Legislator Case Law & Legislation
457/2016 AI generated

457/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 457/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 457 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2016

Legislator headnote

AI generated

457/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 457 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2016

Keywords

AI generated
driving in an unfit state driving without authorization conviction for traffic offence negligence of truck driver negligent traffic violation falling asleep at wheel
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 457 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Κ. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάππα. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Θ. Κ. του Ν., 2) Ν. Κ., 3) Ε. συζ. Ν. Κ., κατοίκων ... και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης και του Κ. Α. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκε με την από 3-1-2005 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη 1ου, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 8-6-2005 πρόσθετη διά των προτάσεών της παρέμβαση της "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2005 μη οριστική και 116/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 30-4-2010 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1634/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 83/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 30-10-2014 αίτησή της και οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 5-6-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε τις από 26-11-2015 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων των από 30-10-2014 και από 5-6-2015 αιτήσεων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς της, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν: 1) η από 30-10-2014 με αρ. εκθ. καταθ. 71/2014 και 2) η από 5-6-2015 με αρ. εκθ. καταθ. 50/2015 αιτήσεις για αναίρεση της ίδιας υπ' αριθμ. 83/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων με αυτές λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αποτελεί κατάληξη της κατωτέρω αναφερόμενης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 1634/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, της υπ' αριθμ. 140/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και παραπομπή της υποθέσεως προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Την 26-8-2002 περί ώρα 21.10', στην επαρχιακή οδό ... έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν: ο χωρίς πινακίδες γεωργικός ελκυστήρας (διαξονικός) με συρόμενη πλατφόρμα, οδηγούμενος από την αναιρεσείουσα -αναιρεσίβλητη Ε. Κ. και το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσειόντων Ν. Κ. και Ε. συζ. Ν. Κ., αντίστοιχα, οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσείοντα Θ. Κ., που ήταν ασφαλισμένο στην τέταρτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...". Εξ αιτίας του πιο πάνω ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίσθηκε σοβαρά η αναιρεσείουσα Ε. Κ., ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας: 1) η από 20-12-2004 με αρ. καταθ. 473/2004 αγωγή των: Ε. Κ. και Κ. Α. Κ. κατά των ανωτέρω αναιρεσειόντων Κ. και 2) η από 3-1-2005 με αρ. καταθ. 38/2005 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης και ενωμένη αγωγή αποζημιώσεως των εναγομένων κατά της ανωτέρω αναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας. Η αγωγή, η προσεπίκληση - αγωγή καθώς και η πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε με τις προτάσεις της υπέρ των προσεπικαλούντων η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, συνεκδικάσθηκαν την 8-6-2005 και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 376/2005 απόφαση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας. Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και αφού ο δεύτερος ενάγων Κ. Κ. είχε παραιτηθεί νομίμως του δικογράφου της αγωγής του κατά την πρώτη δικάσιμο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 116/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα και η πρόσθετη παρέμβαση και εκτός άλλων, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 204.328 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους περί της εις ολόκληρον καταβολής σ' αυτή του ποσού των 122.950 ευρώ, νομιμοτόκως ως άνω, ενώ υποχρεώθηκε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στους προσεπικαλούντες - ενάγοντες το ποσό που θα υποχρεωθούν οι τελευταίοι να καταβάλουν στην ενάγουσα της κύριας αγωγής με βάση την απόφαση αυτή, νομιμοτόκως από την ημέρα της καταβολής. Κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση εκ μέρους των εναγομένων και της προσεπικαλουμένης - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 140/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού εκδικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή. Αναιρεθείσης της τελευταίας αυτής αποφάσεως με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (υπ' αριθμ. 