησικτησίας, τότε δεν θα προέβαινε σε αποδοχή κληρονομιάς με το ως άνω περιεχόμενο.

Ούτε άλλωστε από το γεγονός, ότι ήδη από τη δεκαετία του 1950 υπήρχε διαφορετική αρίθμηση των δύο κατοικιών επί της οδού ... και διαφορετικοί λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, συνάγεται ασφαλής κρίση ότι η Δ. Χ. και πριν από αυτή ο σύζυγος της είχαν διάνοια αποκλειστικού κυρίου επί του τμήματος του οικοπέδου, που χρησιμοποιούσαν, και της επ' αυτού κατοικίας, αφού διαφορετική αρίθμηση ή διαφορετικοί λογαριασμοί μπορούν να υπάρχουν και για διαφορετικά οικήματα του ίδιου οικοπέδου, εφόσον η χρήση τους είναι διαφορετική και ανεξάρτητα από το αν έχει συσταθεί επί του οικοπέδου διαιρεμένη ιδιοκτησία ή όχι.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με χρησικτησία δεν είναι δυνατή παρά μόνο με δικαιοπραξία των συγκυριών του οικοπέδου και μεταγραφή της και επομένως, από μόνη την

αποκλειστική εγκατάσταση της Δ.ς Χ.-Π. στην κατοικία, που είχε ανεγερθεί στο νοτιοανατολικό τμήμα του οικοπέδου, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την ανέγερση της μέχρι και τον θάνατο

της (στις 28.6.2005) δεν δύναται να συσταθεί επί

της κατοικίας αυτής οριζόντιας ιδιοκτησίας, έστω και αν υπήρχε στην δικαιοπάροχο της εναγόμενης το στοιχείο της διάνοιας κυρίου.

Συνεπώς, εσφαλμένως αποτυπώθηκε η οικία, που ανήγειραν και χρησιμοποιούσαν οι Μ. και Δ. Χ., επί του ενιαίου οικοπέδου ως ξεχωριστή οριζόντια ιδιοκτησία στους αναρτηθέντες προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες.... Περαιτέρω, κατά την κατάρτιση της υπ' αριθ. ...90/1985 δήλωσης της περί αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χ.

Χ. η δικαιοπάροχος της εναγόμενης Δ. Π.-Χ. είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Η εμφάνιση της δε ενώπιον του Συμβολαιογράφου, προκειμένου να αποδεχθεί την κληρονομία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της (με προσκόμιση μάλιστα πιστοποιητικού για την ύπαρξη και άλλων εξ αδιαθέτου κληρονόμων) καταδεικνύει τη βούληση της να εμφανίζεται ως συννομέας του ενιαίου οικοπέδου (των 485 τ.μ.) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, αφού η βούληση της αυτή καταγράφηκε στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη.

Ακόμη δε και αν η πράξη αυτή θεωρηθεί άκυρη ή ανυπόστατη λόγω μη υπογραφής του Συμβολαιογράφου στο πρωτότυπό της (αν και η έλλειψη αυτή οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, αφού η σχετική πράξη περιέχεται στο αρχείο του συγκεκριμένου Συμβολαιογράφου και με επιμέλεια του ίδιου αντίγραφό της υποβλήθηκε για μεταγραφή στο Υποθηκοφυλακείο …), η σύνταξη και μόνο του συγκεκριμένου εγγράφου, που φέρει την υπογραφή της Δ.ς Π., αποτελεί τεκμήριο για το ότι η τελευταία είχε διάνοια συγκυρίας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου και όχι διάνοια αποκλειστικής κυρίας επί του χρησιμοποιούμενου από αυτή τμήματος του οικοπέδου.

Κατά το μεσολαβήσαν δε χρονικό διάστημα από τη σύνταξη της ανωτέρω πράξης (στις 3.5.1985) μέχρι τον θάνατό της (στις 28.6.2005) δεν αποδεικνύεται ότι η δικαιοπάροχος της εναγόμενης μετέβαλε τη διάνοια της αυτή, αφού εξάλλου και με την υπ' αριθ. ...02/19.1.2000 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Π. Μ. - Χ. δεν προβαίνει σε περιγραφή του δικαιώματος της αλλά απλώς δηλώνει ότι αφήνει στην εναγομένη "κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της οπουδήποτε και αν βρεθεί μετά το θάνατο της".

