Legislator Case Law & Legislation
457/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on rent reduction law application to expired lease termination. Public wins appeal against association's claim.

Case Number 457/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment. The State argued the appeal was procedurally valid, but the Court ruled the appeal inadmissible because the opposing association failed to appear or file a declaration of non-attendance at the hearing. Regarding the merits, the Court held that the 20% rent reduction law applied only to active leases, not to expired ones where only compensation for use is due.

Legislator headnote

AI generated

Art. 21 para. 1 of Law 4002/2011; Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The reduction of rent by 20% applies only to active leases, not expired ones where compensation for use is due; absence of the respondent at the hearing renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
rent reduction law expired lease termination compensation for use inadmissible appeal civil procedure absence

Cited Legislation

AI generated
Art. 21 para. 1 of Law 4002/2011
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 568 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 83 para. 2 and 3 of Law 4790/2021
Art. 568 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 26 of Law 4792/2021

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 457 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 457/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "Εθνική Γενική Συνομοσπονδία Αναπήρων & Θυμάτων Πολέμου της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6850/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 2499Δ/20-5-2019 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Χ., ακριβές αντίγραφο της από 14-12-2016 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του αναιρεσείοντος προς το αναιρεσίβλητο, για να παραστεί στην αρχική δικάσιμο της 21-2-2020, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-4-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε και κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν 4792/2021 και την Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Το αναιρεσίβλητο, όμως, δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν 4002/2011 (ΦΕΚ Α' 180/22-8-2011), η μισθωτική αξία των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1B του Ν. 2362/1995 (Α' 247), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010 (Α' 141) και πριν τη συμπλήρωσή του με την παρ. 1α του άρθρου 50 του Ν. 3943/2011 (Α' 66), τεκμαίρεται ότι κατά το έτος 2010 έχει μειωθεί κατά 20%.

Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα μισθώματα που καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς, για τη μίσθωση ακινήτων στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους, μειώνονται κατά ποσοστό 20%, το οποίο υπολογίζεται στο ύψος των μισθωμάτων της χρήσης Ιουλίου 2010 και μέχρι 30-6-2013 απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.

Σε περίπτωση κατά την οποία τα μισθώματα αυτά έχουν αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) μετά την 1-7-2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Οι εκμισθωτές δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αμφισβητήσουν το ύψος του παραπάνω τεκμηρίου και τη μείωση του μισθώματος.

Το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αποδείξουν, ότι η μείωση της μισθωτικής αξίας και αντιστοίχως του μισθώματος είναι μεγαλύτερη από το παραπάνω ποσοστό. Με τη διάταξη αυτή επιχειρείται ο εξορθολογισμός, η αναγωγή δηλαδή στο μέτρο που αρμόζει, των μισθωμάτων που καταβάλλει το Δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου τομέα για μισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν από τον Ιούλιο του 2010, ώστε να ανταποκρίνονται στη μισθωτική αξία των ακινήτων και να μην καθίσταται, η εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, υπέρμετρα δυσμενής μονομερώς σε βάρος του Δημοσίου.

Με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο μείωσης κατά 20% της μισθωτικής αξίας των ακινήτων, που έχει μισθώσει το Δημόσιο και οι παραπάνω φορείς μέχρι 30-6-2010 (βλ. αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου). Με το δεύτερο εδάφιο ορίζεται, ότι από τη δημοσίευση του νόμου, τα μισθώματα που καταβάλλει το Δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα για τη μίσθωση ακινήτων, στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους, μειώνονται κατά ποσοστό 20%, ποσοστό που υπολογίζεται στο ύψος του μισθώματος, που καταβάλλονταν για τη χρήση Ιουλίου 2010 και ότι απαγορεύεται μέχρι τις 30-6-2013 οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.

Σε περίπτωση δε που μετά την 1-7-2010 είχαν αναπροσαρμοσθεί τα μισθώματα αυτά, σύμφωνα με τις συμβάσεις μίσθωσης, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα (ΑΠ 1152/2019, ΑΠ 1107/2019, ΑΠ 207/2016). Περαιτέρω, από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 1 του Ν 4002/2011 σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η μίσθωση να είναι ενεργή κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου (22-8-2011), καθόσον από τότε μειώνονται κατά 20% τα μισθώματα που καταβάλλει το Δημόσιο ως μισθωτής.

