Supreme Court dismisses appeal against lawyer's family allowance award based on correct statutory application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against a first-instance judgment awarding family allowances to a lawyer. The appellant argued the lower court erred by applying a different law to calculate these allowances, claiming it violated procedural rules. The court rejected this, finding the appellate court correctly applied the relevant statute and that the decision was substantively sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 63, 92, 92A, 94 of the Code of Lawyers; The court may apply the law most appropriate to the case (jura novit curia) without violating procedural rules if the resulting decision is substantively correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 457 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο ".... Α.Ε." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ν. Π. του Χ., συζύγου Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρο της Σπυρίδωνος Τσαντίνη, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 671/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/9/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσίβλητη και ο πληρεξούσιός της την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 04.09.2017 και με ειδ αριθ. καταθ.575/2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 671/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 09.10.2015 και με αριθ. καταθ. 5890/2015 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία αμοιβών με αριθ. 268/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ'ουσία βάσιμη η ανωτέρω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα στην καταβολή του ποσού 36.694,12 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων. 1, 63, 92, 92 Α, 94 του Ν.Δ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" (που έχουν εφαρμογή για την προκείμενη έννομη σχεση) προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση άλλης επιστήμης, τέχνης, ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας, ή απασχολήσεως που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ' εξαίρεση ο τελευταίος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (αρθ. 63 §1-4 του Κώδ. περί Δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή η οποία είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (αρθ. 63 §5 Κώδικα) δεν μπορεί ν' αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω Ν.Δ/τος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) και συμπληρωματικά από εκείνες των περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις (Ολ.ΑΠ 45/2002, ΑΠ 1231/2018).
Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθ. 92 του άνω Κώδικα, ΑΠ 1231/2018). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 Α παρ.1 και 2 του Κώδικα των Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν.1093/1980 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Ν.1816/1988, σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:
α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Αρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις.
Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος. Περαιτέρω με την 2022210/2776/002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β`/21-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν.2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και ισχύει από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92 Α παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ΚΔ) μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του Ν.2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.
Επιπλέον χορηγούνται στους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ.2 του ΚΔ, και τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις (βλ. άρθρο 12 παρ.1 1093/1980, άρθρο 8 του Ν.2470/1997, άρθρο 11 παρ.1 α και β του Ν. 3205/2003, ΑΠ 1041/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ.3 του Ν. 1093/1980, διατηρούνται σε ισχύ διατάξεις νόμων, καταστατικών ή εσωτερικών κανονισμών ή ειδικές συμφωνίες που καθορίζουν διαφορετικά τα της περιοδικής αμοιβής δικηγόρων, εφόσον με αυτές καθορίζεται αμοιβή ευνοικότερη της καθοριζομένης από την παρ.1 του άρθρου 2.
Στις περιπτωσεις αυτές εφόσον από τις εν λόγω διατάξεις η υπό των μερών δεν ορίστηκε διαφορετικά, οι αμοιβες προσαυξανονται με βάση τα οριζόμενα από τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 2. Ως βάση υπολογισμού των προσαυξήσεων λαμβάνονται οι καταβαλλόμενες αποδοχές. Με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 1183/1981 η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 1093/1980 ερμηνεύθηκε αυθεντικά ως εξής: "Η αληθής έννοια του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 12 του νόμου 1093/1980 είναι ότι ως βάσις υπολογισμού των εις την παράγραφον ταύτην αναφερομένων προσαυξήσεων λαμβάνονται μόνον αι καταβαλλόμεναι βασικαί αποδοχαί, εφ' ων και θα υπολογίζονται αι προσαυξήσεις αύται".
Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του πιο πάνω ν. 1093/1980, περιοδικές αμοιβές δικηγόρων βάσει των μέχρι τούδε ισχυουσών αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανώτερες των υπό των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του παρόντος νόμο καθοριζόμενων, εξακολουθούν να διέπονται από τις μέχρι τούδε διατάξεις. Επίσης, στην παράγραφο 3 του άρθρου 92 A ως άνω, ισχύοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, Κώδικα Δικηγόρων ορίζεται ότι, δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν.