Αλλά και αν ακόμη η ως άνω κληρονομούμενη τελούσε κατά την κατάρτιση της ανωτέρω αποδοχής κληρονομίας (με αριθμό ...90/1985) σε ουσιώδη νομική πλάνη σχετικά με το χαρακτήρα και την έκταση των δικαιωμάτων της, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη (για το ότι γίνεται κατ' αρχήν δεκτό ότι η άγνοια νομικών διατάξεων μπορεί κατ' εξαίρεση να θεωρηθεί ως ουσιώδης πλάνη, που καθιστά τη δικαιοπραξία ακυρώσιμη, βλ.

ΟλΑΠ 3/1989, ΑΠ 526/1995), ούτε η ίδια ούτε η εναγόμενη κληρονόμος της επεδίωξαν την ακύρωση της για το λόγο αυτό κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 140 επ. και 1857 παρ. 2 του ΑΚ και συνεπώς η σχετική δικαιοπρακτική δήλωση είναι έγκυρη και ισχυρή, καθότι η ουσιώδης πλάνη δεν επιφέρει αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας αλλά παρέχει το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητηθεί η ακύρωση της με δικαστική απόφαση.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 1951 μέχρι το 2005 που αρχικά ο Μ. Χ. (μέχρι το 1958) και στη συνέχεια η Δ. Π.-Χ. κατείχαν το εδαφικό τμήμα εμβαδού 241 περίπου τ.μ., όπου είχαν ανεγείρει την οικία τους και το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο προσκομιζόμενο από την εναγομένη τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.

Π., όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θεωρώντας ότι τους ανήκει κατά χρήση και ότι οι ίδιοι είναι συγκύριοι του ευρύτερου οικοπέδου (εμβαδού 485 τ.μ.) που είχε αγοραστεί το 1951 κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο αρχικός συγκύριος Γ. Μ. (που απεβίωσε το 1976) και στη συνέχεια οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι. Μ. (δικαιοπάροχος εναγόντων), Ά.

Μ. και Μ. Μ. συζ. Σ. Τ. κατείχαν το υπόλοιπο τμήμα του ενιαίου οικοπέδου (εμβαδού 244 τ.μ), που απεικονίζεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Β-Δ-Ε-Μ-Λ-Κ-Ι-Β, θεωρώντας ότι είναι συγκύριοι του ευρύτερου οικοπέδου. Ειδικότερα, η Ά. Μ. χρησιμοποιούσε το διαμέρισμα του ανωγείου ορόφου (εμβαδού 65 περίπου τ.μ.), που της είχε μεταβιβαστεί ως οριζόντια ιδιοκτησία το 1955 από τους αρχικούς συγκυρίους Γ.

Μ. και Μ. Χ.. Η Μ. Τ. χρησιμοποιούσε μαζί με τον σύζυγο της το διαμέρισμα του ισογείου (εμβαδού 67 τ.μ.), την κατοχή του οποίου τους είχε παραδώσει το 1966 ο πατέρας της κατά την κατάρτιση του υπ' αριθ. ...45/23.4.1966 προσυμφώνου σύστασης προικός του τ. Συμβολαιογράφου Γ. Β.. Στο προσύμφωνο αυτό γίνεται ρητή αναφορά για την ύπαρξη ενιαίου οικοπέδου με συγκύριο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον Μ.

Χ. και ότι αυτό έχει μεν διαιρεθεί μόνο κατά χρήση αλλά δεν έχει γίνει διανομή αυτού. Βάσει δε της συμφωνίας των μερών το οριστικό συμβόλαιο για τη σύσταση προίκας θα υπογράφονταν, αφού προηγουμένως γίνονταν διανομή του ενιαίου οικοπέδου, και σε διαφορετική περίπτωση (αν δηλ. δεν γίνονταν διανομή εντός δύο ετών) ο προικοδότης αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει ποσοστό συγκυριότητας επί του ενιαίου οικοπέδου, που θα αντιστοιχούσε στο ως άνω ισόγειο διαμέρισμα.