Άλλωστε, ο σκοπός της διάταξης αυτής είναι ο εξορθολογισμός των μισθωμάτων και δη η ανάλογη, με τη διαμορφωθείσα συνεπεία της οικονομικής κρίσης μισθωτική αξία του ακινήτου, μείωσή τους, που καταβάλλει το Δημόσιο κατά την εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση λήξης της σύμβασης μίσθωσης πριν από τις 22-08-2011, διότι μετά τη λήξη της δεν οφείλεται μίσθωμα, αλλά αποζημίωση χρήσης, ούτε τίθεται ζήτημα εκτέλεσης της σύμβασης μίσθωσης, εφόσον η μίσθωση δεν υφίσταται πλέον και ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει άμεσα τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή.

Κατά δε το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, μετά την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της μίσθωσης, εάν ο μισθωτής δεν αποδίδει το μίσθιο, αλλά εξακολουθεί να το παρακρατεί, δεν οφείλει μίσθωμα, αλλά αποζημίωση χρήσης, η οποία ορίζεται από τη διάταξη αυτή ίση με το μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μίσθωμα, χωρίς να αποκλείεται και η απαίτηση αυξημένου ποσού, εάν ο εκμισθωτής αποδεικνύει περαιτέρω ζημία.

Το οφειλόμενο, λόγω παρακράτησης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης, ποσό, έστω και αν ορίζεται σε ποσό ίσο με το μίσθωμα, δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος, αλλά αποτελεί γνήσια αποζημίωση, λόγος, για τον οποίο η αποζημίωση χρήσης δεν υπόκειται ούτε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7 του π.δ. 34/1995 αναπροσαρμογή, η οποία ισχύει μόνο για τα μισθώματα (ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 329/2011), ούτε μπορεί να αξιωθεί αποζημίωση για ζημία του εκμισθωτή, πέραν της ισούμενης με το συμφωνηθέν μίσθωμα τοιαύτης, για όσο χρόνο ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, κατ' εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ (ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 372/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής: "Κατόπιν νομίμως, κατά τις διατάξεις του Π.Δ/τος της 19/19.11.1932 προκηρυχθείσης δημοπρασίας, στην οποία ανεδείχθη μειοδότης και δυνάμει του από 22.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού το ενάγον και ήδη εφεσίβλητο σωματείο με την επωνυμία "Εθνική Γενική Συνομοσπονδία Αναπήρων και θυμάτων Πολέμου Ελλάδος" εξεμίσθωσε στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση των Υπηρεσιών Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ένα ακίνητό του κείμενο ενταύθα και επί της οδού Πινδάρου αρ. 6, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο, μεσοπάτωμα, πρώτο και δεύτερο όροφο, συνολικής επιφανείας 725 τ.μ.

για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, αρχόμενο από της παραλαβής του, η οποία έλαβε χώρα την 1.3.2001 και λήγον την 28.2.2013, αντί μηνιαίου μισθώματος ανερχομένου στο ποσό των 2.900.000 δραχμών και αναπροσαρμοζόμενο ετησίως μετά το δεύτερο μισθωτικό έτος κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή, καταβλητέο δε στο τέλος εκάστου τριμήνου και ανελθόντος κατά μήνα Δεκέμβριο 2010 στο ποσό των 12.226,79 Ευρώ.

Από της κατά τον προεκτεθέντα χρόνο παραλαβής του μισθίου και έκτοτε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο συνέχισε να ποιείται ακώλυτη χρήση αυτού, κατ' έτος δε 2005, στα πλαίσια της συνεργασίας της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και προς τον σκοπό ενίσχυσης και ανάπτυξης του περιφερειακού τύπου, με το υπ' αριθμ. 33001α/14.2.2005 έγγραφο της άνω Γραμματείας παραχώρησε δωρεάν τη χρήση των χώρων του μισθίου ακινήτου σε επτά ενώσεις Περιφερειακών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, οι οποίες περιελάμβαναν τον σύνδεσμο ημερησίων περιφερειακών εφημερίδων, την Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Τύπου και την ένωση ιδιοκτητών ημερησίων και Εβδομαδιαίων Εφημερίδων Αττικής, την τηλεόραση Ελληνικής Περιφέρειας, την ένωση Περιφερειακών Καναλιών, την ένωση Τηλεόρασης Ελληνικής Περιφέρειας και την Πανελλήνια Ένωση Ιδιοκτητών Ρ/Φ Σταθμών.

