Legislator Case Law & Legislation
458/2012 AI generated

458/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 458/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 458 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 458/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔηÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 458 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 458/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. και ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη Μακρακώμη Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νίκα.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Χ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 26-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 2910/2001 (αντίστοιχη καταργηθείσα διάταξη 23 παρ. 1 του Ν. 1975/1991), που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι "Επιτρέπεται η είσοδος αλλοδαπού στην Ελλάδα για απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη και για συγκεκριμένο είδος απασχόλησης, αν του χορηγηθεί άδεια εργασίας από το νομάρχη", η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι κατ' αρχήν απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές, αλλά έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ, για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του (το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Πολωνός υπήκοος, ισχυρίστηκε ότι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη την 1-3-2003 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, που ασκεί επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών, ξυλείας, υδραυλικών εργαλείων κ.λπ. στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου άνω των 17 τόννων, έχων την προς τούτο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού Ε' κατηγορίας, αντί του αναφερόμενου συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού και ότι, με την ιδιότητά του αυτή, εργάσθηκε στην ως άνω επιχείρηση της εναγομένης έως τις 6-8-2005 ανελλιπώς, από Δευτέρα έως και Παρασκευή κάθε εβδομάδα και από ώρα 07.00' έως ώρα 17.00' καθημερινά, καθώς επίσης και όλα τα Σάββατα κάθε μήνα, ζήτησε δε ακολούθως, με την κύρια βάση της αγωγής ευθέως από την σύμβαση και, σε περίπτωση ακυρότητας από οποιαδήποτε αιτία της συμβάσεώς του, με την επικουρική βάση της αγωγής από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την επιδίκαση των προσδιοριζόμενων ποσών για επιδόματα εορτών και άδειας, για ιδιόρρυθμη και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και για κάθε Σάββατο που εργάσθηκε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. και την θεμελίωση των ανωτέρω αξιώσεων του ενάγοντος και δεν χρειαζόταν, για το ορισμένο αυτής (αγωγής), να αναφέρεται ότι ο ενάγων κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης και ότι είχε εφοδιασθεί με την κατά νόμο άδεια εργασίας στην Ελλάδα ως αλλοδαπός. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 1, αληθώς όμως από τον αριθμό 14, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο αριθμός και η ημερομηνία εκδόσεως της άδειας ικανότητας οδηγού, που ισχυρίζεται ότι κατείχε ο ενάγων, ούτε η ύπαρξη άδειας εργασίας, προκειμένου να κριθεί αν η επικαλούμενη σύμβαση εργασίας του ήταν έγκυρη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον η παράλειψη του ενάγοντος να αναφέρει στην αγωγή, με την οποία προβάλλει αξιώσεις από την σύμβαση εργασίας, τα αναγκαία για το κύρος της συμβάσεως αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι έχει εφοδιασθεί με άδεια ικανότητας οδηγού και άδεια εργασίας, όπου τα στοιχεία αυτά απαιτούνται κατά νόμο, δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εξετάσει την συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, και μόνο αν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από τον εναγόμενο, οφείλει ο ενάγων να προτείνει και να αποδείξει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι παραπάνω προϋποθέσεις. Κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), κατά την οποία δικάσθηκε η παρούσα υπόθεση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που έχουν γίνει νομοτύπως, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ΚΠολΔ, δηλαδή ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, οπότε οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, σε συσχετισμό με το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων δεν έγιναν στα πλαίσια της δίκης που κρίνεται η διαφορά, αλλά άλλων δικών μεταξύ των αυτών διαδίκων, χωρίς την τήρηση των τασσομένων γι' αυτές νόμιμων διατυπώσεων, τότε, εφόσον κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου οι βεβαιώσεις αυτές δεν ελήφθησαν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη (οπότε θα ήσαν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο), εκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εκ των εγγράφων που τις περιέχουν.