Ακόμα, αποδείχθηκε ότι μετά την παραχώρηση της χρήσης του ισογείου διαμερίσματος της οδού ... αριθ. 3 στους Μ. και Σ. Τ. ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Γ. Μ. ανήγειρε στο πίσω μέρος του διαιρετού κατά χρήση τμήματος του άλλο ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 35 περίπου τ.μ. βάσει σχετικής οικοδομικής άδειας, του οποίου τη χρήση παραχώρησε στον άμεσο δικαιοπάροχο τους Ι.

Μ.. Ο τελευταίος εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα αυτό με την οικογένεια του ενώ σ' αυτό διέμενε και ο Γ. Μ. μέχρι τον θάνατο του (το 1976). Στις 22.5.1992 τα τρία τέκνα του Γ. Μ. (Ι., Μ. και Ά.) κατήρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο επιβεβαίωσαν την ήδη υφιστάμενη χρήση των τριών διαμερισμάτων, που είχαν ανεγερθεί στο διαιρετό κατά χρήση τμήμα του πατέρα τους (δηλ.

ότι το μπροστινό ισόγειο διαμέρισμα θα το χρησιμοποιεί η Μ. Τ., το όπισθεν αυτού ισόγειο διαμέρισμα ο Ι. Μ. και το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου η Ά. Μ., στην οποία ούτως ή άλλως είχε μεταβιβαστεί κατά κυριότητα). Όπως δε προκύπτει και από το συμφωνητικό αυτό, οι κληρονόμοι του Γ. Μ. θεωρούσαν ότι είναι συγκύριοι κατά συνολικό ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί του ενιαίου οικοπέδου, που είχε αγοραστεί το 1951 από τον πατέρα τους και τον Μ.

Χ..

Συνεπώς, μέχρι και το 2005, οπότε απεβίωσε η Δ. Χ., τόσο οι διάδοχοι του Γ. Μ. όσο και η ως άνω κληρονόμος του Μ. Χ. θεωρούσαν ότι συγκύριοι του ενιαίου οικοπέδου και όχι κύριοι αυτοτελών οικοπέδων, που είχαν αποκτήσει λόγω έκτακτης χρησικτησίας μετά την πάροδο εικοσαετίας από άτυπη διανομή του αρχικά ενιαίου οικοπέδου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Μπορεί βέβαια κατά το έτος 2003 οι ενάγοντες με αίτηση ασφαλιστικών

μέτρων νομής.... και με αγωγή τους.... να αναφέρθηκαν σε αποβολή από τη συννομή τους στο ισόγειο διαμέρισμα, που είχε κτιστεί το 1969 από τον πατέρα τους Ι. Μ., εκ μέρους της θείας τους Μ. Τ. και του συζύγου της, αναφέροντας διηγηματικά ότι είχε γίνει άτυπη διανομή του οικοπέδου μεταξύ των Γ. Μ. και Μ. Χ.. Ωστόσο, με την υπ' αριθ. 14.146/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε ερήμην των τότε εναγόμενων, κρίθηκε ότι η άτυπη διανομή αφορούσε μόνο τη χρήση του ενιαίου οικοπέδου, αναγνωρίσθηκαν δε οι ενάγοντες ως "συννομείς του συγκεκριμένου διαμερίσματος μετά του αναλογούντος σε αυτό ποσοστού 1/3 επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 395

τ.μ.". Σε κάθε περίπτωση η αναφορά των εναγόντων σε άτυπη διανομή του οικοπέδου σε δικόγραφα δίκης διαφορετικής από την παρούσα συνιστά μη δεσμευτική για το Δικαστήριο εξώδικη ομολογία (κατ' άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, αν και σύμφωνα με τα παραπάνω η Δ. Π. συζ.

Μ. Χ., όπως η βούληση της εκφράστηκε και με την αποδοχή κληρονομίας του συζύγου της με την υπ' αριθ. ...90/1985 σχετική πράξη του Συμβολαιογράφου Χ. Χ.υ, θεωρούσε μέχρι τον θάνατό της ότι ήταν συγκυρία του ενιαίου οικοπέδου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου (αναγνωρίζοντας και το κληρονομικό δικαίωμα των εξ αίματος συγγενών του συζύγου της) και του ότι η αντίληψη της αυτή περί της έκτασης του δικαιώματος της δεν φαίνεται να διαφοροποιείται ούτε με την υπ' αριθ. ...02/2000 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Π.

