Legislator Case Law & Legislation
457/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against public health organization's refusal to pay full disability allowance to transferred staff.

Case Number 457/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the public health organization's appeal against a first-instance judgment ordering it to pay full disability allowances to transferred employees. The organization argued it was no longer liable after staff transfers to regional health directorates, but the court rejected this as a procedural matter not requiring public order arguments. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the organization was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573(1), 246, 569 of the Code of Civil Procedure; The court must examine procedural prerequisites sua sponte, but arguments regarding the defendant's standing based on administrative transfers do not constitute public order issues requiring public order arguments.

Keywords

AI generated
public health organization disability allowance staff transfer passive standing procedural prerequisite public order argument legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 573(1), 246, 569 of the Code of Civil Procedure
Articles 33 of the Constitution, 73, 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) and (6) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1), 106, 176(1), 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and 3 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Article 30 of Law 4038/2012

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 457 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 457/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ξ. Α. του Μ., κατοίκου …, 2)Μ. Γ. του Μ., κατοίκου …, 3)Ι. Κ. του Α., κατοίκου …, 4)Γ. Κ. του Α., κατοίκου …, 5)Σ. Κ. του Α., κατοίκου …, 6)Θ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 7)Χ. Κ. του Ε., κατοίκου …, 8)Σ. Ν. του Γ., κατοίκου …, 9)Α. Σ. - Χ. του Ε., κατοίκου …, 10)Ζ. Τ. του Μ., κατοίκου …, 11)Ι. Τ. του Ε., κατοίκου … και 12)Ι. Χ. του Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 554/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 9390/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από … αίτησή του και τους από … προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από … και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης … αίτηση για αναίρεση - με τον κύριο και τους από … και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης … προσθέτους λόγους της - προσβάλλεται η υπ' αριθμό 9390/30-8-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της - οι οποίοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αναίρεση, επειδή είναι συναφείς (άρθρα 573 παρ. 1 , 246 και 569 ΚΠολΔ) - ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα - και συγκεκριμένα πριν επιδοθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στις … - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Η αναίρεση επομένως πρέπει να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο τόσο του κυρίου, όσο και των προσθέτων λόγων της (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ). 2. Στην από … και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης … αγωγή τους - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και έστρεψαν α) κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" και έδρα τη Θεσσαλονίκη που δεν είναι διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη και β) κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" και το διακριτικό τίτλο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και έδρα το Αμαρούσιο Αττικής - οι αναιρεσίβλητοι, ενάγοντες, ιατροί, όπως και τρίτοι ομόδικοί τους οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, είχαν εκθέσει ότι είχαν καταρτίσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972 και κατά τις ημεροχρονολογίες που αναφέρονται στην αγωγή με το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι έκτοτε παρείχαν τις ιατρικές τους υπηρεσίες στους ασφαλισμένους του στις Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας που διατηρούσε ο εργοδότης τους και αμείβονταν σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων. Ότι από … μεταφέρθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3918/2011 στο δεύτερο εναγόμενο και εντάχθηκαν στο προσωπικό του και αργότερα - σε εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 ν. 4238/2014 - μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν στην πρώτη εναγομένη και εντάχθηκαν στο προσωπικό της.

Ότι είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 15 ν. 4024/2011 και την υπ' αριθμό οικ. 2/16519/0022 Κ.Υ.Α. επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους λόγους που ειδικότερα ανέφεραν στη αγωγή τους, όπως εξάλλου λάμβανε και το υπόλοιπο προσωπικό (νοσηλευτές, υπάλληλοι εργαστηρίων και καθαριότητας, προσωπικό ακτινολογικών θαλάμων, οδηγοί ασθενοφόρων κ.λπ.) το οποίο παρείχε υπηρεσία στις υγειονομικές μονάδες στις οποίες εργάζονταν και οι ίδιοι και ότι τέλος τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, μολονότι οχλήθηκαν, αρνούντο να καταβάλλουν σε αυτούς για το χρονικό διάστημα από … έως … το επίδομα που προαναφέρθηκε.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να καταβάλουν στον καθένας τους για το χρονικό διάστημα και για την αιτία που προαναφέρθηκε - κυρίως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 15 παρ. 1 ν. 4024/2011 και την υπ' αριθμό οικ 2/16519/0022 Κ.Υ.Α. και, επικουρικά, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας - συγκεκριμένα χρηματικά ποσά με τους νόμιμους τόκους που αναλογούσαν σε αυτά.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και εξέδωσε την υπ' αριθμό 554/22-11-2016 οριστική απόφαση με την οποία α) απέρριψε την αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" και έδρα τη Θεσσαλονίκη, με την παραδοχή ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη και β) υποχρέωσε το (δεύτερο) εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το διακριτικό τίτλο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και έδρα την Αθήνα, να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους - σύμφωνα με την αρχή της ισότητας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος - για το χρονικό διάστημα από … έως … και για την αιτία που προαναφέρθηκε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά με τους νόμιμους τόκους τους.