1634/ 2011), που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως της ενάγουσας, επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (83/2014), με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού συνεκδικάσθηκαν η κύρια και η παρεμπίπτουσα αγωγή, έγιναν: εν μέρει δεκτή η πρώτη και δεκτή η δεύτερη, υποχρεουμένων των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 126.318 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και της προσεπικαλούμενης - εναγόμενης να καταβάλει στους προσεπικαλούντες - ενάγοντες το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως από την καταβολή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσήτους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1086/2014, ΑΠ 1859/2013). Εξ άλλου ως διδάγματα της πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές αρχές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου που χαρακτηρίζεται εσφαλμένα και η, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1662/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη, αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αίτιου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 869/2013). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 26-8-2002 περί ώρα 21.10' η ενάγουσα οδηγός του χωρίς πινακίδες γεωργικού διαξονικού ελκυστήρα με συρόμενη πλατφόρμα έμφορτη δεμάτων τριφυλλιού σε ύψος 3 μέτρων, ακινητοποίησε αυτόν στην επαρχιακή οδό ... στην 6η χιλιομετρική θέση, στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος, έχοντας ανοικτή την πίσω πόρτα της πλατφόρμας προκειμένου να ξεφορτώσει το φορτίο ο ιστάμενος εκεί σύζυγός της. Η οδός αυτή σε εκείνη τη θέση είναι ευθεία σε μήκος δύο χιλιομέτρων, είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος 6,30 μ. και πλάτος ερείσματος 0,70 μ. ενώ δεν έχει σήμανση ούτε εγκατάσταση φωτισμού, το ανώτατο όριο δε ταχύτητας είναι αυτό των 80 χιλιομέτρων την ώρα. Το ογκώδες όχημα της ενάγουσας καταλάμβανε δύο περίπου μέτρα από τη λωρίδα προς …πλάτους 3,15 μ., ενώ στερείτο φωτισμού (βλ. και την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας καθώς και την από 11-9-2002 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α. Κ.). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η μεταγενέστερη κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ότι το τρακτέρ της ενάγουσας είχε αναμμένα φώτα, την οποία έδωσε αυτός στην ως άνω Συμβ/φο Καρδίτσας με επιμέλεια της ενάγουσας μετά την προαναφερθείσα 5105/7-3-2005 κατάθεσή του, δηλαδή τρία περίπου χρόνια μετά την αρχική, με την οποία αλλάζει εντελώς και αναιτιολόγητα την αρχική, δεν κρίνεται πειστική. Στη συνέχεια, τη στιγμή εκείνη, που το τρακτέρ της ενάγουσας ήταν σταθμευμένο υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, στο ίδιο προς …ρεύμα εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το ... αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας των γονέων του (δευτέρου και τρίτης εναγομένης) ασφαλισμένο στην προσθέτως παρεμβάσα ασφαλιστική εταιρεία. Αυτός, μόλις έφθασε στο σημείο που ήταν σταματημένο το όχημα της ενάγουσας, το οποίο έφρασσε κατά τα προεκτεθέντα το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας του, επεχείρησε αποφευκτικό ελιγμό αριστερά, στη συνέχεια δε, και στην προσπάθειά του να επαναφέρει το αυτοκίνητό του στο ρεύμα πορείας του δεξιά καθόσον υπήρχε κίνηση οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, επέπεσε και τραυμάτισε την ενάγουσα η οποία εκείνη τη στιγμή κατέβηκε από την αριστερή σκάλα του τρακτέρ στο οδόστρωμα, και εν συνεχεία προσέκρουσε στον αριστερό τροχό του τρακτέρ. Υπό τις συνθήκες αυτές συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα είναι και οι δύο οδηγοί, και μάλιστα κατά 70% η ενάγουσα και κατά 30% ο, πρώτος εναγόμενος δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης κατά ένα μέρος της σχετικής ένστασης των εναγομένων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Η υπαιτιότητα της ενάγουσας συνίσταται στο ότι αυτή είχε σταθμεύσει το ογκώδες όχημά της χωρίς φώτα ενώ ήταν νύχτα, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας της προκαλώντας κίνδυνο στους χρήστες της οδού (παράβαση άρθρων 12 § 4, 30 § 1, 35 § 3, 78 § 1 ΚΟΚ), ενώ η υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού συνίσταται στο ότι δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και δεν οδηγούσε με τεταμένη προσοχή ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του σε κάθε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (παράβαση άρθρων 12, 19 ΚΟΚ). Άλλωστε για τις ως άνω παραβάσεις του ΚΟΚ ασκήθηκε ποινική δίωξη και κατά των δύο οδηγών, με την 1422/9-11-2004 δε απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας έπαυσε οριστικά η ποινική αυτή δίωξη λόγω παραγραφής, ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη του πρώτου εναγομένου για τη σωματική βλάβη της ενάγουσας λόγω της δήλωσής της, ότι δεν επιθυμεί την τιμωρία τούτου για τον τραυματισμό της. Μάλιστα στο ακροατήριο του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου ο πρώτος εναγόμενος συνομολόγησε ότι τον βαρύνει και αυτόν "κάποιο ποσοστό συνυπαιτιότητας" για το ένδικο ατύχημα. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι συνυπαίτιοι για το ατύχημα είναι η μεν ενάγουσα κατά 30%, ο δε πρώτος εναγόμενος κατά 70% εσφαλμένα έκρινε τα πραγματικά περιστατικά γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης". Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην προκείμενη περίπτωση, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 και 12, 30, 35 και 78 του ίδιου νόμου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε. Έλαβε υπόψη του το δικαστήριο όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, συμπεριφορά των εμπλεκομένων σ' αυτή κ.λπ.) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα για το επελθόν αποτέλεσμα της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου. Οι περιεχόμενες στον πρώτο λόγο της αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ε. Κ. εκ του άρθρου 559 αρ. 19 αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την καθυστερημένη αντίληψη εκ μέρους του πρώτου εναγομένου για την ύπαρξη του ακινητοποιημένου γεωργικού μηχανήματος, με τον έλεγχο ή μη εκ μέρους του για το ελεύθερο του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας για τη χρησιμοποίηση ή μη των μεσαίων φώτων διασταυρώσεως και για τη διενέργεια της υπερβάσεως την ύστατη στιγμή, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Έτσι ο ανωτέρω πρώτος λόγος της παραπάνω αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 168/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως της ίδιας αναιρεσείουσας και με την επίκληση της παραβιάσεως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, των διατάξεων των αριθμών 11γ' και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του: 1) έξι φωτογραφίες της οδού, όπου έγινε το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα για την κατεύθυνση της πορείας του αυτοκινήτου του εναγομένου οδηγού - πρώτου αναιρεσιβλήτου, στις οποίες εικονίζονται πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-18 με την ένδειξη οικόσιτου ζώου και 2) το σχεδιάγραμμα, που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή ..., στο οποίο εικονίζεται η ακολουθηθείσα κατά τρόπο "ζικ ζακ" πορεία του αυτοκινήτου του και σημειώνεται το πλάτος της πλατφόρμας του γεωργικού μηχανήματος σε 1,85 μ. ήτοι μεγαλύτερο από το πλάτος του εμπρόσθιου μηχανικού τμήματος αυτού. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν με τις άλλες αποδείξεις για τη βασιμότητα του έχοντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος της υπαιτιότητος για το ένδικο ατύχημα. Επομένως και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες Θ. Ν. Κ., Ν. Κ., Ε. συζ. Ν. Κ. και ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' αιτίαση περί παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας από την προσβαλλομένη απόφαση. Όμως δεν αναφέρουν στο αναιρετήριό τους, ποια ήταν τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (επιστήμης, φυσικής και μηχανικής ορθής σκέψεως όπως αναφέρουν), τα οποία το δικαστήριο, κατά τους ισχυρισμούς τους, παραβίασε. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 με τους αριθμούς 1 και 2 ήτοι περί της μη εκθέσεως στην απόφαση των περιστατικών, από τα οποία το Δικαστήριο εξήγαγε αιτιωδώς την παραδοχή του ότι ο πρώτος από αυτούς δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και οδηγούσε χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, το πόρισμα εκ των οποίων δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί εικονικής δηλώσεως του πρώτου αναιρεσείοντος στην ποινική δίκη, ότι τον βαρύνει κάποιο ποσοστό συνυπαιτιότητας, προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Κατόπιν αυτών, οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή των καταβληθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντίστοιχων παραστάντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 ΚΠολΔ) για κάθε ομάδα αναιρεσιβλήτων κάθε αίτησης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από: 1) 30-10-2014 με αρ. καταθ. 71/2014 και 2) 5-6-2015 με αρ. καταθ. 50/2015 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει αυτές.

Διατάσσει την εισαγωγή των καταβληθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντίστοιχων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε ομάδα αναιρεσιβλήτων κάθε αίτησης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