Μ. Χ., μετά το θάνατό της (στις 28.6.2005) η εναγόμενη ως εκ διαθήκης κληρονόμος της προέβη στην υπ' αριθ. ...80/2006 δήλωση περί αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα...., με την οποία ισχυρίστηκε ότι ήδη από το 1955 υπήρξε άτυπη διανομή του επίδικου οικοπέδου μεταξύ των αρχικών συγκυριών του, ότι αμέσως μετά ο Μ.

Χ. δώρισε άτυπα το δικό του αυτοτελές τμήμα στη σύζυγο του Δ. και ότι, κατόπιν εικοσαετούς αποκλειστικής νομής της επ' αυτού, η τελευταία κατέστη κυρία αυτού λόγω έκτακτης χρησικτησίας ήδη από τις 30.4.1975 και ότι από πλάνη της προέβη στη συνέχεια στην υπ' αριθ. ...90/1985 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του τ.

Συμβολαιογράφου Χ. Χ.. Με βάση του παραπάνω ισχυρισμούς η εναγομένη εμφανίζεται με την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη (...80/2006) ως αποκλειστική κυρία του τμήματος εμβαδού 241 τ.μ., που χρησιμοποιούσε ο Μ. Χ. και στη συνέχεια η σύζυγος του βάσει συμφωνίας με τον έτερο συγκύριο του ενιαίου στην πραγματικότητα οικοπέδου Γ.

Μ.. Την ανωτέρω πράξη αποδοχής κληρονομίας, όπως αποδείχθηκε η εναγόμενη προσκόμισε ακολούθως στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Ν.Α. … ως τίτλο κυριότητας και έλαβε άδεια ανέγερσης οικοδομής (με αριθμό …62/2010) επί του εμφανιζόμενου ως ανήκοντος στην κυριότητα της αυτοτελούς οικοπεδικού τμήματος ενώ με την υπ' αριθ. ...69/2010 πράξη της Συμβολαιογράφου Π.

Μ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα....., εμφανιζόμενη ως αποκλειστική κυρία του ανωτέρω τμήματος συνέστησε επ' αυτού δύο (2) θέσεις στάθμευσης προς εξυπηρέτηση της μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής. Με τις ανωτέρω ενέργειές της αλλά και με σχετικές δηλώσεις της κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης η εναγομένη αμφισβήτησε τη συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου οικοπέδου συγκεκριμένα δε επί του διαιρετού κατά χρήση τμήματος εμβαδού 241 τ.μ., που κατείχαν κατά τα ανωτέρω οι δικαιοπάροχοι της Μ.

και Δ. Χ.. Ωστόσο, όπως παραπάνω αποδείχθηκε, ουδέποτε υπήρξε επί του τμήματος αυτού άσκηση αποκλειστικής νομής εκ μέρους της Δ.ς Χ. ώστε η τελευταία να αποκτήσει κυριότητα λόγω έκτακτης χρησικτησίας, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί της εναγόμενης είναι αβάσιμοι. Στην πραγματικότητα ο Γ. Μ. μέχρι και τον θάνατό του (που επήλθε στις 5.1.1976) ήταν συννομέας και συγκύριος του ενιαίου οικοπέδου σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, έστω και αν ο ίδιος και τα τέκνα του κατείχαν και χρησιμοποιούσαν μόνο το βορειοδυτικό τμήμα αυτού (οικοπέδου).

Μετά το θάνατό του ο Γ. Μ. κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην νομή και κατοχή εξ αδιαιρέτου ποσοστού 1/6 επί του ενιαίου οικοπέδου, το οποίο νέμονταν και κατείχε για δικό του λογαριασμό εν γνώσει και των λοιπών συγκληρονόμων του και χωρίς εναντίωση από αυτούς όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του από 22-5-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε ανάμεσά τους.

Ο Ι. Μ. απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 11.6.1995 και κληρονομήθηκε από την πρώτη ενάγουσα ως σύζυγο του (κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου) και από τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων ως τέκνα του (κατά συνολικό ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου), οι οποίοι υπεισήλθαν στην νομή του ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού (1/6) επί όλου του οικοπέδου, το οποίο συνέχισαν να νέμονται και να κατέχουν, όπως ακριβώς και ο δικαιοπάροχός τους και απέκτησαν την κυριότητα του δια εκτάκτου χρησικτησίας.