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από … και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης … έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψε τόσο κατά των εναγόντων που προαναφέρθηκαν και ήδη αναιρεσιβλήτων, όσο και κατά τρίτων προσώπων, ομοδίκων τους, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων εναντίον του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και εξέδωσε την υπ' αριθμό 9390/30-8-2018 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία - εκτός άλλων διατάξεών της που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής δίκης - απέρριψε στην ουσία την έφεση ως προς τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες που προαναφέρθηκαν και ήδη αναιρεσιβλήτους. 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 7/2018).

Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015). Εξάλλου με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κ.λπ." ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, το οποίο καταργήθηκε από 1-1-2004 με το άρθρο 28 ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους ιατρούς που δεν ανήκαν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ. 2 περ.

δ` εξ αντιδιαστολής του ν. 2470/1997). Με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 χορηγήθηκε και μηνιαίο επίδομα, το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού αυτού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος αυτού διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ." και χορηγήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου νόμου με το χαρακτηρισμό πλέον ως "νοσοκομειακό και τροφής" και στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή λοιπό βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των μονάδων υγείας που προαναφέρθηκαν, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε στο νόμο εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, δηλαδή κλειστή περίθαλψη, η χορήγησή του επεκτάθηκε σύντομα και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, δηλαδή ανοικτής περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α` του ν. 2150/1993 "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 587), η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β` 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κ.λπ." και περιέλαβαν τόσο τους μονίμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988, όσο και τους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος που είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Στη συνέχεια με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α., οι οποίοι μισθοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α` της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές εξαιρέθηκαν από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί του Ι.Κ.Α., οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ", όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 363/1992) που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ).

Η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/199 που προαναφέρθηκε, κατά το μέρος της με το οποίο εξαιρούνται σιωπηρά από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, κρίθηκε ότι παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν.2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, πρέπει να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 506/2019, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Ακολούθως και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004 από την 18-2-2004 - κατά την οποία άρχισε η ισχύς του - η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου Ο.Κ.Α.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ μετά την ημερομηνία που προαναφέρθηκε εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια όσα ισχύουν για τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα - σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003 - έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των κέντρων υγείας του Ι.Κ.Α.

Περαιτέρω με το άρθρο 15 ν. 4024/2011 - που καταργήθηκε με το άρθρο 34 Ν. 4354/2015 από 1-1-2016 - ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (...). Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".

Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β` 465/24/02/2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α` 226/27.10.2011)", η οποία όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού ανά κατηγορία ως εξής : α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, β) Κατηγορία Β σε εβδομήντα (70) ευρώ, γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες ...5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6.

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του". Υπό το προγενέστερο καθεστώς των άρθρων 8 παρ.7 Ν. 2470/1997 και 8 παρ. 5 Ν. 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κ.λπ.

δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το "νοσοκομειακό επίδομα", το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ.1 Ν. 2716/1999 επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας. Το νοσοκομειακό αυτό επίδομα δόθηκε ανάλογα με το αντικείμενο απασχόλησης του προσωπικού αυτού σε αντικατάσταση των άλλων επιδομάτων με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό που το δικαιούται προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες.

Το επίδομα χορηγήθηκε όχι μόνο σε όλο το προσωπικό των νοσοκομείων και των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α. (άρθρο 13 ν. 2703/1999) το οποίο υπηρετεί σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, αλλά και στο προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β., των Κέντρων Υγείας και Ψυχικής Υγείας που απασχολείται σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης του λοιπού δημοσίου τομέα (ν. 2716/1999).