Εξάλλου, το άρθρο 12 παρ.4 του Ν.1093/1980 προβλέπει ότι σε περίπτωση καθορισμού στο μέλλον-μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού-με συμφωνία των μερών ποσού περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου ανώτερου του καθοριζόμενου από το άρθρο 2 (άρθρ. 92 Α του ΚΔ), τούτο, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν άλλως, θα προσαυξάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άνω άρθρου, με βάση το ποσό που θα συμφωνηθεί (ΑΠ 1041/2005).
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 84/2016 ΤΝΠ Νόμος) Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 841/2017, 638/2016, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2019).
Περαιτέρω, από τη γενική αρχή jus novit curia ("το Δικαστήριο γνωρίζει το νόμο") προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος. Tο δικαστήριο γνωρίζει το νόμο και αυτό είναι αρμόδιο για να αποφασίσει για το ποιος νόμος έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 493/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι προσλήφθηκε αρχικά ως δικηγόρος με σύμβαση έμμισθης εντολής από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε" και ότι περαιτέρω κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνδεόταν με την ίδια σχέση (με πάγια μηνιαία αντιμισθία) μέχρι 09.12.2008, που η τελευταία κατάγγειλε τη σύμβασή της.
Ότι από 1-1-2003 μέχρι την απόλυσή της, ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας της εναγομένης, λαμβάνοντας μηνιαίως τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, χωρίς να έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι περιλαμβάνονταν σε αυτά και τα κάθε είδους επιδόματα που καταβάλλονταν σε άλλους εργαζόμενους ή προβλέπονταν από συλλογικές συμβάσεις ή διατάξεις νόμων.
Ότι ήταν έγγαμη από 6-9-2003 και απέκτησε τρία τέκνα, που γεννήθηκαν στις 4-3- 2006 το πρώτο και στις 21-6-2007 το 2° και το τρίτο, και ότι τα παραπάνω τα είχε γνωστοποιήσει στην εναγόμενη. Επικαλούμενη δε ότι μολονότι με βάση τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 1093/1980, 17 παρ. 1 του ν. 1183/1981 και 2 παρ.3 του ν. 1093/1980, αλλά και στις υπογραφείσες μεταξύ της εναγομένης και των εργαζομένων σ' αυτήν επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας δικαιούταν να λαμβάνει, επί του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού της, επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%, επίδομα τέκνων σε ποσοστό 5% για καθένα από τα δύο πρώτα και 6% για το τρίτο, και επίδομα προϊσταμένου σε ποσοστό 10%, η εναγομένη ουδέν ποσό της κατέβαλλε, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει:
α) των 32.076,15 ευρώ για επίδομα γάμου των ετών 2004 έως 2008, β) των 23.592,65 ευρώ για επίδομα τέκνων για τα έτη 2006, 2007 και 2008 και γ) των 32.220,15 ευρώ για επίδομα Προϊσταμένου των ετών 2004 έως 2008, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα ως άνω υπό στοιχ.
α και β' κονδύλια και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά (υπό στοιχ. γ' κονδύλιο). Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους τα ενάγουσας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, εγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσια για επιδόματα γάμου, τέκνων και επίδομα προισταμένης το συνολικό ποσό των 36.694,12 ευρώ.
κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα σ' αυτή. Το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακολουθα " Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, που είναι δικηγόρος …. προσλήφθηκε στις 15-9-1993, με σύμβαση έμμισθης εντολής, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία ως αντικείμενο δραστηριότητάς της έχει την εποπτεία κατασκευής του έργου του μετρό της …., προκειμένου να προσφέρει τις δικηγορικές υπηρεσίες της στο τμήμα συμβάσεων αυτής, έναντι πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας.
