Legislator Case Law & Legislation
458/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction due to lease expiration and statutory prohibition of tacit renewal for public property.

Case Number 458/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant company's appeal against the eviction of public property due to lease expiration. The lower courts ruled that the lease expired on August 31, 1997, under specific provisions extending the deadline for termination actions, and that no tacit renewal occurred because the law explicitly forbids it for public property leases. The court upheld this decision, noting the tenant failed to prove an agreement for renewal and that the statutory bar on tacit renewal was correctly applied.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 6, 58 of Presidential Decree 34/1995; Article 7 and 15 of Law 2741/1999; Article 47 paragraph 2 of Presidential Decree 715/1979: Leases of public property that expire without a new action for return within the statutory period are deemed extended, but tacit renewal is strictly prohibited, mandating eviction and compensation for unauthorized use.

Keywords

AI generated
public property lease lease expiration tacit renewal prohibition statutory extension period eviction for non-payment public entity tenant unauthorized use compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 5, 6 and 58 of Presidential Decree 34/1995
Article 7 and 15 of Law 2741/1999
Article 47 paragraph 2 of Presidential Decree 715/1979
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 458 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 458/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Παρετσόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Αυγούστου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4332/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4940/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Οκτωβρίου 2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον το αναιρεσίβλητο, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../5-12-03 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.Χ. με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου επιδόθηκε για την αναιρεσείουσα νομίμως και εμπροθέσμως στον υπογράψαντα το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ) δικηγόρο Αθηνών Κων. Κατσιγιάννη, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Εφόσον συνεπώς η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής.

ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 58 του ΠΔ 34/1995 προκύπτει ότι παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι 31/8/1997 όσες μισθώσεις (παραταθείσες αναγκαστικά και με προηγούμενους νόμους) δεν είχαν συμπληρώσει τον προβλεπόμενο χρόνο λήξης τους μέχρι την 1/5/1992 (30, 20 και 12 έτη), ενώ από το άρθρο 7 και 15 του Ν.2741/28-9-1999 που αντικατέστησε το άρθρο 61 του άνω διατάγματος προβλέπεται, εκτός των άλλων, ότι, αν δεν ασκηθεί αγωγή για απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης που επήλθε σύμφωνα με τις παρ.10 και 14 του άρθρου 58 του άνω διατάγματος εντός εννέα μηνών, η μίσθωση θεωρείται παρατεθείσα για τέσσερα έτη από την άνω λήξη της και δεν οφείλεται πλέον αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία του μισθίου.

Στις παλαιές μισθώσεις που έληξαν πριν από τη δημοσίευση του Ν.2741/28-4-1999, η άνω προθεσμία των εννέα μηνών άσκησης της αγωγής για απόδοση του μισθίου υπολογίζεται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού. Η δε έναρξη της τετραετίας κατά την οποία παρατείνεται η σύμβαση μίσθωσης αρχίζει από τότε που αυτή αναγκαστικά έληγε με την συμπλήρωση 30ετίας ή 20ετίας ή 12ετίας (31-8-1997, 31-8-1996, 31-8-1995 αντίστοιχα).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ήδη αναιρεσίβλητη με την από 6-8-2002 αγωγή του, όπως το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής παραδεκτώς επισκοπείται κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ιστορούσε τα εξής: ‘ Ότι με το από 27-9-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ τούτου (ενάγοντος) και της εταιρίας "..." από μετατροπή της οποίας προήλθε η αναιρεσείουσα, στην τελευταία το περιγραφόμενο σε αυτήν (αγωγή) μίσθιο ακίνητο (οικόπεδο εκτάσεως 3.758 τ.μ.

μετά των εν αυτώ κτισμάτων) αντί μηνιαίου μισθώματος που ανέρχεται ήδη σε 5.939,59 Ευρώ για χρονικό διάστημα δύο ετών από 15-10-1982 έως 10-10-1984, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως επαγγελματική στέγη και συγκεκριμένα αρχικά ως σταθμός αυτοκινήτων (πάρκινγκ) και για την παροχή διαφόρων εξυπηρετήσεων τούτων (αυτοκινήτων), στη συνέχεια δε και ως πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων.

‘ Ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης αυτής συνεχίστηκε με μισθώτρια την εναγομένη εταιρία, η οποία προέκυψε κατά μετατροπή της αρχικής εταιρείας από ΕΕ σε εταιρία ΟΕ και έτσι η αναιρεσείουσα υπεισήλθε έκτοτε στη θέση της ως άνω αρχικής μισθώτριας εταιρίας. ‘ Ότι η μίσθωση αυτή ως εμπορική παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι την 31-8-1997 σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ.1 2 του ΠΔ 34/1995 και ακολούθως παρατάθηκε για μία τετραετία μέχρι την 31-8-2001 δυνάμει του άρθρου 61 περ.δ’ του ιδίου ΠΔ, λόγω της μη άσκησης αγωγής απόδοσης του μισθίου εντός εννεαμήνου από τη λήξη της σύμβασης.

