Legislator Case Law & Legislation
457/2015 AI generated

457/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 457/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

457/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 2-6-2014 αίτηση-κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται ήδη προς συζήτηση η υπόθεση και ορίστηκε δικάσιμος η 19-11-2014 και μετ' αναβολή με αίτημα των αναιρεσειόντων λόγω αποχής των δικηγόρων η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο - της 4-2-2015-, κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν παραστάθηκαν εκ των αναιρεσιβλήτων οι δεύτερη και έβδομος (Π.

Keywords

AI generated
land reallocation public domain extension of expropriation access to property demarcation of boundaries deprivation of existing use
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 457 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. χήρας Κ. Γ., το γένος Ν. Β., 2) Σ. Γ. του Κ., κατοίκων ..., 3) Λ. Γ. του Κ., 4) Γ. συζ. Η. Α., το γένος Λ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βαρότσο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Δήμου Βόλου, νόμιμα εκπροσωπούμενου, 2) Π. Τ. του Ν., 3)Α. Τ. του Ν., 4) Α. χήρας Ε. Τ., 5) Ε. Π. του Κ., 6) Π. συζ. Ε. Π., το γένος Χ. Π., κατοίκων ..., 7) Α. Μ. του Κ., 8) Μ. συζ. Κ. Μ., το γένος Λ.Κ., 9) Ά. Α. του Γ. και 10) Σ. Α. του Γ., κατοίκων ... . Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι 3η, 4η, 5ος, 6η, 8η, 9η και 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι λοιποί 2η και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 17/10/2001 πρόσθετη παρέμβαση των 2ου έως 10ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2002 μη οριστική, 196/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 319/2007 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15/2/2010 αίτησή τους και τους από 13/6/2012 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 2207/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 2/6/2014 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. 'Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας υπόκειται προς κρίση η από 15-2-2010 αίτηση και οι από 13-6-2012 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 319/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και είχε οριστεί δικάσιμος η 7-11-2012, οπότε η συζήτησή τους αναβλήθηκε με κοινό αίτημα λόγω αποχής των δικηγόρων για τη δικάσιμο της 611-2013, αλλά η συζήτησή τους κηρύχτηκε απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους δυνάμει της 2207/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Με την από 2-6-2014 αίτηση-κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται ήδη προς συζήτηση η υπόθεση και ορίστηκε δικάσιμος η 19-11-2014 και μετ' αναβολή με αίτημα των αναιρεσειόντων λόγω αποχής των δικηγόρων η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο - της 4-2-2015-, κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν παραστάθηκαν εκ των αναιρεσιβλήτων οι δεύτερη και έβδομος (Π.

Τ. και Α. Μ.), παραστάθηκαν δε νόμιμα οι αναιρεσείοντες και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. 'Οσον αφορά, όμως τους μη παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση, αφού, ενώ τόσο η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της όσο και η αίτηση-κλήση στρέφονται κατ' αυτών ατομικά, επίδοση πιστού αντιγράφου της αίτησης-κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 19-11-2014, που η συζήτηση, κατά τα άνω, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο - της 4-2-2015- έγινε στο δικηγόρο Βασίλειο Μπρούζο, ως πληρεξούσιο και κατά το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ αντίκλητο, δυνάμει του .../1-10-2014 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλέα, με βάση όμως το οποίο- όσον αφορά τους μη παριστάμενους αναιρεσιβλήτους - είχε παρασχεθεί σ' αυτόν η πληρεξουσιότητα από μεν τρίτη αναιρεσίβλητη (Α.

Τ.) να την εκπροσωπεί και ως ειδική διάδοχο της μη παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης, και από την όγδοη αναιρεσίβλητη να την εκπροσωπεί και ως καθολική διάδοχο του μη παριστάμενου - λόγω θανάτου - έβδομου αναιρεσίβλητου (συζύγου της). Ενόψει αυτών, και λαμβανομένου υπόψη, α) ότι επί ειδικής διαδοχής - όπως στην περίπτωση της τρίτης αναιρεσίβλητης - ο ειδικός διάδοχος δεν καθίσταται από το νόμο διάδικος αλλά η δίκη συνεχίζεται χωρίς να διακοπεί (ΚΠολΔ 286) με τη συμμετοχή των αρχικών διαδίκων (ΚΠολΔ 225 παρ. 2) δηλαδή εδώ και με τη συμμετοχή και της μη παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης, που, όμως, δεν κλητεύτηκε, β) ότι επί καθολικής διαδοχής λόγω θανάτου - όπως στην περίπτωση του έβδομου αναιρεσιβλήτου - η δίκη διακόπτεται και επαναλαμβάνεται υπό τις προϋποθέσεις και διατυπώσεις των άρθρων 286 περ.

α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ που εδώ δεν προκύπτει ότι έχουν συμβεί, ούτε, άλλωστε, επίκληση γίνεται, και γ) ότι εδώ δεν πρόκειται για περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους δεύτερη και έβδομο αναιρεσιβλήτους.

ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ συνάγεται, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως με κληρονομική διαδοχή από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Από δε τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ και των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι κυριότητα σε ακίνητα πράγματα μπορούσε ν' αποκτηθεί και με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με άσκηση νομής, καλή πίστη και νομή με διάνοια κυρίου συνεχώς για μια τριακονταετία.

Ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του προκτήτορα, αν είχε γίνει καθολικός ή ειδικός διάδοχός του με νόμιμο τρόπο. Κατά δε το άρθρο 28 του ν. 1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι, κοινής χρήσεως, που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι, για την εφαρμογή αυτής προϋποτίθεται α) να πρόκειται για ιδιωτικούς κοινόχρηστους χώρους (δρόμους, πλατείες κλπ) που σχηματίστηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία και β) να βρίσκονται οι χώροι αυτοί μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεως. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Οι τρεις πρώτοι από τους - ήδη αναιρεσείοντες - ενάγοντες (Α.

Γ., Σ. Γ. και Λ. Γ.) ... η χήρα και τα δύο τέκνα, αντιστοίχως, του Κ. Γ., που αποβίωσε την 4-1-1978, χωρίς να αφήσει διαθήκη ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αποδέχθηκαν νομίμως την κληρονομία εκείνου και μετέγραψαν αρμοδίως τη σχετική δήλωση ... Η τέταρτη από τους - ήδη αναιρεσείοντες - ενάγοντες (Γ. Α.), όπως και οι Κ. Γ.

και Λ. Γ., ήταν τα μόνα τέκνα του Λ. Γ. του Λ., που αποβίωσε την 22-10-1953, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ο τελευταίος, εκτός από τα εν λόγω τρία τέκνα, άφησε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο και τη χήρα του, Σ. Γ., το γένος Κ. Κ.. 'Ολοι αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αποδέχθηκαν νομίμως την κληρονομία του Λ. Γ. και μετέγραψαν αρμοδίως τη σχετική δήλωση ...

Η χήρα Σ. Γ. αποβίωσε την 1-6-1980, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Το μερίδιό της επί της κληρονομίας του συζύγου της, Λ. Γ. επαύξησε τα μερίδια των επιζώντων τέκνων αυτής (Γ. και Λ.), καθώς και των εγγονών της από τη ρίζα του προαποβιώσαντος υιού της (Κ.). Από αυτούς, οι δεύτερη και τρίτος από τους ενάγοντες (τέκνα του Κ.) και η τέταρτη από αυτούς (Γ.

Α.) αποδέχθηκαν νομίμως την κληρονομία εκείνης και μετέγραψαν αρμοδίως τη σχετική δήλωση... Με τον τρόπο αυτό, στους ενάγοντες έχουν περιέλθει εξ αδιαιρέτου τα 2/3 της κληρονομίας του Λ. Γ., από τα οποία το 1/3 στους τρεις πρώτους από αυτούς (κατά το επί μέρους ποσοστό που προσήκει στον καθένα) και το έτερο 1/3 στην τέταρτη (ΑΚ 1198, 1710, 1813, 1820, 1846) ...

Κατά το έτος 1926, ο ως άνω Λ. Γ. του Λ., μαζί με τα αδέλφια του [και με σύμπραξη του πατέρα τους, που παραιτήθηκε υπέρ αυτών από οποιοδήποτε δικό του δικαίωμα] διένειμαν μεταξύ τους την κληρονομία της αποβιώσασας μητέρας τους και του αποβιώσαντος αδελφού τους A.. Στο Λ. Γ. περιήλθε, μεταξύ άλλων, ένας αγρός, που περιείχε μερικά "συκολαιόδενδρα" και βρισκόταν στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας 'Ανω Βόλου του τέως Δήμου Ιωλκού (ήδη :

περιοχή Νέας Δημητριάδος). Ο αγρός αυτός, του οποίου η έκταση δεν προσδιορίζεται στο συνταχθέν συμβόλαιο διανομής ούτε κατά προσέγγιση, φέρεται να συνορεύει με Α. Λ., με Α. Ν. και με δρόμο (χωρίς καμιά αναφορά στα σημεία του ορίζοντος) και να έχει αξία πεντακοσίων (500) δραχμών (ενώ η αξία της όλης περιουσίας είχε εκτιμηθεί στο συνολικό ποσό των 10.188 δραχμών ...).

Κατά το έτος 1942, ο αυτός Λ. Γ. πώλησε αντί τιμήματος 1.350.000 δραχμών (πληθωριστικό χρήμα της εποχής εκείνης) και μεταβίβασε προς τον Π. Π., που ήταν συμβολαιογράφος Βόλου, ένα γήπεδο, πρώην ελαιοπερίβολο, εκτάσεως περίπου δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) τετραγωνικών μέτρων. Το γήπεδο αυτό φέρεται να συνορεύει ανατολικώς με κληρονόμους Γ., δυτικώς με Α.

Λ., βορείως με Α. Ν. και νοτίως με "δωδεκάμετρη" οδό και πέραν αυτής με ποταμό ... . Μετά την εφαρμογή του α.ν. 1323/1949, ο οποίος ρύθμισε την τύχη των δικαιοπραξιών που είχαν καταρτισθεί στη διάρκεια της εχθρικής κατοχής και κατόπιν αγωγής, την οποία είχε ασκήσει ο Λ. Γ., ο αγοραστής Π. Π. επέστρεψε συμβιβαστικά προς τον πωλητή την κυριότητα του ως άνω ακινήτου.

