Legislator Case Law & Legislation
457/2018 AI generated

457/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 457/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

457/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητος θα πρέπει να στηρίζεται σε θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητος, διότι, από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητος του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015).

Keywords

AI generated
own resources of the Communities public domain rural land rights running of the household public-law restriction on property access to property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 457 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Αγγελική Σκούρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αποβιωσάσης Ά. συζ. Β. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2007 μη οριστική και 73/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-1-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 17-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της από 19-1-2015 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) και το μουσουλμανικό δίκαιο που ίσχυε πριν από αυτόν, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) τΙς γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία, περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιαζόταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου, ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητος των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο (ΑΠ Ολ. 1/2013, ΑΠ 31/2016, ΑΠ 368/2015), ούτε αφορά τα ακίνητα που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί, χοτζέτι, βουγιουρδί - ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 52/2014).

Με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαίωματι πολέμου", θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητος υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητος επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητος θα πρέπει να στηρίζεται σε θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητος, διότι, από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητος του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015).

Ανάλογο τεκμήριο κυριότητος θέσπιζε και το άρθρο 1 του Β.Δ. της 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834", που αφορά όμως τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά (ΑΠ 1919/2014, ΑΠ 1810/2009).

Εξ άλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Περαιτέρω στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητος από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Πανδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ., για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει, στο χρόνο της δικής του νομής, και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται, η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ, κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 692/2017).

Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο, από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ.

και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 148/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 104/2014 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ...-3-1999 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ τεύχος ...-4-1999), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ο.Σ.Ε.

και με δαπάνη της ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε., για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής ..., στο τμήμα από χιλιομετρική θέση 19+000 έως χιλιομετρική θέση 40+000 (… ποταμός), έκτασης συνολικού εμβαδού 1.167.130,24 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Νομού Φθιώτιδας και εικονίζεται στα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες που έχουν συνταχθεί και θεωρηθεί νόμιμα.

Μεταξύ των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία υπ' αριθ. κτηματολογικού πίνακα … (…τμήμα), ευρισκόμενη στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας … και απεικονιζόμενη στο από μηνός Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Β. Π. με τα στοιχεία …. Επί της ιδιοκτησίας αυτής προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα ο εφεσίβλητος-ενάγων (ψιλής κυριότητας αυτός και επικαρπίας η δεύτερη ενάγουσα).

Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώθηκε έκταση 9.072 τ.μ. Κατά την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης διαπιστώθηκε ότι το εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί του ανωτέρω απαλλοτριωθέντος. Υποστηρίζει ότι το βόρειο άκρο αυτού εκτάσεως 1.300 τ.μ. (το οποίο απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα γραμμοσκιασμένο με τα στοιχεία …) περιλαμβάνεται σε μία ευρύτερη περιοχή 70 στρεμμάτων, εντός της οποίας υφίσταται το Δημόσιο Κτήμα με ΑΒΚ …, εμβαδού 40 στρεμμάτων.

Τα ίδια υποστήριξε και στη δίκη αναγνωρίσεως των δικαιούχων της αποζημίωσης και γι' αυτό οι ενάγοντες δεν αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, το δε μονομελές πρωτοδικείο Λαμίας με την υπ' αριθ. 258/2001 απόφασή του απείχε από την έκδοση αποφάσεως επί του ποίος είναι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως. Η τελευταία είχε καθοριστεί με την υπ' αριθ. 309/2000 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Λαμίας.

Ωστόσο, χωρίς καμία αμφιβολία, προέκυψε ότι το επίδικο απαλλοτριωθέν δεν είναι δημόσιο αλλά ιδιωτικό κτήμα των εφεσίβλητων - εναγόντων. Κατά το έτος 1991, η δεύτερη ενάγουσα Ά. Κ., ως προς την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, στα πλαίσια συμβολαιογραφικής συμβάσεως γονικής παροχής, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, παρέδωσε με τη βούλησή της στον εφεσίβλητο - πρώτο ενάγοντα τη νομή επί του ανωτέρω ακινήτου που μέχρι τότε είχε.

