458/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated458/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 7-2-1981 (με αριθμό έκθ. καταθ. 310/10-2-1981) αγωγή του το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία: "Ισραηλιτική Κοινότης Θεσσαλονίκης" ισχυρίστηκε ότι είναι κύριο της περιγραφόμενης σ' αυτή έκτασης, συνολικού εμβαδού 13.111,50 τετρ.
Full text
Απόφαση 458 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 458/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευφροσύνη Μπερνικόλα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης (Ν.Π.Δ.Δ.) που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Δημητρακοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-1981 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3387/1983, 2698/1984 προδικαστικές, 33723/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3257/2000, 2378/2001, 96/2005 προδικαστικές, 2276/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 3-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της από 13-10-2005 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της 1568/15-11-2005 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου (Β') τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 §§ 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτόδικα, είτε είναι οψιγενείς, είτε αν και δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτόδικα, συντρέχει ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), αλλιώς, αν δηλαδή προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι.
Διαφορετικά, όμως, έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων, που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα-εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο.
Στην περίπτωση αυτή οι ενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., παραδεκτά προτείνονται το πρώτο από τον εκκαλούντα-εναγόμενο και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του. Εξάλλου, σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 280 ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος? η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη.
Η παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας εμπίπτει στην εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 269 §1 εδάφιο β' ΚΠολΔ και, έτσι, μπορεί να προταθεί και σε μεταγενέστερη από την πρώτη συζήτηση της αγωγής, χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπονται από την §2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου. (π.ρ.β.λ. Ολ. ΑΠ 22/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 1530/1950 "περί συμπληρώσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως ενίων διατάξεων του Ν.Δ. 1138/1949 "περί των εχθρικών περιουσιών" (ΦΕΚ Α' 247), το οποίο με βάση το β.
δ/μα της 4/13.5.1955 επεκτάθηκε από τη δημοσίευση του τελευταίου και επί των ιταλικών περιουσιών, "1. Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ άλλης διατυπώσεως εις το Ελληνικόν Δημόσιον αι κατά την έννοιαν του Ν.Δ. 1138/1949 εχθρικοί περιουσίαι κατά πλήρες κυριότητος και νομής δικαίωμα.
Από της αυτής χρονολογίας περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ άλλης διατυπώσεως εις το Ελληνικόν Δημόσιον και πάντα τα δικαιώματα περί ων αι διατάξεις του άρθρου 3 του αυτού Ν.Δ/τος .... 2. Νομήν επί των περιερχομένων εις το Ελληνικόν Δημόσιον, κατά τας διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, περιουσιακών στοιχείων θεωρείται έχον από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος μόνον το Δημόσιον και άνευ υλικής κατοχής αυτών, αποκλειομένης της αναγνωρίσεως ως νομέως οιουδήποτε τρίτου και καθ' οιανδήποτε προσωρινήν ή τακτικήν διαδικασίαν .... 3.
Προκειμένου περί ακινήτων η μεταβίβαση της κυριότητος θεωρείται τελειωθείσα αυτοδικαίως και άνευ ετέρας πράξεως ή διατυπώσεως δυνάμει του παρόντος νόμου, η επελθούσα δε μεταβολή της κυριότητας σημειούται απλώς εν τοις βιβλίοις των μεταγραφών κατόπιν εγγράφου του Υπουργού των Οικονομικών ή του υπό τούτου ειδικώς εξουσιοδοτημένου οργάνου προς τον οικείο φύλακα μεταγραφών ....".
Ως εχθρικές περιουσίες, κατά την έννοια των οποίων περιλαμβάνονται και τα ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, νοούνται σύμφωνα με τα άρθρα 1-3 του ν.δ/τος 1138/1949 οι περιουσίες, που, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανήκαν στο Γερμανικό Κράτος ή σε νομικά πρόσωπα, τα οποία είχαν τη έδρα τους στη Γερμανία ή σε φυσικά πρόσωπα, που είχαν τη γερμανική ιθαγένεια.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 2 του πιο πάνω α.ν. 1530/1950 ορίζεται: "1. Τρίτοι, μη εχθροί διεκδικούντες ίδια, οιασδήποτε φύσεως, δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων, περί ων αι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν.Δ. 1138/1949, δικαιούνται, ως πας έχων έννομον συμφέρον μη εχθρός, αμφισβητών τα κατά τας ως άνω διατάξεις δικαιώματα του Δημοσίου, όπως, εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας, αρχομένης από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, και μη παρεκτεινομένης λόγω αποστάσεως, αιτήσωνται την αναγνώρισιν και ικανοποίησιν του δικαιώματός των δι' αγωγής των απευθυνομένης ενώπιον του υπό των διατάξεων του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου προβλεπομένου δικαστηρίου στρεφομένης κατά του Δημοσίου και κοινοποιουμένης αυτώ εντός οκτώ ημερών από της καταθέσεώς της.
