457/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated457/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Full text
Απόφαση 457 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... Corp.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Α. Κ., κάτοικο ..., 2) εταιρείας με την επωνυμία "... Corp.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Α. Κ., κάτοικο ..., 3) Φ. Κ., 4) Ε. Α., 5) Α. Π., 6) Μ. Π., 7) Γ. Π. και 8) Α. Ν., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 3ος, 4η, 7ος και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-10-2010 (διά των προτάσεων) ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7246/2013 μη οριστική και 1569/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 15-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 26-5-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 1569/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι πρώτη, δεύτερη, πέμπτος και έκτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 13-5-2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (27-1-2017), με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από τις 5668, 5669, 5664 και 5665/29-2-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.
Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (13-5-2016) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση στους απολειπόμενους παραπάνω αναιρεσιβλήτους. Έτσι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση γι' αυτούς.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.
Κατά το άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011, που ισχύει από 25.7.2011, στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 72 παρ. 4 του ιδίου νόμου, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2.
Κατά την τελευταία αυτή παράγραφο, στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο. Ρητώς δε ορίζεται στο άρθρο 72 παρ. 13 του ιδίου ως άνω νόμου, ότι στην αρμοδιότητα των μονομελών δικαστηρίων του άρθρου 19 του Κ.Πολ.Δ.
υπάγονται εφέσεις που ασκούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η έφεση που ασκήθηκε με δικόγραφο, που κατατέθηκε στο πρωτότυπο στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ.), πριν από την ισχύ (25.7.2011) του άνω νόμου υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου, κατά το άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.
του προγενέστερου δικαίου, κατά το οποίο στην αρμοδιότητα των εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών και μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Η έλλειψη δε καθ' ύλην αναρμοδιότητας αποτελεί ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς μπορεί να προταθεί στον Άρειο Πάγο για πρώτη φορά, σύμφωνα με την εξαίρεση του άρθρου 562 παρ. 2γ Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δίκασε την από 8.3.2011 έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της 231/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και συνεκδίκασε την από 4.11.2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την από 25-10-2010 ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή της αναιρεσείουσας ως εναγομένης, που αφορούσαν διαφορά συνιδιοκτητών από την οριζόντια ιδιοκτησία.
Κατά την εκδίκασή της στο Εφετείο η αναιρεσείουσα με τις από 20.1.2015 προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι, κατ' εφαρμογή της άνω διατάξεως του άρθρου 72 ν. 3994/2011, καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της προκειμένης εφέσεως, που κατατέθηκε την 10.3.2011, δηλαδή πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, είναι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε την υπό κρίση έφεση, δεχόμενο την καθ' ύλην αρμοδιότητά του, ενώ αρμόδιο καθ' ύλην ήταν, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Αθηνών σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4045/2012 και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1569/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