Συνεπώς, η πρώτη ενάγουσα κατέστη συγκυρία του επίδικου οικοπέδου (εμβαδού 485 τ.μ.) κατά ποσοστό 2/48 εξ αδιαιρέτου και καθένας από τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων κατά ποσοστό 3/48 εξ αδιαιρέτου. Όλοι δε οι ανωτέρω, αποδέχτηκαν τα κληρονομικά τους μερίδια με την υπ' αριθ. …68/15.12.2015 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Γιαννακού, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο.

Περαιτέρω, στις 16.11.2004 απεβίωσε η θεία της δεύτερης και τρίτου των εναγόντων Ά. Μ., η οποία με την υπ' αριθ. ...17/2001 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ε. Π. - Β. κατέλειπε σε αυτούς το ανωτέρω περιγραφέν ανώγειο διαμέρισμα της με το αναλογούν σε αυτό ποσοστό συγκυριότητας επί του κοινού οικοπέδου (1/6 εξ αδιαιρέτου).

Οι δε δεύτερη και τρίτος των εναγόντων αποδέχτηκαν την κληρονομία με την υπ' αριθ. …94/28.11 2005 σχετική πράξη της Συμβολαιογράφου Ε. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα....., και έτσι απέκτησαν επιπλέον ποσοστό συγκυριότητας επί του κοινού οικοπέδου 4/48 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Με βάση τα παραπάνω η πρώτη ενάγουσα είναι συγκυρία του ενιαίου οικοπέδου κατά ποσοστό 2/48 εξ αδιαιρέτου και καθένας από τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων κατά ποσοστό 7/48 εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι για το ως άνω ενιαίο οικόπεδο συγκυριότητας των διαδίκων ισχύει ποσοστό κάλυψης 40% και εκ τούτου η καλυμμένη επιφάνεια αυτού πρέπει να ανέρχεται το πολύ σε 195 τ.μ. (εκ του ότι το πραγματικό εμβαδόν του οικοπέδου είναι περίπου 485 τ.μ. και όχι 395 τ.μ., όπως αναφέρεται στο αρχικό συμβόλαιο κτήσης).

Στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου, που χρησιμοποιούν οι ενάγοντες από κοινού με την θεία τους Μ. Τ., έχει καλυφθεί επιφάνεια συνολικού εμβαδού 102 τ.μ. (αφού το ισόγειο διαμέρισμα που ήδη από το 1966 χρησιμοποιεί η Μ. Τ. και ο σύζυγος της έχει εμβαδόν 67 τ.μ. ενώ το ισόγειο διαμέρισμα του χτίστηκε στο πίσω μέρος του συγκεκριμένου τμήματος το 1969 για χρήση του Ι.

Μ.υ και της οικογένειας του έχει εμβαδόν 35 τ.μ.).

Συνεπώς, απομένει επιφάνεια για αξιοποίηση από την εναγομένη, που χρησιμοποιεί το νοτιοανατολικό τμήμα του ενιαίου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 93 τ.μ. (195 -102), δηλ. περίπου το 48% της συνολικά οικοδομήσιμης επιφάνειας, που μπορεί να την αξιοποιήσει είτε με την επισκευή και ανακαίνιση της υφιστάμενης σήμερα οικίας εμβαδού 70 τ.μ., για την οποία και οι ενάγοντες αναγνωρίζουν ότι βάσει των συμφωνιών των δικαιοπαρόχων τους έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της (μαζί με τυχόν υπόλοιπους κληρονόμους του Μ.

Χ., την ύπαρξη των οποίων αναγνώριζε η δικαιοπάροχος της Δ. Π.), είτε με την κατεδάφιση της παλαιάς αυτής οικοδομής και την ανέγερση νέας, το ισόγειο της οποίας μπορεί να έχει επιφάνεια μέχρι 93 τ.μ.. Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμη οι ενάγοντες έχουν υπερβεί το ποσοστό κάλυψης ή δόμησης που τους αναλογεί, κάτι που εν προκειμένω δεν αποδεικνύεται, πρέπει να γίνει δεκτό - κατ' ανάλογη εφαρμογή των όσων ισχύουν για οικόπεδα επί των οποίων έχει συσταθεί κάθετη συνιδιοκτησία - ότι η εναγομένη μπορεί να προστατεύσει το δικαίωμα αξιοποίησης του τμήματος, που της αναλογεί κατά χρήση, με την έγερση των αντίστοιχων αξιώσεων (δηλ.