Μόνη η κατάθεσις της αγωγής παρά τω δικαστηρίω ουδέν επάγεται έννομον αποτέλεσμα, αν δεν μνημονεύωνται εν αυτή τα αποδεικτικά μέσα και δεν επισυνάπτωνται ταύτη τα αποδεικτικά έγγραφα. 2. Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εις τας περιπτώσεις, καθ' ας τρίτοι, μη εχθροί, προβάλλουσιν οιανδήποτε αξίωση κατά του κυρίου των κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 1138/1949 και του παρόντος Νόμου περιερχομένων εις το Ελληνικόν Δημόσιον περιουσιακών στοιχείων. 3.
Αι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και εις τας περιπτώσεις, καθ' ας οιοσδήποτε έχων έννομον συμφέρον, μη εχθρός, αμφισβητεί κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 1138/1949 και του παρόντος Νόμου δικαιώματα του Δημοσίου. 4. Επίσης αι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και εις τας περιπτώσεις, περί ων αι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1138/1949, ως αι διατάξεις αύται συνεπληρώθησαν δια του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου. 5.
Υπό τον όρον "μη εχθροί" νοούνται δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι τέως εχθροί υπό την έννοια του Ν.Δ. 1138/1949 και εκείνα τα οποία δεν είναι ουδ' υπήρξαν εχθροί υπό την έννοια του Α. Νόμου 2636/1940". Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ισχύει μόνο για αγωγή που εγείρεται από μη εχθρό και αναφέρεται μόνο σε εκείνες τις κατά τα παραπάνω αναφερόμενα εχθρικές περιουσίες, για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο είχε εκδηλώσει τη βούλησή του να ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ/μα 1138/1949 δικαιώματά του με κατάσχεση, εκκαθάριση ή διάθεση αυτών κατά τη διαδικασία που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 ή και προς εκείνες από αυτές, οι οποίες πριν από την ισχύ αυτού του α.ν.
είχαν περιέλθει ως μεσεγγυημένες υπό κατοχή του Οικονομικού Εφόρου ως διαχειριστή τους κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940. Στο β.δ/μα της 4/13.5.1955 (ΦΕΚ Α' 118), με το οποίο επεκτάθηκε η ισχύς του ν.δ/τος 1138/1949 και του α.ν. 1530/1950 επί των Ιταλικών περιουσιών, ορίζονται, επίσης μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
Άρθρο 1 παρ. 2: "Εξαιρούνται της κατά του παρόντος άρθρου επεκτάσεως οι διατάξεις: α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) της παρ. 2 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1530/1950, στ) της παρ. 4 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1530/1950, καθ' ο μέρος η διάταξις αυτή αφορά εις τας περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1138/1949, τας περιπτώσεις της παρ. 4 του αυτού άρθρου και τας περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Α.Ν. 1530/1950 ...".
Άρθρο 2 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο: "Όπου εν ταις διατάξεσι, ως επεκτείνεται δια του παρόντος η εφαρμογή, ορίζεται ή αναφέρεται εν εκάστη ειδική περιπτώσει ως χρονικόν σημείον ενάρξεως διαδρομής προθεσμιών η χρονολογία ενάρξεως της ισχύος αυτών, δια την εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, ως αυτή επεκτείνεται δια των διατάξεων του άρθρου 1 του παρόντος, θεωρείται αντιστοίχως ως τοιούτον χρονικόν σημείον ή όριον η χρονολογία της ενάρξεως του παρόντος διατάγματος".
Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκειμένου να προβάλει τρίτος, μη εχθρός, δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω β.δ/τος της 4/13.5.1955, τα οποία (περιουσιακά στοιχεία) αναφέρονταν σε εχθρικές περιουσίες, για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο είχε ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ/μα 1138/1949 δικαιώματά του με κατάσχεση, παρακράτηση, εκκαθάριση η διάθεση αυτών κατά τη διαδικασία που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 ή και προς εκείνες από αυτές, οι οποίες πριν από αυτόν τον α.ν.
