458/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 458 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 458/2006
Legislator headnote
AI generated458/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 458 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 458/2006
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 458 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 458/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μανίκα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: (αναφέρονται 13 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Γεωργακάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2216/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 608/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 23-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως στηριζόμενος σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Ειδικότερα, ισχυρισμοί που αφορούν τη δημόσια τάξη, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, δεν είναι οι απλώς εξ επαγγέλματος ερευνητέοι, αλλά οι στηριζόμενοι σε διατάξεις που εξυπηρετούν ανώτερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον. Επομένως ο πρώτος, από τον αριθ. 1 - όπως εκτιμάται - του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν απέρριψε αυτεπαγγέλτως την ένδικη αγωγή, λόγω παραγραφής, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο αν, και κατά ποιό τρόπο είχε προβληθεί σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, δεν συντρέχει δε στην προεκείμενη περίπτωση οποιαδήποτε από τις παραπάνω εξαιρέσεις του κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές (ΟλAΠ 28/2005). Η παραπάνω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ.1 εδάφ.α΄ του Ν. 2470/1997, ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3, καθώς και για τη χορήγηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας της παραγράφου 1 του άρθρου 8 λαμβάνεται υπόψη η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αόριστου ή ορισμένου χρόνου.
Τέλος, κατά το άρθρο 32 παρ.1 του Ν. 2508/1997, το προσωπικό που υπηρετεί στους πρωτοβάθμιους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου που αποδεδειγμένα υποκρύπτει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες, εφόσον έχει προσληφθεί μέχρι 16 Σεπτεμβρίου 1994 με έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από εγκριτική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, δύναται να κατατάσσεται σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με συμβάσεις μίσθωσης έργου, προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο ως ιατροί, οι έξι πρώτοι κατά το έτος 1990 και οι λοιποί στις 8-9-1994 και εργάστηκαν χωρίς διακοπή οι έξι πρώτοι έως τις 31-8-1994 και οι λοιποί έως τις 31-12-1997.
Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 32 παρ.1 του Ν.2508/1997, κατατάχθηκαν σε προσωρινές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτη και έκτος στις 14-9-1994, ο τρίτος στις 9-1-1995 και οι λοιποί στις 9-2-1998. Ήδη οι θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου των εναγόντων έχουν μετατραπεί σε οργανικές θέσεις μόνιμων υπαλλήλων.
Οι συμβάσεις των εναγόντων υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αφού αυτοί εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου σε ιατρικό προσωπικό, στα πλαίσια της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών του προς τους δημότες του. Ειδικότερα οι ενάγοντες απασχολούνταν σύμφωνα με το ισχύον ωράριο των ιατρών επί 4ωρο ημερησίως, υπογράφοντας τις σχετικές καρτέλες προσελεύσεως και αναχωρήσεως, παρείχαν την εργασία τους σε Συμβουλευτικούς Σταθμούς Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, που λειτουργούν στα Δημοτικά Διαμερίσματα του εναγομένου με την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή (ιατρικά όργανα, εργαστήρια, υλικά), που τους παρείχε αυτός και με προσωπικό (νοσηλευτικό διοικητικό) που ανήκε στον ίδιο, οποίος και το μισθοδοτούσε, χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως εξαρτημένης εργασίας το ότι οι ενάγοντες εξέδιδαν δελτία παροχής υπηρεσιών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.
Επειδή, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες πράγμα που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, ήτοι το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παρεπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο που δέχτηκε ότι οι συμβάσεις έργου των αναιρεσίβλητων υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που απέρριψε στο σύνολό της κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, με το να κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, έλαβε υπόψη εκ του πράγματος το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος και τον έκρινε αβάσιμο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 608/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