Ζητεί δε το ενάγον, με βάση τα ανωτέρω, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τη χρήση του πιο πάνω μισθίου ακινήτου, λόγω λήξης της μίσθωσης. Με το προεκτεθέν ιστορικό και αίτημα η αγωγή περιείχε τα κατά νόμο (άρθρο 118 και 216 ΚΠολΔ) στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις ως άνω διατάξεις. Ειδικότερα, σαφώς αναφερόταν σε αυτή:

α) η μισθωτική σχέση, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως με το από 27-9-1982 μισθωτήριο, β0 η μετά την λήξη της αρχικής σύμβασης υπεισέλευση, στη μισθωτική σχέση της εναγομένης, κατά μετατροπή της αρχικής ετερορρύθμου εταιρίας σε ομόρρυθμη εταιρία, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της αρχικής ως άνω μισθώτριας ως εκ του ότι λόγω της μετατροπής εξακολουθεί να παραμένει η ταυτότητα του νομικού προσώπου της ως άνω εταιρίας, γ) ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής υπήρξε ενεργός σύμβαση ορισμένης τετραετούς διάρκειας, αρχόμενη από 31-8-1997 και λήγουσα την 31-8-2001 και δ) περιγράφεται επαρκώς το μίσθιο ακίνητο, χωρίς να προκύπτει αμφιβολία περί της ταυτότητος αυτού.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την κρινομένη αγωγή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.14 ΚΠολΔ, μη απορρίψαν αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της, για αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Υπό τα εκτιθέμενα δε πραγματικά περιστατικά, η αγωγή ήταν νόμιμη, ως δυνάμενη να στηριχθεί στις ως άνω μνημονευόμενες διατάξεις και τα αναιρεσίβλητο ορθώς ζήτησε με αυτή την απόδοση του μισθίου λόγω παρέλευσης κατά την 31-8-2001 του χρόνου της τετραετούς (εκ του νόμου διάρκειας αυτής.

σύμφωνα με το άρθρο 608 παρ.1 ΑΚ- χωρίς να απαιτείται και προηγούμενη καταγγελία (608 παρ.2 ΑΚ) ούτε να υποχρεούται το αναιρεσείον σε προσφορά άυλης εμπορικής αξίας. Για αυτό και το Εφετείο που δέχτηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις του ΠΔ 34/1995 και 608 παρ.1 ΑΚ, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις ανωτέρω διατάξεις, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη βάση της αγωγής, στηριζόμενη στην παρ.1 του άρθρου 608 ΑΚ (λήξης συμβάσεως μισθώσεως ωρισμένου χρόνου, ενώ η αγωγή δεν περιείχε τοιαύτην βάση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αγωγή περιέχει τοιαύτην βάση.

ΙΙΙ. Επειδή κατά τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ‘ Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: ‘ Ότι δυνάμει του από’ 27-9-1982 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και της εταιρίας (...) το ενάγον ΝΠΔΔ εκμίσθωσε στη δεύτερη απευθείας και χωρίς διαγωνισμό, κατ’ άρθρον 39 παρ.2, 3 ΠΔ 715/1979 ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην Αθήνα, στο οικοπεδικό τετράγωνο όπισθεν της πρεσβείας των ΗΠΑ και ση συμβολή των οδών ..., επιφανείας 3.768 τ.μ.

περίπου, μετά των επ’ αυτού υφισταμένων κτισμάτων, προκειμένου ο εν λόγω χώρος να χρησιμοποιηθεί από την παραπάνω μισθώτρια εταιρία ως σταθμός αυτοκινήτων (πάρκινγκ). ‘ Ότι με το από 22/1/1982 συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα η μισθώτρια μετατράπηκε σε ομόρρυθμη εταιρία υπό την επωνυμία "...", με έδρα το μίσθιο και σκοπό την εκμετάλλευση του "Πάρκινγκ", γεγονός που εγκρίθηκε από το ΔΣ του ενάγοντος κατά τη συνεδρίασή του στις 4-1-1983.

‘ Ότι με το από 26-4-1983 συμφωνητικό στο οποίο συμβάλλεται η ενάγουσα με τον Ι.Β. ως εκπρόσωπο και διαχειριστή της τελευταίας εταιρίας που ήταν και ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος της αρχικής εταιρίας, αναγνωρίζονται τα παραπάνω και η συνέχιση της μίσθωσης και επιτρέπεται στην μισθώτρια υπό την άνω επωνυμία της να χρησιμοποιεί το μίσθιο επιπλέον και ως πρατήριο υγρών καυσίμων.

