458/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τη διάταξη του αριθμόυ 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενοςλόγος αναριέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται ε΄φεσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει τα άρθρα 288 Ακ, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος.
Legislator headnote
AI generated458/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αλλ' ούτε και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, το οποίο περιοριστικά προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν (ΑΠ 574/2009).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 458 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Από τη διάταξη του αριθμόυ 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενοςλόγος αναριέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται ε΄φεσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει τα άρθρα 288 Ακ, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος.
Αριθμός 458/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοκάπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6344/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το δεύτερο μέρος της διατάξεως του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 305/2005 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, εσφαλμένα δεν δέχτηκε αυτεπαγγέλτως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και δεν παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αλλ' ούτε και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, το οποίο περιοριστικά προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν (ΑΠ 574/2009).
II.- Από τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία, αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι, συνεπώς, δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.
Η πιο πάνω αρχή (της ίσης μεταχειρίσεως) έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1β' του Συντάγματος. Περαιτέρω, με τις από 14-3-1985 και 10-5-1985 (τροποποιητική της πρώτης) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκαν μεταξύ ΟΤΕ - Α.Ε.
και ΟΜΕ-ΟΤΕ, κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμούς καταθέσεων 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985, θεσμοθετήθηκε και ισχύει για το τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ - Α.Ε. ενιαίο μισθολόγιο, με το οποίο το προσωπικό, ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχει, διακρίνεται από την στάθμη εκπαίδευσής του, σε κατηγορίες, με βάση τις οποίες εντάσσεται και εξελίσσεται στα καθοριζόμενα μισθολογικά κλιμάκια (μ.
κ.). Ο όρος 8 της πιο πάνω Ε.Σ.Σ.Ε., που περιλαμβάνει τους πάγιους κανόνες ένταξης του προσωπικού στα μ. κ., ορίζει στην παρ. 1 ότι η ένταξη σ' αυτά γίνεται με βάση τη στάθμη εκπαίδευσης του και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στον ΟΤΕ ως μόνιμου, δόκιμου ή έκτακτου, ενώ με τον όρο 2 παρ. 1 αυτής το προσωπικό διακρίνεται από τη στάθμη της εκπαίδευσης του στις μισθολογικές κατηγορίες:
ΣΕ ( στοιχειώδους εκπαίδευσης), ΓΕ (γυμνασιακής εννεαετούς εκπαίδευσης), ΜΕ (μέσης δωδεκαετούς εκπαίδευσης), ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), ΑΡ3 ( ανώτερης τριετούς εκπαίδευσης), ΑΡ4( ανώτερη τετραετούς εκπαίδευσης), ΑΤ4 (ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης) και ΑΤ5 (ανώτατης πενταετούς εκπαίδευσης). Με τον όρο 3 του μισθολογίου καθορίστηκε η ένταξη του προσωπικού στα μ.κ.
και η εξέλιξή του. Ο όρος 11 τούτου περιέχει διατάξεις μεταβατικής ισχύος, για το προσωπικό που υπηρετούσε ήδη στον ΟΤΕ κατά την εισαγωγή του μισθολογίου. Ειδικότερα, ο όρος αυτός προβλέπει στην παρ. 1 ότι στα μ. κ. εντάσσεται μόνο το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985, ενώ , κατά τον ίδιο όρο, το προσωπικό των κλάδων Ι, II και III του ΓΚΠ-ΟΤΕ ( Διοικητικό, Οικονομικό, Τεχνικό) εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τα τυπικά του προσόντα, ανεξάρτητα από τους περιορισμούς του άρθρου 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ στους τίτλους σπουδών.