Τη 1-7-1994 η ενάγουσα μεταφέρθηκε στη νομική υπηρεσία της άνω εταιρείας και στη συνέχεια, τη 1-1-2003, μετατέθηκε στην θυγατρική της άνω εταιρείας και αρχικά εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "... Α.Ε.", όπου ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένης της Νομικής Υπηρεσίας της εταιρείας αυτής, η οποία στη συνέχεια διαδέχθηκε την ως άνω (μητρική) εταιρεία σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της από τη σχέση έμμισθης εντολής που τη συνέδεε με την ενάγουσα.
Τις άνω υπηρεσίες της η ενάγουσα προσέφερε στην εναγομένη μέχρι 9-12-2008, οπότε η τελευταία κατάγγειλε τη μεταξύ τους συμβατική σχέση. Σημειώνεται ότι καθολική διάδοχος της άνω εταιρείας και αρχικά εναγομένης έχει ήδη (πριν τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό) καταστεί η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ("....
Α.Ε."), η οποία και συνέχισε τη δίκη. Καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής η ενάγουσα λάμβανε, όπως προεκτέθηκε, ως αμοιβή ένα πάγιο συμφωνημένο ποσό κατά μήνα, το οποίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανερχόταν, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση }κατά το μη προσβαλλόμενο μέρος της, σε 3.850 ευρώ από 1-1-2003 έως 31-12-2003, σε 4.260 ευρώ από 1-1- 2004 έως 31-12-2004 (το ίδιο ποσό, σημειωτέον, γίνεται δεκτό ότι λάμβανε η ενάγουσα και από 1/9 έως 31/12/2004, αφού η ίδια προσδιορίζει με την αγωγή σ' αυτό το ύψος τη μηνιαία αμοιβή της για το εν λόγω διάστημα, αν και προέκυψε ότι η αμοιβή της κατά το διάστημα αυτό ανερχόταν σε 4.390 ευρώ μηνιαίως), σε 4.421,70 ευρώ από 1-1-2005 έως 31-7- 2001 (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αν και προέκυψε ότι η μηνιαία αμοιβή της κατά το διάστημα αυτό ανερχόταν σε 4.521,70 ευρώ), σε 4.589,53 ευρώ από 1-8-2005 έως 28-2- 2007, σε 4.779,63 ευρώ από 1-3-2007 έως 31-3-2007 και σε 4.985,15 ευρώ από 1- 4-2007 έως 9-12-2008.
Τα πάγια παραπάνω χρηματικά ποσά που καταβάλλονταν στην ενάγουσα κάθε μήνα υπερέβαιναν κατά πολύ τα κατώτατα προβλεπόμενα από το νόμο όρια, χωρίς όμως ποτέ να συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι σ' αυτά περιλαμβάνονταν και τα προβλεπόμενα από το νόμο για τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους επιδόματα και ειδικότερα το επίδομα γάμου (οικογενειακής παροχής εγγάμου), δεδομένου ότι αυτή (ενάγουσα) παντρεύτηκε στις 6-9-2003 και το επίδομα για τα τρία ανήλικα τέκνα της, που γεννήθηκαν στις 4-3-2006 το πρώτο και στις 21-6-2007 τα άλλα δύο (δίδυμα), καθώς και το προβλεπόμενο από το άρθρο 92Α παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων επίδομα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, που η ενάγουσα δικαιούταν από 1-1- 2003 που ασκούσε, κατά τα ως άνω, καθήκοντα Προϊσταμένης της νομικής υπηρεσίας της "...