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, συγκεκριμένα δε: 1) την υπ' αριθμ. .../2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Μακρακώμης Φθιώτιδας Μαρίνας Καρτσαγκούλη - Λουρίκα των μαρτύρων της αναιρεσείουσας Δ. Σ., Ι. Χ., Κ. Υ. και Α. Γ. και 2) την υπ' αριθμ. .../2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου των μαρτύρων της αναιρεσείουσας Ι. Κ., Ν. Σ. και Ν. Τ., οι οποίες ένορκες βεβαιώσεις (.../2006 και .../2007) χρησιμοποιήθηκαν σε άλλη δίκη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Λαμίας και Μακρακώμης Φθιώτιδας και κατά την αναιρεσείουσα επιβεβαιώνουν με το περιεχόμενό τους τον ισχυρισμόν της ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε εργάσθηκε για λογαριασμό της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τις 16-9-2002, που έως τότε πράγματι εργαζόταν στην επιχείρησή της και αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, που δεν αναφέρεται στο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων, μετά τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά σε εκείνες από το περιεχόμενο των οποίων, μη ληφθεισών ειδικά για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη, συνάγονται δικαστικά τεκμήρια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις ως άνω υπ' αριθμ. .../2006 και .../2007 ένορκες βεβαιώσεις (για τις οποίες, σημειωτέον, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως επίσης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα, που αναφέρονται στο αναιρετήριο ως μη ληφθέντα υπόψη, στα οποία όμως έγγραφα, που έλαβε υπόψη του το Εφετείο, δεν περιλαμβανόταν και η υπ' αριθμ. 2101/2008 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας (που αναφέρεται στο αναιρετήριο ως μη ληφθείσα υπόψη), καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 11-1-2010 προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση στο ακροατήριο του Εφετείου Λαμίας της εφέσεώς της, μετά την οποία (συζήτηση) εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η τελευταία (αναιρεσείουσα), με τις προτάσεις της αυτές, δεν επικαλέσθηκε καθόλου, ούτε δήλωσε ότι προσκομίζει την ως άνω υπ' αριθμ. 2101/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, ούτε άλλωστε ισχυρίζεται στην αίτηση αναιρέσεως ότι επικαλέσθηκε κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση και προσκόμισε την εν λόγω απόφαση. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 62/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο ο αντίδικός της (αναιρεσίβλητος), αφού η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 2101/2008 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος. Τα λοιπά αναφερόμενα στον ίδιο λόγο αναιρέσεως περί των "συμπερασμάτων" που εξάγονται ή έπρεπε να εξαχθούν από τα ανωτέρω νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα πλήττουν πράγματι την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικώς, εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα πλήττεται η κρίση του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, ανελλιπώς από 1-3-2003 έως 6-8-2005, που αποχώρησε οικειοθελώς. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 365/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Την 1-3-2003 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) συνήψε στην Μακρακώμη Φθιώτιδας προφορικά με την εναγομένη (αναιρεσείουσα), η οποία διατηρεί εκεί επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών, ξυλείας, ασβεστοπολτού, υδραυλικών εργαλείων, λαμαρινών, συρματοπλεγμάτων κ.λπ., σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων θα εργαζόταν στην ως άνω επιχείρηση της εναγομένης ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου άνω των 17 τόννων. Συγκεκριμένα - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - ανατέθηκε στον ενάγοντα η οδήγηση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου της εναγομένης και αυτός εργάσθηκε ανελλιπώς (στην επιχείρησή της) έως τις 6-8-2005, οπότε και αποχώρησε από την εργασία του οικειοθελώς, λόγω του ότι τραυματίσθηκε βαριά σε αυτοκινητικό ατύχημα. Ο ισχυρισμός της εναγομένης - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - ότι ο ενάγων είχε μεν εργασθεί παλιότερα στην επιχείρησή της, από 1-1-2000 έως 16-9-2002, οπότε και αποχώρησε, πλην όμως δεν επαναπροσλήφθηκε την 1-3-2003, ούτε εργάσθηκε εκ νέου σ' αυτήν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η εργασία του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης - συνεχίζει το Εφετείο - κατά το επίδικο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα από 1-3-2003 έως 6-8-2005, βεβαιώθηκε, εκτός από τον μάρτυρα αποδείξεως, και από τα εξής αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία επιτρεπτώς συνάγονται τεκμήρια: α) Στις 12-7-2005 ο ενάγων κατελήφθη, σε έλεγχο διακίνησης αγαθών, διενεργούμενο από την ΥΠ.Ε.Δ.Α., επί της Ε.Ο. Λαμίας - Καρπενησίου, να οδηγεί το υπ' αριθμ. ... - ΙΧΦ αυτοκίνητο (εκ προφανούς παραδρομής παραλείφθηκε ο πλήρης αριθμός κυκλοφορίας ... ΙΧΦ) της εναγομένης εταιρείας, μεταφέροντας για λογαριασμό της (εναγομένης) εμπορεύματα με παραλήπτη τον Ι. Σ. (βλ. υπ' αριθμ. 