Ακολούθως, υπογράφηκε η από 21-3-1989 ΕΣΣΕ (δημ/κε με την Α. Υ.Ε. 13468/1989), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το μισθολόγιο του 1985 και προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό ΑΡ 2 εξελίσσεται σε 15 μ.κ., με εισαγωγικό το 11° μ.κ. και καταληκτικό το 25ο μ.κ. , το προσωπικό ΑΡ3 σε 15 μ.κ. με εισαγωγικό το 12ο μ.κ. και καταληκτικό το 26° μ.κ. , το προσωπικό ΑΡ 4 σε 15 μ.κ.
με εισαγωγικό το 13° μ.κ. και καταληκτικό το 27° μ.κ., το προσωπικό ΑΤ4 σε 16 μ.κ. με εισαγωγικό το 13° μ.κ και καταληκτικό το 28° μ.κ., το προσωπικό ΑΤ5 σε 14 μ.κ. με εισαγωγικό το 15° μ.κ. και καταληκτικό το 28° μ.κ. Το προσωπικό με τίτλο σπουδών ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης που υπηρετούσε την 1-1-1985 είτε ως μόνιμο είτε ως δόκιμο εντάχθηκε στο μισθολόγιο βάσει της στάθμης εκπαίδευσης και των ετών σπουδών, ανεξάρτητα αν οι τίτλοι σπουδών τους αναγνωρίζονται ή όχι από του άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Η ως άνω ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών που δεν προβλέπονται για την ειδικότητα του, αφού για την κατηγορία αυτή των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του 2ου όρου του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών που λαμβάνονται υπόψη για τη διάκριση κάθε κατηγορίας είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ-ΟΤΕ Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής :
Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 25-3-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως διοικητική υπάλληλος και εντάχθηκε στη συνέχεια την 1-1-1988 στο τακτικό προσωπικό της στον εισαγωγικό βαθμό ΔΕΠ5 και έκτοτε εξελίχθηκε κανονικά υπηρετούσα μέχρι σήμερα. Η εναγομένη, με βάση τις διατάξεις του όρου II του μισθολογίου, ενέταξε τους υπηρετούντες την 1-1-1985 πτυχιούχους που ήταν μόνιμοι ( αν και τα πτυχία τους δεν ήταν αυτά που προβλέπει ο ΓΚΠ-ΟΤΕ), όπως (ενδεικτικά) τους ....
Με την 2024/1-9-1987 απόφαση του το Δ.Σ. της εναγομένης ενέταξε στο μισθολόγιο και εκείνους που υπηρετούσαν σ' αυτήν ως έκτακτοι την 1-1-1985 και μονιμοποιήθηκαν αργότερα, όπως (ενδεικτικά) την Ν και τον Μ, που προσλήφθηκαν στις 22-1-1981 και 4-4-1983, αντίστοιχα, και ήταν πτυχιούχοι, καθώς και άλλους μισθωτούς που ήταν μόνιμοι την 1-1-1985 και εντάχθηκαν ως πτυχιούχοι αν και απέκτησαν τα πτυχία τους μετά την ημερομηνία αυτή, όπως (ενδεικτικά) τους Κ, Ξ και Λ.
Η ενάγουσα, η οποία ήταν πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, προσλήφθηκε μετά την 1-1-1985, εντάχθηκε στην κατηγορία ΜΕ από 1-9-1994 ως ΑΡ2, από 1-4-1999 ως ΤΕ2 και από 1-6-2001 ως ΤΕ, λαμβάνοντας τις αποδοχές που αντιστοιχούν στα κλιμάκια των κατηγοριών αυτών, ενώ παρείχε στην εναγομένη τις ίδιες υπηρεσίες με τους προαναφερόμενους συναδέλφους της, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και είχε τα ίδια με τους προαναφερόμενους τυπικά προσόντα.
Η εναγομένη με την παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της (για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού της που υπηρετούσε την 1-1-1985 στο μισθολόγιο και μάλιστα στην κατηγορία ΑΤ4) προέβη σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζομένους, αφού η παροχή αυτή δεν έγινε κατ' επιταγή διατάξεως, ενόψει του ότι οι όροι των προαναφερόμενων ΕΣΣΕ αναφέρονται μόνο στο μόνιμο και δόκιμο προσωπικό, ο αποκλεισμός δε από την οικειοθελή αυτή παροχή του προσωπικού που προσλήφθηκε μετά την 1-1-1985, όπως είναι και η ενάγουσα, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι δίκαιη και εύλογη, καθόσον δεν συντρέχει ειδικός και σοβαρός λόγος που να τη δικαιολογεί.