Α.Ε.". Η κρίση περί μη ύπαρξης μεταξύ των μερών τέτοιας συμφωνίας, ώστε τα εν λόγω επιδόματα να καλύπτονται από τις μεγαλύτερες πάγιες μηνιαίες αμοιβές που κατά το ένδικο χρονικό διάστημα λάμβανε η ενάγουσα, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη ουδέποτε ανταποκρίθηκε, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, στις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας, μέσω υπηρεσιακών σημειωμάτων, για καταβολή των άνω επιδομάτων, καθώς και από το ότι στις αποδείξεις πληρωμής της μηνιαίας αμοιβής της (ενάγουσας) που αφορούν στο επίδικο χρονικό διάστημα, δεν αναφέρεται ότι περιλαμβάνονται σ' αυτήν και τα πιο πάνω επιδόματα.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο ως προς το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά την επιδίκαση στην ενάγουσα του επιδόματος προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας δέχτηκε ότι τούτο περιλαμβανόταν στα πάγια ανωτέρω χρηματικά ποσά που αυτή λάμβανε μηνιαίως, δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με το συναφή πρώτο λόγο της έφεσης.
Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει τα παραπάνω επιδόματα για το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικότερα: I) Το επίδομα γάμου από 1-1-2004 ποσού 35 ευρώ και το επίδομα ανηλίκων τέκνων ποσού 18 ευρώ από 4-3-2006 που γεννήθηκε το πρώτο τέκνο, 18 επίσης ευρώ από 21- 6-2007 που γεννήθηκε το δεύτερο και 47 ευρώ από την ίδια αυτή ημερομηνία που γεννήθηκε και το τρίτο τέκνο.
Τα παραπάνω ποσά δικαιούται η ενάγουσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 3205/2003 (άρθρα 11 παρ. 1α), αφού, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής χορηγούνται και τα τακτικά επιδόματα που χορηγούνται στους δημοσίους υπαλλήλους. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δικαιούται να λάβει για τις ανωτέρω αιτίες ποσοστό επί της μηνιαίας αμοιβής της 10% για επίδομα γάμου, 5% για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα της και 6% για το τρίτο, με βάση τα οριζόμενα στις επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας που είχαν υπογραφεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα μεταξύ της εναγομένης και των εργαζομένων σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στις εν λόγω συμβάσεις δεν υπάγονταν οι απασχολούμενοι στην εναγομένη δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής, όπως η ενάγουσα, αφού κατά τα ρητώς αναφερόμενα στις άνω προσκομιζόμενες με επίκληση από την τελευταία επιχειρησιακές συμβάσεις, σε αυτές υπάγονταν οι εργαζόμενοι που συνδέονταν με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ήταν μέλη του σωματείου εργαζομένων Λειτουργίας Μετρό …..
Επομένως η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα: α) για επίδομα γάμου από 1-1-2004 έως 9-12-2008 το ποσό των 35 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 2.425,50 ευρώ [14 μήνες X 4 έτη (12 μήνες για καθένα από τα έτη 2004 έως 2008 + 2 μήνες κατ' έτος για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και αδείας) = 56 μήνες X 35 ευρώ = 1.960 ευρώ + 13 μήνες για το έτος 2008 (11 μήνες έως το Νοέμβριο + δύο μήνες για τα επιδόματα εορτών και αδείας του ιδίου έτους) X 35 = 455 ευρώ + 10,50 ευρώ για αναλογία επιδόματος για την απασχόλησή της μέχρι τις 9-12- 2008, β) για επίδομα πρώτου τέκνου, από 4-3-2006 έως 9-12-2006, το ποσό των 18 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 707,40 ευρώ [10 μήνες το έτος 2006 +12 μήνες το 2007 + 11 μήνες το 2008 = 33 μήνες + 6 μήνες για επιδόματα εορτών και αδείας (2 μήνες κατ' έτος) = 39 μήνες X 18 ευρώ μηνιαίως = 702 ευρώ + 5,40 ευρώ για αναλογία επιδόματος Δεκεμβρίου 2008, γ) για επίδομα δεύτερου τέκνου, από 21-6-2007 έως 9-12-2008, 18 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 371,40 ευρώ [ 5 μήνες το έτος 2007 X 18 ευρώ = 90 ευρώ +11 μήνες το 2008 X 18 = 198 ευρώ + 4 μήνες για επιδόματα εορτών και αδείας (2 μήνες κατ' έτος) X 18 = 72 ευρώ + 6 ευρώ για αναλογία επιδόματος Ιουνίου 2007 (10 ημέρες) = + 5,40 ευρώ για αναλογία επιδόματος Δεκεμβρίου 2008) και δ) για επίδομα τρίτου τέκνου, από 21-6-2007 έως 9-12-2008, 47 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 969,67 ευρώ [5 μήνες το έτος 2007 X 47 ευρώ = 235 ευρώ +11 μήνες το 2008 X 47 = 517 ευρώ + 4 μήνες για επιδόματα εορτών και αδείας (2 μήνες κατ' έτος) X 47 = 188 ευρώ + 15,67 ευρώ για αναλογία επιδόματος Ιουνίου 2007 (10 ημέρες) + 14 ευρώ για αναλογία επιδόματος Δεκεμβρίου 2008) και συνολικά το ποσό των (2.425,50 + 707,40 + 371,40 + 969,67=) 4.473,97 ευρώ.