Εξάλλου με τις διατάξεις του ΠΔ 266/1989 (Α` 127) - που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του ν. 1558/1985 - οι Τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. συνιστούν μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (που ρυθμίζονται ενιαία με το Ν. 3235/2004), ώστε οι ιατροί που υπηρετούν σε αυτές και παρέχουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες οδοντιατρικής, ιατρικής περίθαλψης, εργαστηριακής εξυπηρέτησης και πλήρεις υπηρεσίες υγιεινής και πρόνοιας να δικαιούνται το επίδομα που προαναφέρθηκε.

Ακολούθως στο μισθολόγιο του Ν. 4024/2011, το οποίο καταλαμβάνει και όσους ιατρούς απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο Ι.Κ.Α. (και στη συνέχεια αρχικά στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3918/2011 και μεταγενέστερα στις Δ.Υ.Π.Ε. σύμφωνα με το Ν. 4238/2014 έως τη μεταγενέστερη ένταξή τους στο Ε.Σ.Υ.

και στο ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.), δεν περιλήφθηκε το νοσοκομειακό αυτό επίδομα σε αντίθεση με τα ειδικά επιδόματα που αναφέρονται στο Ν. 4024/2011. Μεταξύ των επιδομάτων αυτών περιλαμβάνεται και το παραπάνω επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 παρ. 1 του ίδιου νόμου. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το νοσοκομειακό επίδομα - η παροχή του οποίου επεκτάθηκε και στους ιατρούς των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του Ι.Κ.Α., αφενός έως την 17-2-2004, όταν άρχισε να εφαρμόζεται ο ν. 3235/2004, με βάση την αρχή της ισότητας και αφετέρου από 18-2-2004 και εφεξής κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.

β του ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 ν. 3205/2003, επειδή τα καθήκοντα και οι συνθήκες εργασίας τους ομοιάζουν ουσιωδώς με τα καθήκοντα και τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας (ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας) των ιατρών που το δικαιούνταν ευθέως εκ του νόμου - είχε αντικαταστήσει και το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας το οποίο προβλεπόταν για το προσωπικό των νοσοκομείων (άρθρο 10 § 1 α`, αα` N. 2470/1997), πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 Ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β` 465/24/02/2012), στην οποία προστέθηκε και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κ.λπ., αποτελεί στην ουσία ως προς το παραπάνω προσωπικό μετεξέλιξη του νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο έχει καταργηθεί και λάμβανε τόσο το ιατρικό, όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, επειδή και τα δύο επιδόματα δικαιολογούνται από την επικινδυνότητα και την ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας.

Ο αποκλεισμός επομένως με την ΚΥΑ που προαναφέρθηκε του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Ι.Κ.Α. (μετέπειτα Ε.Ο.Π.Π.Υ. και στη συνέχεια Π.Ε.Δ.Υ.) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κ.λπ., έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος και για το λόγο αυτό επιβάλλεται να χορηγείται το συγκεκριμένο επίδομα και στο προσωπικό που προαναφέρθηκε με σκοπό να αποκατασταθεί η αρχή της ισότητας (ΑΠ 410/2023, ΑΠ 194/2023).

Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 18 ν. 2150/1993 ορίζεται ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μονίμους θεραπευτές του Ιδρύματος (...)", ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως (...) προς το ωράριο εργασίας (...) που ισχύει για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ στο εξής θα ισχύει και για τους γιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.".

Το άρθρο 7 παράγραφος 2 α του βασιλικού διατάγματος 17/18-2-1956 "περί υπηρεσιακής καταστάσεως των μονίμων ιατρών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α 67) - το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 23 ν.δ. 2698/1953 - όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 11/12 Ιουνίου 1957 (Α 100) ορίζει για εργασία έξι (6) ημερών την εβδομάδα ότι "πλήρης απασχόλησις ιατρού θεραπευτού δια την εφαρμογήν του παρόντος διατάγματος είναι η απασχόλησις (...) επί 4 1/2 ώρας ημερησίως και επί αριθμόν ημερών μηνιαίως ίσον προς τας εργασίμους ημερας, ανεξαρτήτως του αν η απασχόλησις λαμβάνει χώραν εις εργασίμους ή μη ημέρας (...)" ήτοι αντιστοιχεί σε 27 ώρες (4 1/2 Χ 6 ημέρες) εβδομαδιαίως.