‘ Ότι στη συνέχεια ο άνω εκπρόσωπος αποχώρησε από την εταιρία και στη θέση του υπεισήλθε ως ομόρρυθμο μέλος η σύζυγός του, στην οποία μεταβίβασε λόγω πώλησης τα δικαιώματά του, ενώ ως διαχειριστής ανέλαβε ο Α.Π. και τροποποιήθηκε η επωνυμία σε αυτή της εναγομένης, η οποία υπεισήλθε στην άνω μίσθωση από 15-10-1984.

Οτι η μίσθωση συμφωνήθηκε να έχει διετή διάρκεια, ήτοι από 15-10-1982 έως 14-10-1984, και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 130.000 δραχμών. ‘ Ότι μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης το μίσθωμα αναπροσαρμόσθηκε διαδοχικά και ήδη ανέρχεται σε 5.939,59 ευρώ και μετά την παρέλευση του συμβατικού χρόνου στις 14-10-1984 η ένδικη μίσθωση που καταρτίσθηκε κατά τα ανωτέρω στις 27-9-1982 για δύο έτη, λόγω της φύσης της ως εμπορικής, παρατάθηκε αναγκαστικά, με μισθώτρια πλέον (κατά τα εκτεθέντα) την εναγομένη εταιρία, και έληξε η ορισμένου χρόνου διάρκειά της στις 31-8-1997.

‘ Ότι μετά τη λήξη της σύμβασης με τον ως άνω τρόπο η εναγομένη παρέμεινε στη χρήση του μισθίου και καταληφθείσα στις 28-9-1999 από τις ρυθμίσεις του Ν.2741/1999 παρατάθηκε αναγκαστικά η νόμιμη διάρκειά της για μία τετραετία ακόμη από την άνω λήξη της τελευταίας μέχρι τότε νόμιμης παράτασής της (31-8-1997), διότι το ενάγον δεν άσκησε εντός εννέα μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου την αγωγή για απόδοση της χρήσης του μισθίου κατά της εναγομένης, λόγω της άνω λήξης της μίσθωσης.

‘ Ότι η εναγομένη μισθώτρια εταιρία υποχρεούται να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στο ενάγον λόγω λήξης του χρόνου διάρκειάς της. ‘ Ότι από το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. .../12-7-1999 επιστολής του ενάγοντος προς την εναγομένη (αναιρεσείουσα) που της απέστειλε σε απάντηση σχετικού αιτήματός της, δεν αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε ανανέωση της επίδικης μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, αφού σαφώς επισημαίνεται σε αυτό από το ενάγον ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της μισθωτικής σχέσης και η τυχόν παραμονή της εναγομένης στη χήση του μισθίου δε θα αποτελεί ούτε παράταση, για αυτό και θα καταβάλλεται αποζημίωση για την εξωσυμβατική χρήση του.

‘ Ότι δεν συνήφθη ούτε σιωπηρή αναμίσθωση, διότι αυτή απαγορεύεται ρητώς από το άρθρο 47 παρ.2 του Ν.715/1979, για την κατάρτιση συμβάσεων μισθώσεως ακινήτων των ΝΠΔΔ μεταξύ αυτών ως εκμισθωτών και τρίτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ’ ουσία, και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του Μον.

Πρωτοδικείου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αποδόσεως του μισθίου ακινήτου λόγω λήξεως της μισθώσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: α) περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς, και όχι αντιφατικές αιτιολογίες για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεως του (απόδοση ακινήτου του οποίου η μίσθωση είχε λήξει την 31-8-97 σύμφωνα με το άρθρο 58 του ΠΔ 34/95 και λόγω μη ασκήσεως της αγωγής αποδόσεως του μισθίου εντός εννεαμήνου από της ισχύος του Ν.2741/99 παρατάθηκε για μία τετραετία, οπότε και έληξε την 31-8-2001) γι’ αυτό και ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και β) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι ρητώς δέχθηκε ότι δεν συνήφθη σιωπηρώς παράταση της συμβάσεως μισθώσεως ως απαγορευμένη από το άρθρο 47 παρ.2 του ΠΔ 715/79 για ακίνητα των ΝΠΔΔ (όπως το αναιρεσίβλητο) ως εκμισθωτές και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως (υπάρξεως συμβάσεως μισθώσεως στην οποία το Δικαστήριο) διαπιστώνει ασάφεια- κενό και παρά ταύτα δεν εφαρμόζει τις εν λόγω διατάξεις), Είναι απορριπτέος επίσης ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο διατυπούνται αιτιάσεις για το ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς αιτιολογίες προκειμένου να απορρίψει τον εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμόν της, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος από το άρθρο 559 παρ.19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα, ενώ το Εφετείο απέρριψε τον μνησθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (κυρίως) ως νόμο αβάσιμο και επικουρικώς ως κατ’ ουσίαν αβάσιμον.

Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός ως αλυσιτελής διότι πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2003 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4940/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