Ούτε συνιστά τέτοιο λόγο το γεγονός ότι οι αναφερόμενοι συνάδελφοι της ενάγουσας υπηρετούσαν ως έκτακτοι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ αυτή προσλήφθηκε αργότερα. Αλλά, ακόμη, και αν η ένταξη αυτή είχε γίνει κατ' επιταγή του νόμου, δηλ. του άρθρου ίί αρ 1 και 14 των ανωτέρω ΕΣΣΕ, οι οποίες έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, και πάλι η ρύθμιση αυτή, που έγινε χωρίς να προκύπτει ύπαρξη λόγων γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος που να τη δικαιολογούν (ούτε η εναγομένη επικαλείται κάτι τέτοιο), επιφέρει αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση και γι' αυτό είναι ανίσχυρη και πρέπει για την αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, να εφαρμοστεί και προς όφελος της ενάγουσας, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, η ίδια ευνοϊκή ρύθμιση και να θεωρηθεί η ενάγουσα εντακτέα στα ανωτέρω μισθολογικά κλιμάκια που εντάχθηκαν οι παραπάνω συνάδελφοι της.
Και συνεχίζει Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος έφεσης. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έστω και με την εν μέρει εσφαλμένη κύρια αιτιολογία, όσον αφορά την ένταξη των υπηρετούντων την 1-1-1985 πτυχιούχων που ήταν μόνιμοι ..., καθώς και την ένταξη μισθωτών που ήταν μόνιμοι την 1-1-1985 και εντάχθηκαν ως πτυχιούχοι αν και απέκτησαν τα πτυχία του μετά την ημερομηνία αυτή (Κ, Ξκαι Λ), αφού στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 και η ένταξή τους έγινε σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας , σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, δεν παραβίασε, κατά την περίπτωση της ένταξης εκείνων που την 1-1-1985 υπηρετούσαν ως έκτακτοι και μονιμοποιήθηκαν αργότερα (Ν και τον Μ), τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 και 22 § 1 β' του Συντάγματος, των από 14-3-1985 αρχικής, από 10-5-1985 τροποποιητικής και 21-3-1989 ΕΣΣΕ προσωπικού ΟΤΕ.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί. III.- Η κατά το άρθρο 254 ΑΚ παραγραφή του καθολικού δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν περιοδικές παροχής που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, όπως είναι οι αποδοχές ή διαφορές αποδοχών από εργασιακή σχέση, αρχίζει αφότου καταστεί απαιτητή η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση.
Ο χρόνος όμως παραγραφής του προς μισθοληψία καθολικού δικαιώματος υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή σύμφωνα με τα άρθρα 249 και 254 ΑΚ, ενώ οι επιμέρους αξιώσεις σε πενταετή παραγραφή. Στην περίπτωση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η εναγομένη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επαναφέρε τον ισχυρισμό με το δεύτερο λόγο της έφεσης ότι το καθολικό δικαίωμα της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από 1-1-1985 έως την άσκηση της αγωγής ( 22-9-2004) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών.
Η ένσταση, όμως, αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αιτούμενες διαφορές των αποδοχών της ενάγουσας αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2003 και, συνεπώς, μέχρι τη άσκησης της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, ούτε είχε συμπληρωθεί από την πρόσληψη της ενάγουσας η εικοσαετής παραγραφή, στην οποία υπόκειται το αντίστοιχο καθολικό δικαίωμα αυτής.
Δεν έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε με το να μη εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6 και 254 ΑΚ.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ) για αναίρεση της υπ'αριθμ.6344/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