Στον κύριο και στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης που συμπληρώνονται το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 15 ν. 4024/2011 και της Κ.Υ.Α. οικ2/16519/022/2012 - η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότησή του - και για το λόγο αυτό υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ με συνέπεια να πρέπει να αναιρεθεί, επειδή επιδίκασε την επίδικη παροχή στους αναιρεσιβλήτους, μολονότι δέχθηκε ότι α) οι ιατροί αυτοί παρείχαν την εργασία τους στις νοσηλευτικές του μονάδες επί πέντε ώρες και τριάντα λεπτά ( 5 ώρες και 30 λεπτά) την ημέρα από τη Δευτέρα έως και την Πέμπτη και επί πέντε (5) ώρες την Παρασκευή και, συνολικά, επί είκοσι επτά (27) ώρες την εβδομάδα και ότι μετά το πέρας την εργασίας του απασχολούντο σε ιδιωτικά τους ιατρεία με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται το επίδικο επίδομα, το οποίο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, πρέπει να καταβάλλεται μόνο σε ιατρούς που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε αυτό, δηλαδή απασχόληση οκτώ (8) ωρών την ημέρα και σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι παρέχουν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά στις νοσηλευτικές του μονάδες και, επιπλέον, β) παρά το γεγονός ότι δεν εργάζονταν υπό όμοιες, επικίνδυνες και ανθυγιεινές, συνθήκες με το λοιπό νοσηλευτικό που είχε δικαίωμα να λαμβάνει το επίδομα, όπως ειδικότερα αναφέρουν στα δικόγραφα του κυρίου και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα εξής : Οι 1η, 3η, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 12η, 14η, 16η, 17η, 18ος και 21η των εναγόντων-εφεσιβλήτων [και ήδη αναιρεσιβλήτων] είναι γιατροί με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες.

Αρχικά προσλήφθηκαν, κατά τις ημεροχρονολογίες που αναφέρονται, από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) (...) με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν,δ. 1204/1972 και ο καθένας από αυτούς παρείχε τις συναρτώμενες με την ειδικότητά του ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος έναντι των προβλεπόμενων αποδοχών από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.

Ειδικότερα οι εν λόγω ενάγοντες υπηρετούσαν σε Τοπικές Μονάδες Υγείας (Τ.Μ.Υ.), της …, της …, της … και της …. Από την … μεταφέρθηκαν άπαντες στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα Ε.Ο.Π.Υ.Υ. [ήδη αναιρεσείοντα] δυνάμει σχετικών διατάξεων του ν. 3918/2011, ενώ δυνάμει των διατάξεων του ν. 4258/2014 μετατάχθηκαν στην 4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης όπου συνεχίζουν να υπηρετούν, πλην των 7ου και 18ου των εναγόντων, των οποίων η υπαλληλική σχέση με το εναγόμενο έληξε αυτοδικαίως την …, και του 8ου ενάγοντα, του οποίου η σύμβαση εργασίας λύθηκε από ….

Οι ανωτέρω ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από … έως …, οι μεν 7ος και 18ος έως …, ο δε 8ος έως …, δεν έλαβαν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. I του ν. 4024/2011 και τη με αρ. 2/16519/0022 Κ.Υ.Α, επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο λαμβάνει το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες, το τεχνικό προσωπικό και το προσωπικό που εργάζεται στην εστίαση και τον ιματισμό που υπηρετούν στις μονάδες υγείας όπου υπηρετούν οι ίδιοι οι ενάγοντες, και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, καθαριότητας κ.λπ.