II) Το επίδομα Προϊσταμένου από 1- 1-2004 έως 9-12-2008 (επίδικο διάστημα), ανερχόμενο σε ποσοστό 10% επί της συμφωνημένης μηνιαίας αμοιβής της. Οφείλει συνεπώς η εναγόμενη να της καταβάλει για την αιτία αυτή, με βάση το ύψος της εκάστοτε μηνιαίας αμοιβής της: α) για το έτος 2004 το συνολικό ποσό των 5.964 ευρώ [4.260 ευρώ μηνιαία αμοιβή X 10% = 426 ευρώ μηνιαίως X 14 μήνες (περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας), β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-7-2005 το συνολικό ποσό των 3.537,36 ευρώ [4.421,70 ευρώ μηνιαία αμοιβή από 1- 1-05 έως 31-7-05 X 10% = 442,17 ευρώ μηνιαίως X 8 μήνες (περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών Πάσχα και αδείας), γ) για το χρονικό διάστημα από 1- 8-2005 έως 28-2-2007 το συνολικό ποσό των 10.096,90 ευρώ [4.589,53 ευρώ μηνιαία αμοιβή X 10% = 458,95 ευρώ X 22 μήνες (6 μήνες το 2005 περιλαμβανομένου του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων +14 μήνες το 2006 περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας + 2 μήνες το 2007), δ) για το μήνα Μάρτιο του έτους 2007 το ποσό των 477,96 ευρώ [4.779,63 ευρώ συμφωνημένη αμοιβή X 10%), ε) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως 31-12- 2007 το ποσό των 5.483,72 ευρώ (4.985,15 ευρώ μηνιαία αμοιβή X 10% = 498,52 ευρώ X 11 μήνες, περιλαμβανομένων 2 μηνών για τα επιδόματα εορτών και αδείας) και στ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 9-12-2008 το ποσό των 6.630,32 ευρώ [4.985,15 ευρώ μηνιαία αμοιβή X 10% = 498,52 ευρώ X 13 μήνες (περιλαμβανομένων 2 μηνών για τα επιδόματα εορτών και αδείας) = 6.480,76 ευρώ + 149,56 ευρώ (για αναλογία επιδόματος για το Δεκέμβριο του ιδίου έτους), συνολικά δηλαδή η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (5.964 + 3.537,36 + 10.096,90 + 477,96 + 5.483,72 + 6.630,32=) 32.550,26 ευρώ, θα επιδικαστεί όμως στην τελευταία το αιτούμενο με την αγωγή της μικρότερο ποσό των 32.220,15 ευρώ....." Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι ενώ κατά τις παραδοχές της απόφασης οι καταβαλλόμενες αποδοχές υπερέβαιναν κατά πολύ τις νόμιμες τοιαύτες, εν τούτοις κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων 7,8 και 10 παρ.1 του Ν.1876/1990 (όπως αυτές ίσχυαν στην επίδικη χρονική περίοδο), 648, 653 και 680 ΑΚ απέρριψε τον ισχυρισμό για συμψηφισμό των επιδίκων επιδομάτων γάμου, τέκνων και επιδόματος Προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας στις υπέρτερες καταβαλλόμενες στην αναιρεσίβλητη αποδοχές.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος γιατί κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπήρξε ειδική προς τούτο συμφωνία, που είναι κατά νόμο απαραίτητη προϋπόθεση για τον ως άνω συμψηφισμό, μη επιτρεπομένου στην προκειμένη περίπτωση του μονομερούς συμψηφισμού (καταλογισμού) (βλ.σχ. ΑΠ 879/2009, ΑΠ 224/2011).