της αξίωσης κατεδάφισης μέρους των οικοδομών των συγκυριών της κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση του δικαιώματος τους για δόμηση ή αξίωση αποζημίωσης για την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφάνειας που στερήθηκε - πρβλ. ΑΠ 51/2016). Δεν απαιτείται συνεπώς για τη διασφάλιση του δικαιώματος της εναγομένης προς αξιοποίηση του τμήματος του ενιαίου οικοπέδου, που δικαιούται η ίδια να χρησιμοποιεί, να εμποδιστεί η αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας των εναγόντων επί του ενιαίου οικοπέδου κατά τα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας και ως εκ τούτου η ένσταση της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν αδράνησαν ως προς την επίκληση του δικαιώματος συγκυριότητας τους επί του ενιαίου οικοπέδου (δηλ. και επί του τμήματος που χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης), αφού, μόλις πληροφορήθηκαν ότι η εναγομένη εμφανίζεται ως αποκλειστική κυρία του τμήματος των 241 τ.μ. με επίκληση της υπ' αριθ. ...80/2006 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Π.

Μ. - Χ., την οποία γνωστοποίησε στην πρώτη ενάγουσα με την από 16.1.2007 εξώδικη δήλωση της, αντέδρασαν τόσο με την από 24.1.2007 εξώδικη διαμαρτυρία της πρώτης εξ αυτών (και της Μ. Τ.) όσο και στη συνέχεια με αίτηση ακύρωσης της εκδοθείσας από την εναγομένη οικοδομικής άδειας (.........) αλλά και με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας των υπ' αριθ. ...80/2006 και ...69/ 2010 πράξεων της ανωτέρω Συμβολαιογράφου και μετά την απόρριψή της ως μη νόμιμης (με την υπ' αριθ. 8451/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) με την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Πριν δε την κατάρτιση της υπ' αριθ. ...80/2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της εναγόμενης δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδράνεια των εναγόντων, αφού γνώριζαν ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης Δ. Χ. αναγνώριζε τη συγκυριότητά τους επί του ενιαίου οικοπέδου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...90/1985 δήλωση της περί αποδοχής κληρονομίας του συζύγου της ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χ.

Χ.. Κατόπιν των ανωτέρω η προβαλλόμενη από την εναγομένη ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος αποδεικνύεται αβάσιμη κατ' ουσία, και ουδόλως έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ως άνω ως ένσταση με όμοια αιτιολογία. Κατόπιν των ανωτέρω η σωρευόμενη στο δικόγραφο αναγνωριστική κυριότητας αγωγής πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, και να αναγνωριστούν οι ενάγοντες ως εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατά ποσοστό 2/48 εξ αδιαιρέτου, την πρώτη από αυτούς κατά δε ποσοστό 7/48 εξ αδιαιρέτου, καθένα από τους δεύτερη και τρίτο, ενός οικοπέδου εμβαδού, κατά τον αρχικό τίτλο κτήσης 395 τ.μ.

και στην πραγματικότητα 485 περίπου τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της … (επί της οδού ...) το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Γ. Μ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. …65/1951 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Θ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα..... και έχει ήδη αποτυπωθεί στις προσωρινές κτηματολογικές εγγραφές με ΚΑΕΚ ....., επί του οποίου (οικοπέδου) υφίσταται μία και μόνο οριζόντια ιδιοκτησία που αποτυπώνεται στις προσωρινές κτηματολογικές εγγραφές με ΚΑΕΚ....., αφορά διαμέρισμα του ανωγείου ορόφου εμβαδού 63 περίπου τ.μ., και συνεστήθη δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου....

συμβολαίου υπ' αριθ. 3747/1955 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Γ. Β.. Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ομοίως ως προς την ανωτέρω αναγνωριστική αγωγή ουδόλως έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Αντίθετα έσφαλε, ως προς την αρνητική αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, την οποία δέχθηκε ως ουσία βάσιμη....

ενώ έπρεπε να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη". Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τη διάταξή της που δέχθηκε την αρνητική αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, την οποία και απέρριψε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, επικυρώνοντάς αυτήν ως προς τη σωρευθείσα αναγνωριστική κυριότητας αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφενός εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και αφετέρου δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία της υπ' αριθ. 14490/1985 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Δ.ς Π.-Χ.