των πλέον μικρών υγειονομικών μονάδων (δηλ. περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων). Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, οι εν λόγω ενάγοντες-ιατροί λόγω ακριβώς του αντικειμένου της εργασίας τους απασχολήθηκαν στους ανωτέρω σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ερχόμενοι καθημερινά σε άμεση επαφή με ασθενείς, μικρόβια, μολυσματικά και λοιμώδεις νόσους και σωματικά εκκρίματα ασθενών, δηλαδή υπό συνθήκες το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες με τις συνθήκες εργασίας του νοσηλευτικού και τεχνικού προσωπικού που υπηρετεί στις ίδιες μονάδες υγείας όπου υπηρετούν και αυτοί (ενάγοντες), και του προσωπικού νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, καθαριότητας κ.λπ.

πλέον μικρών υγειονομικών μονάδων (δηλ. περιφερικών και αγροτικών ιατρείων), το οποίο λαμβάνει το επίδικο επίδομα. Υπό τα δεδομένα αυτά, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Σ) και καθόσον το επίδικο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας έχει σχέση με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέχεται η εργασία, έστω κι αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, αρκεί ότι παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους αυτούς δυσμενείς όρους (...), όπως στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδικο επίδομα (...), χωρίς να ασκεί ουσιαστική επιρροή το γεγονός ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργάζονταν επί 5 1/2 ώρες ημερησίως και είχαν δικαίωμα μετά το πέρας του ωραρίου αυτού να διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο, (...) καθότι η έκθεσή τους στις ανωτέρω συνθήκες εργασίας για το ωράριο που απασχολούνταν καθημερινά ήταν αρκετή για να δικαιολογεί τη λήψη του επίδικου επιδόματος (...).".

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 15 ν. 4024/2011, της οικ2/16519/0022 Κ.Υ.Α. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 8 παρ. 7 ν. 2470/1997, 8 παρ. 5 ν. 3205/2009, 2 παρ. 1 ν. 3235/2004, 18 παρ. 1 ν. 2150/1993 και 7 παράγραφος 2 α του βασιλικού διατάγματος 17/18-2-1956 "περί υπηρεσιακής καταστάσεως των μονίμων ιατρών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α 67) - το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 23 ν.δ. 2693/1953 - όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 11/12 Ιουνίου 1957 (Α 100) και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον.

Και τούτο διότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί παρείχαν αρχικά τις υπηρεσίες τους σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ότι, στη συνέχεια, από … μεταφέρθηκαν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ), σε μονάδες του οποίου υπηρετούσαν έως τη μεταφορά τους στην 4η ΔΥΠΕ σύμφωνα με το ν. 4238/2014, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω ακριβώς του αντικειμένου εργασίας τους έρχονταν καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, μολυσματικά μικρόβια, λοιμώδους νόσους και σωματικά εκκρίματα ασθενών, εργάζονταν δηλαδή υπό συνθήκες το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες με τις συνθήκες εργασίας του νοσηλευτικού και τεχνικού προσωπικού που υπηρετεί στις ίδιες μονάδες υγείας, όπου υπηρετούν και αυτοί (ενάγοντες) και του προσωπικού νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, καθαριότητας κ.λπ.

πλέον μικρών υγειονομικών μονάδων (δηλ. περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων), ότι το προσωπικό αυτό λαμβάνει το επίδικο επίδομα και ότι η μη χορήγηση και σε αυτούς (αναιρεσιβλήτους) του ένδικου επιδόματος συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας - χωρίς μάλιστα να δεχθεί ότι η μη χορήγησή του δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της απασχόλησης αυτών ή από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος - ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 15 παρ.1 του ν. 4024/2011 και της υπ' αριθμό 2/16519/0022/2012 ΚΥΑ.

Το Μονομελές Εφετείο περαιτέρω με το να δεχθεί ότι δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή το γεγονός ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι ενάγοντες εργάζονταν επί 5 1/2 ώρες ημερησίως και ότι είχαν δικαίωμα να διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, επειδή α) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από … έως και …, τόσο το νόμιμο, όσο και το συμβατικό ημερήσιο ωράριο εργασίας των αναιρεσιβλήτων για πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία ανερχόταν από τη Δευτέρα έως και την Πέμπτη σε 5 1/2 ώρες την ημέρα, ενώ την Παρασκευή σε 5 ώρες και συνολικά σε 27 ώρες την εβδομάδα και συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν πλήρη απασχόληση στο αναιρεσείον κατά την έννοια της Κ.Υ.Α.