είχαν περιέλθει ως μεσεγγυημένες υπό την κατοχή του Οικονομικού Εφόρου ως διαχειριστή αυτών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940, έπρεπε να ασκήσει τα δικαιώματά του αυτά με έγερση αναγνωριστικής αγωγής κατά του Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία, που άρχιζε από την έναρξη ισχύος του εν λόγω β.δ/τος, δηλαδή, στις 13.5.1955 (άρθρο 2 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950, η οποία δεν εξαιρέθηκε της επέκτασης εφαρμογής από τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 του πιο πάνω β.δ/τος.
Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 13 του α.ν. 2636 της 10/10 Νοεμβρίου 1940 "Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών", σε εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το από 10/10 Νοεμβρίου 1940 (ΦΕΚ Α' 379) β.δ/μα "περί ορισμού ως εχθρικών κρατών κατά την έννοιαν του αναγκαστικού νόμου υπ' αριθ. 2636/1940 της Ιταλίας και Αλβανίας και θέσεως εις εφαρμογήν ως προς τα κράτη ταύτα των διατάξεων του ανωτέρω νόμου", σύμφωνα με την οποία: "Οριζόμενα ως εχθρικά κράτη, υπό την έννοιαν του ανωτέρω αναγκαστικού νόμου 2636/1940, την Ιταλίαν μετά των κτήσεων, αυτοκρατορικών εδαφών και αποικιών αυτής, ως και την Αλβανίαν.
Θέτομεν εις εφαρμογήν εν όλω τας διατάξεις του ανωτέρω νόμου ως προς τα κράτη ταύτα από της 28ης Οκτωβρίου 1940", με τίτλο "Καθήκοντα και εξουσίαι διαχειριστών" ορίζεται ότι: "1. Οι διαχειρισταί έχουσι καθήκον την ανεύρεσιν, καταγραφήν, συντήρησιν και την κατά τον συνήθη προορισμόν εκμετάλλευσιν των μεσεγγυηθεισών περιουσιών, λαμβάνοντας τα προς τούτο αναγκαία παντός είδους μέτρα, την επιδίωξιν της ικανοποιήσεως των μεσεγγυημένων απαιτήσεων, ως και την ικανοποίησιν των κατά του κυρίου της μεσεγγυηθείσης περιουσίας δικαιωμάτων τρίτων.
Οι διαχειρισταί επιλαμβάνονται άμα τη θέσει εν εφαρμογή του παρόντος νόμου ή άμα τω διορισμώ των της κατοχής της υπό μεσεγγύησιν εχθρικής περιουσίας. 2. Οι διαχειρισταί εκπροσωπούσι πλήρως, δικαστικώς και εξωδίκως, τον κύριον της υπό μεσεγγύησιν περιουσίας εντός των ορίων των κατά την παράγραφον 1 καθηκόντων των, προς τούτους δε και μόνους κοινοποιούνται υποχρεωτικώς πάντα τα την περιουσίαν του κυρίου αφορώντα δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα πάσης φύσεως ....".
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 7-2-1981 (με αριθμό έκθ. καταθ. 310/10-2-1981) αγωγή του το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία: "Ισραηλιτική Κοινότης Θεσσαλονίκης" ισχυρίστηκε ότι είναι κύριο της περιγραφόμενης σ' αυτή έκτασης, συνολικού εμβαδού 13.111,50 τετρ.
πήχεων. Την κυριότητα της απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική, αλλιώς έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι τη νεμήθηκε μετά την υπέρ αυτού αναγκαστική απαλλοτρίωση από το έτος 1921 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής.
Το εναγόμενο όμως και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητά του επί των 3/6 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, ισχυριζόμενο ότι περιήλθε σ' αυτό κατά το πιο πάνω ιδανικό μερίδιο ως εχθρική περιουσία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε το ενάγον να αναγνωριστεί ότι είναι κύριο του εν λόγω ακινήτου και ότι η αξίωση του εναγομένου για απόληψη της οφειλόμενης από την απαλλοτρίωση του ακινήτου αυτού αποζημίωσης έχει παραγραφεί.
Στην αγωγή αυτή εκδόθηκε αρχικά η 3387/1983 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για το σε αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, στη συνέχεια δε, η 2698/1984 προδικαστική απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή μόνο κατά το μέρος της περί αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, διατάχθηκαν δε μαρτυρικές αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντος για τα αμφισβητούμενα από το αντίδικό του πραγματικά περιστατικά και, τέλος, η 33723/1999 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε το ενάγον κύριο του επίδικου ακινήτου.
Κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 20.3.2000 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1040/22.3.2000) έφεσή του κατά του αντιδίκου του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, παραπονούμενο, - με τον πρώτο λόγο αυτής, ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής, κατ' αποδοχή σχετικού ισχυρισμού του και, με τους δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους αυτής, ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε το ίδιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, ότι το ενάγον είχε αποκτήσει κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά την έναρξη ισχύος του β.δ/τος της 4/13.5.1955, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, στο σύνολό της.