ενώπιον του συμβολαιογράφου Χ. Χ., εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια, ως προς τη βούληση δηλώσεως του προαναφερομένου προσώπου, ώστε να χρειασθεί να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και πέμπτος, κατά τα σχετικά σκέλη τους, αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Εξ άλλου, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, κατά σκέλος του που αφορά τη μη προσφυγή του Εφετείου στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποια δικαιοπραξία της ένδικης υπόθεσης το Εφετείο, παρά τη διαπίστωση κενού ή ασάφειας ως προς τη δήλωση βουλήσεως, παρέλειψε να προσφύγει στους ανωτέρω κανόνες για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης ή, καίτοι δέχθηκε ανέλεγκτα ότι η δικαιοπραξία ήταν πλήρης και σαφής, χωρίς ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, προσέφυγε στην εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων.

O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).

Με τον πρώτο και τον πέμπτο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγους της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, προκειμένου να αποδειχθεί ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των διαδίκων Γ.

Μ. και Μ. Χ., αρχικοί αγοραστές κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, είχαν εξ αρχής διαιρέσει τούτο σε δυο αυτοτελή και ανεξάρτητα τμήματα (οικόπεδα), καθένα εκ των οποίων είχε περιέλθει σε εκάτερο τούτων κατά αποκλειστική νομή, και δη:

α) την 19/9/ΚΤ140016/19 απόφαση του Εθνικού Κτηματολογίου,

β) τα υπ' αριθ. πρωτ. 7380/8-6-2016 και 7441/9-6-2016 κτηματολογικά φύλλα,

γ) την από 17-9-2012 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Π., δ) το υπ' αριθ. πρωτ. …450/18-10-2005 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Μ. Χ. του Ι.

ε) την υπ' αριθ. πρωτ. 2867/11-11-2008 βεβαίωση του Δήμου ...,

στ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6775/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και την με αριθμό έκθεση κατάθεσης 19846/2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, όπως ρητά άλλωστε αναφέρει, "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...", στα οποία περιλαμβάνονται αναμφίβολα και όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής ή της ένστασης) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 486/2018). Με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως με επίκληση προσαχθέντα έγγραφα, ήτοι την από 3-6-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσιβλήτων, την υπ' αριθ. 4867/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 3-6-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την υπ' αριθ. 14146/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, στηριζόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση στον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν "πράγματα" αλλά αποδείξεις και εκ των οποίων το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο ρητά μνημονεύει στο σκεπτικό της.

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 309/2018).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έπρεπε να λάβει καθόλου υπόψη:

α) την υπ' αριθ. …490/3-5-1985 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Δ. χήρας Μ. Χ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Χ. Χ., εφόσον το πρωτότυπό της δεν φέρει την υπογραφή του συντάκτη της συμβολαιογράφου και

β) το υπ' αριθ. …33/1958 πιστοποιητικό του Δήμου …, το οποίο δεν εκδόθηκε με βάση τα τηρούμενα στο Δήμο στοιχεία, ενώ δεν προσέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη στις υπ' αριθ. 4876/2003 και 14146/2004 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα τις προαναφερόμενες δήλωση αποδοχής (η οποία έφερε την υπογραφή της αποποιηθείσας Δ.ς χήρας Μ. Χ.), πιστοποιητικό και αποφάσεις ως έγγραφα, συνεκτιμώντας αυτές μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα, προσδίδοντας σ' αυτές την προσήκουσα και όχι μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 924/2018). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 152/2015), ούτε τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση διαδίκου, τα οποία φέρουν το χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ και δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση (ΑΠ 1471/2014).

Με τον τέταρτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρεμόρφωσε τα με επίκληση προσαχθέντα ως αποδεικτικά μέσα και δη το από 17-9-2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Π., την από 3-6-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης των αναιρεσιβλήτων και την από 3-6-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω, φερόμενα ότι παραμορφώθηκαν, δικόγραφα, με συνέπεια, ως προς αυτά ο αναιρετικός λόγος να είναι αβάσιμος, ενώ, ειδικώς κατά το μέρος που αφορά το τοπογραφικό διάγραμμα, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2017 αίτηση της Κ.-Α. συζύγου Ν. Δ. το γένος Π. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2446/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