Συγκεκριμένα του παρέδωσε τη νομή του όλου κτήματός της συνολικής εκτάσεως του όλου ακινήτου 13.385 τ.μ., στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας …, το οποίο απεικονίζεται στο από μηνός Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Β. Π. με τα στοιχεία .... Το κτήμα αυτό συνορεύει ανατολικά σε πλευρά … συνολικού μήκους 33 μ.

με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων, δυτικά σε πλευρά Κ-Η μήκους 35 μ. με επαρχιακό δρόμο ..., βόρεια σε πλευρά … μήκους 35 μ. με αγροτικό δρόμο και νότια σε πλευρά … μήκους 41 μ. με συνεχόμενη ιδιοκτησία εναγόντων. Μέρος του κτήματος αυτού είναι και το επίδικο τμήμα των 1.300 τ.μ. Ωστόσο, παρακράτησε εφόρου ζωής για τον εαυτό της το δικαίωμα επικαρπίας.

Επομένως παρακράτησε το δικαίωμα της οιονεί νομή επικαρπίας. Ήδη απεβίωσε την 2.1.2012 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον ενάγοντα γιο της. Από τότε (1991) και τουλάχιστον μέχρι το έτος 1999 που κηρύχτηκε η προαναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση, ο εφεσίβλητος -ενάγων νεμόταν και κατείχε αυτό αδιαλείπτως ασκώντας ανενόχλητα και αδιαμαρτύρητα εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σε αυτό, και συγκεκριμένα το οριοθετούσε, το επέβλεπε, το καλλιεργούσε με ελαιώνα και συγκόμιζε κάθε έτος τους καρπούς του.

Πριν απ' αυτόν το είχε, όπως προαναφέρθηκε, στη νομή της η δικαιοπάροχος μητέρα του ασκώντας και εκείνη εμφανώς τις ίδιες υλικές πράξεις πάνω σε αυτό, αφού το οριοθετούσε, το επέβλεπε, το καλλιεργούσε και συγκόμιζε τους καρπούς του. Είχε δε τη νομή αυτού κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου ήδη από έτος 1959, χρονολογία κατά την οποία απεβίωσε η μητέρα της και προηγούμενη νομέας του όλου κτήματος Γ.

σύζυγος Χ. Ι.. Με το θάνατό της τη διαδέχτηκε στη νομή της ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής. Κατά τα υπόλοιπα 13/16 εξ αδιαιρέτου κατέστη νομέας ήδη από το έτος 1961, χρονολογία κατά την οποία λόγω σύστασης προικός οι μέχρι τότε συννομείς αυτού Α. Ι. του Χ., Χ. Ι. του Γ., Γ. Ι. του Χ. και Δ. Ι. του Χ. της παρέδωσαν εκούσια τη συννομή των μεριδίων τους.

Με τον τρόπο αυτό, ο εφεσίβλητος - ενάγων, προσμετρώντας και το χρόνο χρησικτησίας των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του (ΑΠ 1452/2010 αδημοσίευτη), απέκτησε κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (1959-1999), δεδομένου ότι όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω δεν πρόκειται για δημόσιο αλλά για ιδιωτικό κτήμα.

Επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα παρέλκει η έρευνα του ζητήματος αν οι δικαιοπάροχοί του είχαν συμπληρώσει 30ετή χρησικτησία κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ. μέχρι την 11-09-1915. Βέβαια, ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν κατά ψιλή κυριότητα με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα δυνάμει του υπ' αριθ.

…/12-06-1991 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας αγροτικού ακινήτου του συμβολαιογράφου Λαμίας Δ. Α.. Ωστόσο, όπως ήδη έκρινε η εκκαλούμενη και επ' αυτού δεν ασκήθηκε αντίθετη έφεση από τον ενάγοντα, δεν αποδείχθηκε ότι το συμβόλαιο αυτό έχει μεταγραφεί στα οικεία Βιβλία Μεταγραφών. Άρα δεν συνιστά παράγωγο τίτλο κυριότητας.

Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται κατ' ένσταση ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και ανήκει στην κυριότητά του σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9.7.1832 και τα Πρωτοκόλλα του Λονδίνου έτους 1830, διότι ανήκε σε Οθωμανούς πριν την απελευθέρωση και το κατέλαβε ως λεία πολέμου. Επικουρικά ότι κατέστη κύριος με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία και επικουρικότερα ως αδέσποτο σύμφωνα με τις διατάξεις του από 10.7.1837 νόμου.

Ο ισχυρισμός του αυτός παρέμεινε εντελώς αναπόδεικτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι κανένα αποδεικτικό αξιόπιστο στοιχείο δεν προσκόμισε από το οποίο να προκύπτει ότι η επίδικη έκταση των 1.300 τ.μ. περιλαμβάνεται σε μία ευρύτερη περιοχή 70 στρεμμάτων, εντός της οποίας υφίσταται το Δημόσιο Κτήμα με ΑΒΚ …, εμβαδού 40 στρεμμάτων.

Αντίθετα, από την (πλήρη και αιτιολογημένη) υπ' αριθ. …/12-07-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός Ε. Μ., αποδεικνύεται ότι από τους χάρτες και τους πίνακες του Ελληνικού Δημοσίου το ακίνητο με αριθμό … καταγράφεται ως έκτασης 40 στρεμμάτων, ενώ από το τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό χάρτη …, προκύπτει εμβαδόν περίπου 70 στρεμμάτων, εκ του οποίου συνάγεται το συμπέρασμα ότι η τοποθέτηση -οριοθέτηση του δημόσιου ακινήτου κρίνεται μάλλον λανθασμένη, ενώ σύμφωνα με την περιγραφή των γειτονικών ιδιοκτησιών, το όριο … θα μπορούσε να είναι και πιο βόρεια, χωρίς να επηρεάζονται ούτε τα γεωμετρικά στοιχεία του δημόσιου κτήματος (εμβαδόν, σχήμα) αλλά ούτε και οι συνορίτες.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η από 10-05-2001 τεχνική έκθεση του τοπογράφου-μηχανικού Β. Π., κατά την οποία, ενόψει και της "χονδροειδούς" χωροθέτησης του Δημοσίου Ακινήτου …, αλλά και της επίσης σχετικά πολύ μικρής επικάλυψης των δύο (2) ακινήτων (… και …), προκύπτει ότι η διεκδίκηση του Δημοσίου επί του απαλλοτριούμενου τμήματος της ιδιοκτησίας Χ.

Κ. (με α/α …), κρίνεται αρκετά επισφαλής καθότι το όριο … (στο συνταχθέν από τον ίδιο, από μηνός Μαΐου 2001, τοπογραφικό διάγραμμα) του Δημόσιου Ακινήτου …, πρέπει να βρίσκεται βορειότερα του ορίου Κ-Λ, της ιδιοκτησίας Κ., χωρίς αυτό να επηρεάζει την καταγεγραμμένη έκταση των 40 στρεμμάτων του ΒΚ …δημόσιου ακινήτου.

Άλλωστε, πράγμα που ενισχύει το πόρισμα του δικαστηρίου, στην από 25-02-1957 έκθεση καταμετρήσεως, περιγραφής και εκτιμήσεως του υπ' αριθ. Β.Κ. …ακινήτου της Δ.Δ. Κτημάτων, αναφέρεται ότι αυτό, από το έτος 1895, κατέχεται από τον Ι. Κ. Π., ο οποίος, όμως, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους από τους ενάγοντες τίτλους ιδιοκτησίας ουδέποτε υπήρξε δικαιοπάροχός τους αλλά κύριος γειτονικού ακινήτου.