Στην έφεση αυτή εκδόθηκε, αρχικά μεν, η με αριθμό 3257/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία τη δέχθηκε τυπικά και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομιστούν με φροντίδα των διαδίκων, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασής του δικόγραφα και έγγραφα, στην συνέχεια δε, η με αριθμό 2378/2001 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Μετά τη διενέργεια της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η με αριθμό 96/2005 μη οριστική απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο ακροατήριο του δικαστηρίου των νόμιμων αντιπροσώπων των διαδίκων προς υποβολή σ' αυτούς ερωτήσεων και παροχή από μέρους τους διευκρινήσεων για τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της θέματα, και, τέλος, μετά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση και εξέταση των νόμιμων αντιπροσώπων των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε το αναιρεσίβλητο κύριο τμήματος του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 4.588 τετρ.
μέτρων. Εξάλλου, το εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τις από 1-10-2004 προτάσεις του στο Εφετείο για τη συζήτηση της έφεσής του στη δικάσιμο της 4-10-2004, μετά την οποία εκδόθηκε η 96/2005 μη οριστική απόφαση, που προμνημονεύθηκε, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ".... όπως αποδεικνυόταν από τα πιο πάνω έγγραφά μου, που προσήχθησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε από την αντίδικο πλευρά, αλλά και όπως αποδεικνύεται άμεσα από το πιο πάνω επικαλούμενα και προσαγόμενα έγγραφά μου, το επίδικο ακίνητο τέθηκε υπό τη μεσεγγύηση του Δημοσίου ως εχθρική περιουσία κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 2636/1940 το έτος 1947 και ορίστηκαν διαχειριστές οι προαναφερθέντες Γ1 και ο Γ2, δηλαδή πριν την ισχύ του Α.Ν. 1530/1950.
Ενόψει αυτών, το δικαίωμα της ενάγουσας, που ασκείται με την ένδικη αγωγή είχε αποσβεστεί με την παρέλευση της τασσόμενης από το άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν. 1530/1950 τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, η οποία για την κρινόμενη περίπτωση άρχισε από 13.5.1955 και έληγε 13.8.1955, με βάση το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 2 του Β.Δ/τος 4/13.5.1955, μέσα στην οποία και μόνο μπορούσε για οποιοδήποτε λόγο να ζητήσει την αναγνώριση και ικανοποίηση του δικαιώματος της με αγωγή της στρεφόμενη κατά του Δημοσίου και απευθυνομένη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ..." και περαιτέρω ότι: "Ακολούθως, διέφυγε του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το έτος 1947 δηλαδή πριν τη συμπλήρωση της απαιτούμενης από το προϊσχύσαν του ΑΚ δίκαιο τριακονταετίας στην άσκηση νομής επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, το επίδικο ακίνητο, τελούσε υπό τη μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Α.Ν. 2636/1940, ως περιουσία του Ζ1, που ήταν υπήκοος εχθρικού κράτους (Ιταλικού) και το διαχειριζόταν στο όνομα του πιο πάνω Ζ1, ο Γ1 και ο Γ2, υπάλληλοι του Γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης (βλέπετε, παρ. 4 της από ....
τεχνικής έκθεσης των ..... και ......, σχετικό 13α), που είχαν οριστεί ειδικοί διαχειριστές του επιδίκου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του πιο πάνω Α.Ν. 2636/1940, ασκώντας πράξεις νομής και κατοχής στο όνομα του πιο πάνω, Ζ1, αρχικού κυρίου του επιδίκου και υπηκόου κράτους κατά τις διατάξεις του πιο πάνω Α.Ν.
Οι πιο πάνω διαχειριστές, μάλιστα, Γ1 και Γ2 το παρέδωσαν το έτος 1957 κατά το 1/2 στο Δημόσιο (βλέπετε το σχετικό προς τούτο συνταχθέν από .... πρωτόκολλο, σχετικό 27α). Σ' όλο το πιο πάνω διάστημα, από το 1947 μέχρι το 1957, που ο ορισθείς κατά τα πιο πάνω διαχειριστής του επίδικου, Γ1, παρέδωσε το επίδικο κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/2 στο Δημόσιο, επισκεπτόταν τακτικά το επίδικο, το οποίο καταμέτρησε κατ' επανάληψη, χωρίς να αντιληφθεί καθ' όλο το πιο πάνω διάστημα καμιά πράξη επί του επιδίκου από τρίτο, επομένως και την αντίδικο...