Εφόσον δε με συμφωνία ορίστηκε περιοδική αμοιβή ανώτερη των νομίμων βασικών αποδοχών και εφόσον δεν όρισαν τα μέρη άλλως, δηλαδή δεν καθόρισαν συμβατικό συμψηφισμό, η αμοιβή της ενάγουσας προσαυξάνεται, με τα παραπάνω αναφερόμενα επιδόματα και δεν χωρεί συμψηφισμός αυτών εκ μέρους της αναιρεσείουσας με τις υπέρτερες αποδοχές της αναιρεσίβλητης.
Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης επικαλείται (όπως εκτιμάται) την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη (δικηγόρος με πάγια αντιμισθία) ζήτησε τα οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) σε ποσοστιαία βάση με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.1093/1980 και ότι το Εφετείο επιδίκασε αυτά με βάση το Ν.3205/2003 και ότι συνεπεία αυτού επιδίκασε μη αιτηθέν και συγχρόνως δεν κήρυξε απαράδεκτο της αγωγής ως προς τα επιδόματα αυτά.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την προσκομιζόμενη απόφαση προκύπτει ότι Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή αγωγική αίτηση περί καταβολής οικογενειακών επιδομάτων) και επιδίκασε, σύμφωνα με το Ν.3205/2003, ποσά που αντιστοιχούν σε αιτηθέντα οικογενειακά επιδόματα και συνεπώς ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο ως προς ως άνω επιδόματα.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως προς τα οικογενειακά επιδόματα ότι " Τα παραπάνω ποσά δικαιούται η ενάγουσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 3205/2003 (άρθρα 11 παρ. 1α), αφού, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής χορηγούνται και τα τακτικά επιδόματα που χορηγούνται στους δημοσίους υπαλλήλους.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δικαιούται να λάβει για τις ανωτέρω αιτίες ποσοστό επί της μηνιαίας αμοιβής της 10% για επίδομα γάμου, 5% για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα της και 6% για το τρίτο, με βάση τα οριζόμενα στις επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας που είχαν υπογραφεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα μεταξύ της εναγομένης και των εργαζομένων σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στις εν λόγω συμβάσεις δεν υπάγονταν οι απασχολούμενοι στην εναγομένη δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής, όπως η ενάγουσα, αφού κατά τα ρητώς αναφερόμενα στις άνω προσκομιζόμενες με επίκληση από την τελευταία επιχειρησιακές συμβάσεις, σε αυτές υπάγονταν οι εργαζόμενοι που συνδέονταν με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ήταν μέλη του σωματείου εργαζομένων Λειτουργίας Μετρό …....".
Συνεπώς, το Εφετείο έκρινε, δυνάμει της αρχής jura novit curia, ότι βάση υπολογισμού των επιδομάτων αποτελούσε όχι ο Ν.2470/1997, αλλά ο Ν. 3205/2003 με βάση τον οποίο άλλωστε και ορθά επιδίκασε τα ως άνω οικογενειακά επιδόματα τα οποία υπολείπονται των αιτηθέντων ποσών, χωρίς η κρίση αυτή ν'αποτελεί πλημμέλεια από τα άρθρα 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ.
Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04.09.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 671/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας Αμοιβών Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 23 Ιανουαρίου 2019
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 22 Απριλίου 2019
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