που προαναφέρθηκε και β) οι αναιρεσίβλητοι - σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 6 της υπ' αριθμό 0142/16519/0022 Κ.Υ.Α. - είχαν τη δυνατότητα μετά το πέρας του ωραρίου εργασίας τους στο αναιρεσείον είτε να απασχολούνται σε άλλο εργοδότη, είτε να αυτοαπασχολούνται με συνέπεια το γεγονός ότι διατηρούσαν και ιδιωτικό ιατρείο δεν καθιστά την απασχόλησή τους στο αναιρεσείον μη αποκλειστική (ΑΠ 1124/2019).

Ο λόγος συνεπώς αναίρεσης που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η ουσιαστική παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν στο αναιρεσείον την εργασία τους υπό τις ίδιες επικίνδυνες και ανθυγιεινές συνθήκες με το λοιπό προσωπικό του το οποίο λαμβάνει νόμιμα το επίδικο επίδομα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 3.2.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (...)". Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης.

Πρέπει συγκεκριμένα να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 2/2023). Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 30/2006). Η προϋπόθεση αυτή ισχύει και για τον ισχυρισμό για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, επειδή η νομιμοποίηση δεν αφορά στη δημόσια τάξη (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 63/2020, ΑΠ 630/2019).

Στο δεύτερο και στον τρίτο προσθέτους λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 21 παρ. 9 ν. 4238/2014 και συνεπώς υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 560 αριθμοί 1 και 6 ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή α) δέχθηκε ότι έχει υποχρέωση να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους - πλην του πέμπτου, Σ.

Κ. του Α., κατοίκου …, του έκτου, Θ. Κ. του Δ., κατοίκου … και του ενδεκάτου από αυτούς, Ι. Τ. του Ε., κατοίκου … - το επίδικο επίδομα για ολόκληρο το κρίσιμο κατά την αγωγή χρονικό διάστημα, δηλαδή από … έως και …, μολονότι από … και εφεξής οι αναιρεσίβλητοι είχαν μεταταχθεί σύμφωνα με το άρθρα 16 παρ. 1 και 2 και 17 παρ. 1 εδάφιο α ν. 4238/2014 (Φ.Ε.Κ.

Α 38/17-2-2014) σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στις χωροταξικά για τον καθένα τους αρμόδιες Διοικήσεις Υγειονομικών Υπηρεσιών ("Δ.Υ.Πε.") με συνέπεια το ίδιο να μην είναι φορέας της επίδικης έννομης υποχρέωσης και συνεπώς να μην νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη και επιπλέον β) δέχθηκε ότι νομιμοποιείται παθητικά το ίδιο στη δίκη με αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι από … και εφεξής οι αναιρεσίβλητοι είχαν μεταταχθεί στις αρμόδιες Δ.Υ.Πε..

Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, επειδή το αναιρεσείον ομολογεί στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης ότι δεν είχε προβάλει τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με λόγο έφεσης κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Το αναιρεσείον είχε αυτή την υποχρέωση, επειδή ο ισχυρισμός του ότι δεν είναι κατά το ουσιαστικό δίκαιο φορέας της επίδικης υποχρέωσης και συνεπώς δεν νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη, μολονότι αφορά στη συνδρομή διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης και συνεπώς εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, δεν αφορά στη δημόσια τάξη, δηλαδή σε κανόνες που προστατεύουν θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου (άρθρα 33 ΑΚ, 73 και 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 734/2023, ΑΠ 194/2023). 4.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων - που κατέθεσαν προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος του αναιρεσείοντος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο έχει όλα τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου, ηττήθηκε στη δίκη και εκπροσωπήθηκε σε αυτή από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρα 573 παρ. 1, 106, 176 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αριθμός 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο μόνο παρ. 2 Κ.Υ.Α.

Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992, Φ.Ε.Κ. Β 11/20-1-1993, εκδοθείσας κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.2 ν.1738/1987 και 30 ν. 4038/2012), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από … και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης … αίτηση για αναίρεση - με τον κύριο και τους από … και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης … προσθέτους λόγους της - της υπ' αριθμό 9390/30-8-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