Ακολούθως αποδείχτηκε ότι συνεπεία μεταστεγάσεως του μεγαλύτερου μέρους των Υπηρεσιών του Υπουργείου Τύπου και σε ιδιόκτητο κτίριο του εναγομένου κείμενο ενταύθα και επί των οδών Φραγκούδη αριθμ. 11 και Αλεξάνδρου Πάντου και της εκλείψεως εκ του λόγου αυτού της ανάγκης χρήσεως του μισθίου ακινήτου, με το υπ' αριθμ. 22288/2010 έγγραφο του Γενικού Γραμματέως Επικοινωνίας του Υπουργού Εσωτερικών προς την Κεντρική Υπηρεσία του Δημοσίου ζητήθηκε στα πλαίσια περιστολής των δημοσίων δαπανών η από 1.1.2011 πρόωρη λύση της μισθώσεως του επιδίκου μισθίου ακινήτου και κατόπιν τούτου με την υπ' αριθμ. 47212/25753/3.12.2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, η οποία κοινοποιήθηκε στο εφεσίβλητο την 13.12.2010, εγκρίθηκε η πρόωρη λύση της ως άνω μισθώσεως, χωρίς υποχρέωση αποζημιώσεως του τελευταίου από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο λόγω εκλείψεως των λόγων μισθώσεως των προαναφερομένων χώρων και έτσι, μετά την πάροδο 30 ημερών από της ως άνω κοινοποιήσεως λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων υφισταμένη σύμβαση μισθώσεως και έπαυσε έκτοτε η υποχρέωση του εφεσιβλήτου προς καταβολή μισθωμάτων, πλην του από 1.1.2011 και μέχρι 12.1.2011 χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο δεν είχαν επέλθει εισέτι τα αποτελέσματα της προώρου λύσεως της μισθώσεως, δια το οποίο, έχοντας ακόμη την ιδιότητα του μισθωτού υποχρεούται στην καταβολή ως μισθώματος του ποσού των (12.226,79 Ευρώ μηνιαίο μίσθωμα X 0,4=) 4.890,71 Ευρώ.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι αντί το εναγόμενο, όπως υποχρεούτο να αποδώσει στο ενάγον τη χρήση του μισθίου ακινήτου στο οποίο, όπως προεξετέθη, από του έτους 2005 εστεγάζοντο οι προαναφερόμενες περιφερειακές οργανώσεις τύπου με τον τίτλο "το Σπίτι της Περιφέρειας" το βραδύτερο εντός μηνός από της επιδόσεως σ' αυτό της εγκριτικής της λύσεως της μισθώσεως ως άνω αποφάσεως, ήτοι μέχρι την 12.1.2011, παρά ταύτα συνέχισε να παρακρατεί τούτο άνευ δικαιώματος και παρά την εναντίωση του ενάγοντος και να ποιείται χρήση αυτού μέχρι την 13.12.2011, οπότε τελικώς με το από 14.12.2011 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής της Προϊσταμένης της Τεχνικής Υποστήριξης της Γ.Γ.

Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και της αρμοδίως ορισθείσης εκπροσώπου της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, απέδωσε σ' αυτό τούτο. Υπό τα ως άνω όμως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εφόσον το εναγόμενο καθ' άπαν το ως άνω μετά τη λύση της μισθώσεως και μέχρι την 13.12.2011 χρονικό διάστημα συνέχισε να παρακρατεί παρανόμως το μίσθιο και να ποιείται αυθαιρέτως χρήση αυτού υποχρεούται, κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων να καταβάλει σ' αυτό αποζημίωση χρήσεως ίση με το αντίστοιχο ποσό των μηνιαίων μισθωμάτων του ως άνω χρονικού διαστήματος, υπολογιζομένη δε με βάση το κατά το χρόνο της λύσεως της μισθώσεως ήτοι κατά την 13.1.2011 καταβαλλόμενο υπ' αυτού μηνιαίο μίσθωμα ανερχόμενο στο ποσό των 12.226,79 Ευρώ και όχι με βάση το μειωμένο κατά ποσοστό 20% ως άνω μηνιαίο μίσθωμα στο οποίο, κατ' εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 21 του v. 4022/2011 θα αναπροσαρμόζετο τούτο, εφόσον η ως άνω μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα επίδικη σύμβαση μισθώσεως συνέχιζε να είναι ενεργής και δεν είχε λυθεί, όπως συνέβη εν προκειμένω, αφού κατά τα προεκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή το οφειλόμενο υπ' αυτού για την παράνομη παρακράτηση του μισθίου ποσό δεν συνιστά μίσθωμα, αλλά αποτελεί αποζημίωση χρήσεως, η οποία δεν είναι δεκτική αναπροσαρμογής και δη αναδρομικώς...Περαιτέρω εφόσον από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι το εναγόμενο μετά την κατά τα άνω επίδοση σ' αυτόν της προαναφερομένης αποφάσεως περί προώρου λύσεως της μισθώσεως, παρέμεινε στην χρήση του μισθίου, αρχικώς ως μισθωτής μέχρι την 12.2.2011 και στη συνέχεια άνευ δικαιώματος μέχρι την 13.12.2011, παρέπεται ότι υποχρεούται να καταβάλει στο ενάγον:

α) Για μίσθωμα του από 1.1.2011 έως 12.1.2011 χρονικού διαστήματος το ποσό των (12.226,79 Ευρώ μηνιαίο μίσθωμα X 0,4 =) 4.890,71 Ευρώ και β) ως αποζημίωση χρήσεως για το από 13.1.2011 έως 13.12.2011 χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρανόμως παρακράτησε αυτό το ποσό των ( 12.226,79 Ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα X 11 μήνες=) 134.494,19 Ευρώ και συνολικώς για αμφότερες τις άνω αιτίες το ποσό των (4.890,71 + 134.496,69=) 139.385,40 Ευρώ, καθ' ό ποσό η αγωγή παρίσταται εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία.

Το εναγόμενο επικαλούμενο περαιτέρω ότι στην ως άνω επικαλούμενη υπό του ενάγοντος ζημία του συνέτρεξε και πταίσμα αυτού, συνιστάμενο στο ότι τούτο καίτοι ηδύνατο, παρά ταύτα επί δέκα και πλέον μήνες από της προώρου λύσεως της μισθώσεως παρέλειψε να απαιτήσει την άμεση σ' αυτό απόδοση του μισθίου από τις ως άνω στεγαζόμενες σ' αυτό ενώσεις προέτεινε πρωτοδίκως ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στην ως άνω ζημία, την ένσταση δε αυτή επαναφέρει ήδη και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με το δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως.

Η ως άνω όμως ένσταση του εναγομένου και ο συναφής προς αυτήν λόγος της κρινομένης εφέσεώς του ελέγχονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Και τούτο διότι κατά τα προεκτεθέντα, για την επιδίκαση της εκ του άρθρου 601 Α.Κ. αποζημιώσεως χρήσεως δεν ερευνάται αν ο εκμισθωτής εκ της καθυστερήσεως αποδόσεως του μισθίου υπέστη ζημία ούτε και αν υφίσταται για τη γένεση αυτής, πταίσμα του μισθωτού.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και ακολούθως μετ' απόρριψη ως μη νομίμων των ισχυρισμών του εκκαλούντος - εναγομένου, ότι τόσο το καταβαλλόμενο υπ' αυτού μίσθωμα όσο και η αποζημίωση χρήσεως την οποία αιτείται το ενάγον σωματείο, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 4022/2010 να προσδιοριστούν μειωμένα κατά 20%, με βάση το υπ' αυτού κατά μήνα Ιούλιο 2010 καταβαλλόμενο μίσθωμα και ότι στην επέλευση της ζημίας του συνέτρεξε και ίδιο αυτού πταίσμα, με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά το άνω ποσό των 139.385,40 Ευρώ και στη συνέχεια υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει αυτό στο ενάγον και δη εντόκως κατά τις εις αυτή διακρίσεις, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινομένης εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν εφαρμόζεται στην ένδικη μισθωτική διαφορά η διάταξη του άρθρου 21 του Ν 4002/2011 για την επιδίκαση των οφειλομένων ποσών, μειωμένων κατά ποσοστό 20%, και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 416/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκαν νομιμοτόκως στο εναγόμενο σωματείο το ποσό των 4.890,71 ευρώ ως οφειλόμενο μίσθωμα του από 1-1-2011 έως 12-1-2011 χρονικού διαστήματος και το ποσό των 134.494,69 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για το από 13-1-2011 έως 13-12-2011 διάστημα.

Το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο αναίρεσης υποστηρίζει, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 21 του Ν 4002/2011 και 601 του ΑΚ έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο αποζημίωση χρήσης ίση με το αντίστοιχο ποσό των μισθωμάτων του ως άνω χρονικού διαστήματος, υπολογιζόμενη με βάση το κατά το χρόνο της λύσης της μίσθωσης καταβαλλόμενο από αυτό (Δημόσιο) μηνιαίο μίσθωμα και όχι με βάση το μειωμένο κατά ποσοστό 20% ως άνω μηνιαίο μίσθωμα.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον στην ένδικη υπόθεση η μίσθωση είχε λήξει από τις 13-1-2011, ήτοι πριν από τη δημοσίευση του Ν 4002/2011, το άρθρο 21 του οποίου εφαρμόζεται σε ενεργή και όχι ήδη λήξασα μίσθωση, όπως κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε το Εφετείο. Μετά δε τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης δεν οφείλεται μίσθωμα, αλλά αποζημίωση χρήσης, ούτε τίθεται ζήτημα εκτέλεσης της σύμβασης, εφόσον η μίσθωση δεν υφίσταται πλέον και ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.

Συνακολούθως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος, δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2016 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 1031/16-12-2016) του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6850/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