Επί πλέον στην ίδια έκθεση καταμετρήσεως, περιγραφής και εκτιμήσεως, το εν λόγω Δημόσιο Κτήμα περιγράφεται ως αγρός ξηρικός και μάλιστα μικρής αποδόσεως, ενώ το επίδικο ακίνητο είναι ποτιστικό ελαιοπερίβολο, εντός του οποίου υπάρχουν ελαιόδεντρα, ηλικίας άνω των εκατό (100) ετών, καλλιεργούμενο επί πολλά έτη από άκρη σε άκρη.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την αοριστόλογη πιθανολογική και στερούμενη κατηγορηματικότητας κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως Π. Π., τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Φθιώτιδας, η οποία καταθέτει ότι δεν γνωρίζει την ακριβή τοποθεσία των σαράντα (40) στρεμμάτων του ως άνω Δημόσιου Κτήματος, ως προς τη θέση και τα όρια.

Ούτε, άλλωστε, αποδείχτηκε ότι το επίδικο τμήμα ανήκε μέχρι την επανάσταση του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε ότι επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι το επίδικο καταλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1830, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ή ότι καταλήφθηκε πριν από το έτος 1830 με δικαίωμα πολέμου ή πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ήταν κατά το έτος αυτό αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο, με βούληση κυρίου, ή ότι περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας (καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, το νεμόταν και εξακολουθεί να το νέμεται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, αδιάλειπτα από την τουρκική κατοχή μέχρι και σήμερα, διαφυλάττοντας αυτό με τα αρμόδια όργανά του από παράνομες επεμβάσεις τρίτων, εκδίδοντας πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής κατά των καταληψιών, εκδίδοντας πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση, εκμισθώνοντας αυτό σε ιδιώτες ή σε δημόσιες υπηρεσίες) δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της οιασδήποτε εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου διακατοχικής πράξης ή ενέργειας διαφυλάξεως επί της επίδικης έκτασης.

Επομένως, δικαιούχος της αποζημιώσεως που αναλογεί για την απαλλοτρίωση του εν λόγω ακινήτου είναι ο ενάγων. Πρέπει λοιπόν η αγωγή να γίνει δεκτή. Τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη. Επομένως ορθά και το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Γι' αυτό τα αντίθετα παράπονα του εκκαλούντος Δημοσίου που θεμελιώνονται στην αναπόδεικτη θέση του ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και άρα έπρεπε να συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι το 1915 πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλουμένου γεγονότος ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο αναιρεσείον (ΑΠ 148/2016, 638/2016, ΑΠ 449/2015) και όχι ο αναιρεσίβλητος.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως από το δικαστήριο της ουσίας της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. …/21-8-2014 τεχνική έκθεση-αντίκρουση της πραγματογνωμοσύνης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Φθιώτιδας, με την οποία αμφισβητήθηκε ρητά τόσο ο τρόπος διεξαγωγής της υπ' αριθμ. …/12-7-2010 πραγματογνωμοσύνης, διότι δεν εφαρμόστηκαν από τον πραγματογνώμονα οι τίτλοι των ανωτέρω δικαιοπαρόχων στο έδαφος, όσο και τα συμπεράσματα αυτής και ειδικότερα το σκεπτικό του πραγματογνώμονα ότι "η πλευρά … θα μπορούσε να είναι και πιο βόρεια χωρίς να επηρεάζονται τα γεωμετρικά στοιχεία (του δημοσίου κτήματος ούτε οι συνορίτες)".

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως αυτή περιέχεται στα από 15-1-1997 πρακτικά συνεδριάσεώς του, την υπ' αριθμ.

…/12-7-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο αγρονόμος -τοπογράφος μηχανικός Ε. Μ. και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, με την οποία το Δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετική κρίση των όσων υποστηρίζει το αναιρεσείον, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε και η εν λόγω τεχνική έκθεση - αντίκρουση πραγματογνωμοσύνης, η οποία δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο ώστε να χρήζει ειδικής μνείας στην κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, αλλά έγγραφο το οποίο περιέχεται στα έγγραφα που μνημονεύει η απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, θα καταλογισθούν όμως αυτά μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.1.2015 με αριθμό καταθέσεως …/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.