2387/2007 βεβαίωση της ΥΠ.Ε.Δ.Α. Στερεάς Ελλάδας ), β) κατόπιν καταγγελίας του ενάγοντος προς το ΙΚΑ, επειδή η εναγομένη δεν τον είχε ασφαλίσει, εκδόθηκε από το ΙΚΑ Λαμίας σχετική καταλογιστική πράξη για την ασφαλιστική τακτοποίηση του ενάγοντος. Η ένσταση της εναγομένης κατ' αυτής απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 198/2006 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ως ουσιαστικά αβάσιμη, η οποία (απόφαση) ακυρώθηκε μεν, κατόπιν προσφυγής της εναγομένης, με την υπ' αριθμ. 37/2008 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας, όχι όμως για λόγους ουσίας, αλλά γιατί δεν είχε τηρηθεί η αρχή της προηγούμενης ακρόασης. Ωστόσο, τα μέλη της εναγομένης εταιρείας κηρύχθηκαν ένοχοι με την υπ' αριθμ. 62/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, για το αδίκημα της μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ Λαμίας για την απασχόληση του ενάγοντος και γ) με την υπ' αριθμ. 150/2007 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας τέθηκε στο αρχείο ως αβάσιμη η έγκληση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Ν. Κ. για ψευδή καταμήνυση, με εγκαλούμενο τον ενάγοντα και τους μάρτυρες αυτού που επιβεβαίωσαν την ως άνω προς το ΙΚΑ καταγγελία του (ενάγοντος), με την αιτιολογία ότι όντως ο ενάγων εργάσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (1-3-2003 έως 6-8-2005). Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, ότι η εναγομένη προς ανταπόδειξη επικαλείται (εκτός από την μάρτυρα ανταποδείξεως και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της) βασικά ότι: α) Δεν υπάρχουν δελτία αποστολής φέροντα την υπογραφή του ενάγοντος και β) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν δήλωσε ο ενάγων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά - είπε το Εφετείο - δεν αναιρούν το παραπάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου (ότι ο ενάγων εργάσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, κατά το επίδικο από 1-3-2003 έως 6-8-2005 χρονικό διάστημα), αφού στα δελτία αποστολής υπογράφει κατά κανόνα ο εκδότης (δηλαδή ο εκπρόσωπος της εναγομένης) και ο παραλήπτης και όχι και ο οδηγός, ενώ η απόκρυψη από τον ενάγοντα των εσόδων του από την εργασία του δεν συνιστά αμάχητο τεκμήριο ότι δεν εργάσθηκε. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι, κατά τα αποδειχθέντα, ο ενάγων εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης από Δευτέρα έως και Σάββατο και το ημερήσιο ωράριό του ήταν 07.00' έως 15.00'. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εργαζόταν έως και ώρας 17.00' και ότι ως εκ τούτου παρείχε υπερωριακή εργασία δεν αποδείχθηκε με ασφάλεια και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, ναι μεν ο μάρτυρας αποδείξεως καταθέτει ότι το ωράριό του ήταν από 07.00' έως 17.00' επί καθημερινής βάσεως, πλην όμως η κατάθεσή του αυτή δεν παρέχει ασφαλή απόδειξη, ως προς το ζήτημα της υπερωριακής απασχολήσεως του ενάγοντος, αφενός μεν γιατί είναι αόριστη και αυτός (μάρτυρας) κάτοικος όχι Μακρακώμης, όπου η έδρα της επιχειρήσεως της εναγομένης, αλλά Ηράκλειας Λαμίας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει σαφή αντίληψη της καθημερινότητας της εργασιακής σχέσεως των διαδίκων, αφετέρου δε από 212 έντυπα της ταμειακής μηχανής της εναγομένης προκύπτει ότι η επιχείρηση αυτής περαίωνε τις εργασίες της, κατά μέσο όρο, περί ώρα 15.00'. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, εις εκτέλεση της οποίας ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσέφερε τις υπηρεσίες του, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, στην επιχείρηση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) από 1-3-2003 έως 6-8-2005, οι οποίες αιτιολογίες δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς. Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τα άρθρα 566 παρ. 1 και 118 παρ. 4 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχεται στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων και το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, έτσι ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο που προσέδωσε στο έγγραφο αυτό το δικαστήριο αφενός και με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το ίδιο δικαστήριο αφετέρου, να είναι δυνατή η κρίση για την βασιμότητα ή όχι του υπόψη λόγου αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω υπ' αριθμ. 2387/4-6-2007 εγγράφου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων Στερεάς Ελλάδος, χωρίς όμως να παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αλλά και ως αναπόδεικτος, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, όπως έχει υποχρέωση, το άνω έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για την διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Ενόψει όλων των εκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-11-2010 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ν. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 147/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