Legislator Case Law & Legislation
458/2017 AI generated

458/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 458/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

458/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 24.2.2014 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
previous legal status coinage prerogative identity documents documents subject to special treatment forgery of official marks documents in the file
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 458 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 458/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Κ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κούκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. - Α. Δ. συζ. Β. Κ. και 2) Α. Δ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Λάιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 723/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6451/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 8.7.2013 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 24.2.2014 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του από το νόμο 4335/2015, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1) παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν, το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν έχει καθ’ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάσης της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη, στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξαίρεση, ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη, του αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 4/2005).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (Ολ. ΑΠ 18/1998). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής (δηλ. η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ. η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα.

Αν λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη μολονότι το δικόγραφο της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ’ ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, συγκύριοι αγροτεμαχίου εζήτησαν να καθορισθεί η οριοθετική γραμμή αυτού με όμορο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, για το λόγο ότι είναι αόριστη, αλλά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1020 ΑΚ, χωρίς τη συνδρομή όλων των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής αυτής κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι χωρίς ειδικό προσδιορισμό αμφισβητούμενης εδαφικής λωρίδας γης και χωρίς αναφορά αδυναμίας προσδιορισμού αληθούς θέσης των όμορων ακινήτων με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας αυτών.

Ο λόγος αυτός με τον οποίο, υπό την επίκληση της από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειας, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, μη προβλεπόμενος, ως προεκτέθηκε, στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους κατά αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που δικάζουν κατ’ έφεση αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, [κατ’ αρχήν], να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο ερεύνης της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.

ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010, ΑΠ 2402/2007, ΑΠ 1928/2008). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή στο γραφείο μεταγραφών της περιφερείας του ακινήτου.

Αν δεν γίνει μεταγραφή, εκείνος στον οποίο έγινε η μεταβίβαση δεν αποκτά κυριότητα ούτε απέναντι στους τρίτους ούτε και απέναντι στον πωλητή.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμήθηκε, προσάπτεται στην απόφαση η αιτίαση, από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου περί μεταγραφής, με αποτέλεσμα η αγωγή να κριθεί ότι ασκήθηκε από ενεργητικά νομιμοποιούμενους διαδίκους.

Το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο σε σχέση με την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, το με αριθμό .../17.11.1934 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Βασ. Αποστολάκη, με το οποίο περιήλθε το ακίνητο των εναγόντων, το οποίο τότε υπαγόταν στα διοικητικά όρια του Δήμου ..., στον απώτατο δικαιοπάροχο τους Γ.

Ν. με αγορά από την Α. θυγ. Κ. Κ., έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ... (τόμος … με αύξ. Αριθμό …). Εν συνεχεία, το με αριθμό .../2000 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Σοφίας Γκαγκαουδάκη, με το οποίο περιήλθε το εν λόγω ακίνητο, το οποίο πλέον ανήκε διοικητικά στο Δήμο ... πρώην Κοινότητα ...

τέως Δήμου ..., στις απώτερες δικαιοπαρόχους των εναγόντων, είχε μεταγραφεί επίσης στο υποθηκοφυλακείο ... (στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …), κατόπιν άρνησης του υποθηκοφύλακα ... να το μεταγράψει με την αιτιολογία ότι οι τίτλοι του προκτήτορα ήταν μεταγεγραμμένοι στο υποθηκοφυλακείο ..., το οποίο συστάθηκε με το ΠΔ 969/1979 και άρχισε να λειτουργεί τον Απρίλιο του έτους 1980 (με αριθμό …/28.03 - 12.04.1980 απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης), δεν απέσπασε περιοχή από το Υποθηκοφυλακείο ..., αλλά αντίθετα από το υποθηκοφυλακείο ... (βλ.

με ημερομηνία 21.06.2000 πράξη απόρριψης του Υποθηκοφύλακα ...). Τέλος, οι ενάγοντες μετέγραψαν τους δικούς τους τίτλους ιδιοκτησίας, δηλαδή τα με αριθμούς .../2001 και .../2001 συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς, αντίστοιχα, στο υποθηκοφυλακείο ... (στον τόμο… και με αύξοντες αριθμούς ...). Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι ενάγοντες έχουν καταστεί κύριοι του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου τους κατόπιν μεταγραφής των τίτλων κτήσης τους στο αρμόδιο τοπικά υποθηκοφυλακείο ...".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι ενάγοντες - ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, κατόπιν μεταγραφής των τίτλων κτήσης τους στο αρμόδιο τοπικό Υποθηκοφυλακείο .... Με την κρίση του αυτή το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 68 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον στις παραδοχές του περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά για την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων και ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως αυτών στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον προκειμένου για ευθεία παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται εκείνοι οι κανόνες δικαίου που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας. Τέτοια είναι και η διάταξη του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι αγωγές που αφορούν ακίνητα εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφερείας όπου βρίσκεται το ακίνητο, και ειδικότερα λόγω μη προσηκούσας εγγραφής της ένδικης αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφερείας όπου κείται το ακίνητο. Κατά συνέπεια, εφόσον η προβαλλόμενη πλημμέλεια αφορά ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω δικονομικής διατάξεως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα δε ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2013 αίτηση της Α. Μ. συζ. Ν. για αναίρεση της 6451/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

Και

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