Επομένως, η πρωτόδικη απόφαση, κατ' αυτεπάγγελτο έρευνα (άρθρο 280 ΑΚ), έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αγωγή, αφού από την έναρξη ισχύος του Β.Δ/τος της 4/13.5.1955 μέχρι την 20.2.1981 που κοινοποιήθηκε η ένδικη αγωγή στο Δημόσιο είχε παρέλθει η παραπάνω αναφερόμενη τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία και αφετέρου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να ασκήσει τα εκ του Ν. 1138/1949 δικαιώματά του στα επίδικα ακίνητα πριν από την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1430/1950 και πλέον πριν από την ισχύ του τελευταίου Νόμου το Δημόσιο δια των πιο πάνω ορισθέντων διαχειριστών διαχειρίζονταν το επίδικο ως εχθρική περιουσία, η οποία τελούσε υπό μεσεγγύηση...".
Το αναιρεσείον, επίσης με τις από 19-5-2005 προτάσεις του στο Εφετείο για τη συζήτηση της έφεσής του στη δικάσιμο της 23-5-2005, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επανέλαβε τα όσα ήδη ισχυρίστηκε με τις προηγούμενες από 1-10-2004 προτάσεις του. Πρόβαλε, δηλαδή, το αναιρεσείον, με τις αμέσως πιο πάνω προτάσεις του, για πρώτη φορά, στο Εφετείο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το ένδικο δικαίωμα του αντιδίκου του αποσβέστηκε με την παρέλευση της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του α.ν. 1530/1950, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 2 § 2 εδάφιο τελευταίο του β.δ/τος της 4/13-5-1955 τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας μέσα στην οποία και μόνο μπορούσε το αναιρεσίβλητο (τρίτος, μη εχθρός) να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, -που αποτελούσε εχθρική περιουσία, ανήκουσα αρχικά μεν στον ιταλό Ζ1, μετά δε τον επισυμβάντα θάνατό του στις 16-11-1943 στους κληρονόμους του ...., ....., .....
και .... (γιους του), καθώς και ..... και ...... (νύφες του), κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα,- με αγωγή στρεφομένη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως έχον έννομο συμφέρον, αμφισβητώντας το δικαίωμα του τελευταίου στο εν λόγω ακίνητο. Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ναι μεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 280 ΑΚ, που προμνημονεύθηκε, μπορεί δε να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, προβαλλόμενος όμως για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προτάσεις και όχι με το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής είναι καταρχήν απαράδεκτος.
Ενόψει, όμως, του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή ως βασίμου του δεύτερου λόγου της, που αφορούσε τη μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη συνολική έκταση του επίδικου ακινήτου, ακολούθως δε, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο επίμαχος αυτοτελής ισχυρισμός που κατέτεινε όχι στην εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης, αλλά στην απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής λόγω της απόσβεσης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου προς άσκησή της με την παρέλευση άπρακτης της προαναφερόμενης τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, άρχισε στις 13-5-1955 και έληξε στις 13-8-1955, θεωρείται επιγενομένως, ότι παραδεκτά προτάθηκε το πρώτο στο Εφετείο με μόνες τις πιο πάνω προτάσεις του αναιρεσείοντος λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 269 § 1 εδάφιο β' και 527 ΚΠολΔ.
Έπρεπε, επομένως, το Εφετείο, μετά τη διακράτηση της υπόθεσης απ' αυτό και την εκδίκαση κατ' ουσίαν της ένδικης αγωγής, να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα των συνιστώντων τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό πραγματικών γεγονότων, που υποστηρίχθηκαν από το ενιστάμενο αναιρεσείον, δηλαδή ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 20-2-1981 και ότι το αναιρεσείον είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να ασκήσει τα από το ν.δ/μα 1138/1949 δικαιώματά του στο επίδικο ακίνητο πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950 και παράλληλα πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου το αναιρεσείον διαχειριζόταν το επίδικο ακίνητο ως εχθρική περιουσία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940, αφού η εν λόγω εχθρική περιουσία τελούσε από το έτος 1947 υπό την μεσεγγύησή του με διαχειριστές τους υπαλλήλους του Γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης Γ1 και Γ2, αντίστοιχα, οι οποίοι του την παρέδωσαν κατά το 1/2 με το από 21-6-1957 πρωτόκολλο παράδοσης, που συντάχθηκε σχετικά.
Το Εφετείο, όμως, δεν έλαβε υπόψη, όπως όφειλε, τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, που συνιστά πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περιπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι' αυτό και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2276/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