Κατά το χρόνο, όμως, που το ακίνητο βρισκόταν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Π. Π., αυτός είχε πωλήσει και μεταβιβάσει ένα διαιρετό τμήμα του γηπέδου, εκτάσεως 636 μ2, προς τον Ε. Ζ. και εκείνος είχε πωλήσει και μεταβιβάσει το ίδιο διαιρετό τμήμα προς τον Σ. Ο.. Το εν λόγω διαιρετό τμήμα των 636 μ2 φέρεται να συνορεύει ανατολικώς με δρόμο άγοντα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, δυτικώς με Α.

Λ., βορείως με Α. Ν. και νοτίως με διάδρομο πλάτους τριών μέτρων που αφέθηκε από τον πωλητή και πέραν αυτού με υπόλοιπο οικόπεδο του πωλητή. Επειδή, λοιπόν, είχε μεσολαβήσει η μεταβίβαση του διαιρετού τμήματος των 636 μ2, στο συμβόλαιο της αναμεταβίβασης (.../24-11-1950) του συμβολαιογράφου Βόλου Χαρίλαου Βαρσαμή) προς τον αρχικό πωλητή ορίσθηκε ότι στον Λ.

Π. περιέρχεται η κυριότητα μόνο του υπόλοιπου μέρους του αρχικού γηπέδου, η έκταση του οποίου [μέρους] προσδιορίσθηκε με λεπτομέρεια σε [2.500 μείον 636 =] 1.864 μ2, Ο τελευταίος, ενώ ζούσε ακόμη, διαίρεσε περαιτέρω το εν λόγω υπόλοιπο μέρος του αρχικού γηπέδου και δημιούργησε πέντε (5) οικόπεδα, τα οποία προόριζε προς πώληση.

Ουδέποτε χρησιμοποίησε την εν λόγω ιδιοκτησία του για καλλιέργεια ή οποιαδήποτε άλλη αγροτική ή κτηνοτροφική εκμετάλλευση, αφού ήταν φανερό ότι η περιοχή, στην οποία αυτή βρισκόταν, είχε αρχίσει να μεταβάλλεται σε αστική. Η ακριβής θέση και έκταση των οικοπέδων αυτών δεν προσδιορίζεται. Μετά το θάνατο του Λ.

Γ., οι κληρονόμοι του πώλησαν και μεταβίβασαν: Α) Προς την Α. Κ. του Α., ένα οικόπεδο εμβαδού 165,45 μ2, που φέρεται ότι προέρχεται από το ως άνω μείζον γήπεδο και βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ..., οριζόμενο - βορειοανατολικώς, νοτιοανατολικώς και νοτίως με έτερα οικόπεδα των πωλητών, δυτικώς με την οδό ...

και βορειοδυτικώς με την οδό ... (βλ. το .../21-1-1964 πωλητήριο του συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Χρυσοχού). Β) Προς το Θ. Μ. του Γ. ένα οικόπεδο εμβαδού 135,02 μ2, που φέρεται ότι προέρχεται από το ως άνω μείζον γήπεδο και βρίσκεται δίπλα στη διασταύρωση των οδών ... και ..., οριζόμενο νοτίως με την οδό ..., ανατολικώς με οικόπεδο Σ.

Ο., βορείως με πρώην οικόπεδα των πωλητών και ήδη Ι. Τ. και Α. Κ. και δυτικώς με οικόπεδο Κ. Γ., πρώην των πωλητών (βλ. το .../23-10-1964 πωλητήριο του συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Χρυσοχού). Γ) Προς τους Κ. Λ. του Β. και Α. σύζυγο Κ. Λ. ένα οικόπεδο εμβαδού 120 μ2, που φέρεται ότι προέρχεται από το ως άνω μείζον γήπεδο και βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...

και ..., οριζόμενο βορείως με την οδό ..., ανατολικώς με ακίνητο κληρονόμων Ζ. Π., νοτιοανατολικώς με ακίνητο Γ. Π. νοτίως με ανώνυμη δημοτική οδό και δυτικώς με την οδό ... (η οποία, μπροστά στο οικόπεδο αυτό, κάμπτεται προς τα αριστερά, σε σχέση με αυτόν που ατενίζει το οικόπεδο από αυτήν και συμβάλλει στην οδό ... ( βλ.

το .../ 1-12-1980 πωλητήριο του συμβολαιογράφου Βόλου Ηλία Φιλιππίδη). Η παράλειψη οποιασδήποτε μνείας ως προς το εμβαδόν του αγρού, που περιήλθε κατά την εξώδικη διανομή του έτους 1926 στον Λ. Γ. και η μικρή αξία αυτού, σε σχέση με την αξία του συνόλου της περιουσίας που διανεμήθηκε, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα περιουσιακό στοιχείο με ασήμαντη έκταση και περιορισμένη οικονομική σημασία.

Το συμπέρασμα αυτό καθιστά αμφίβολη την πλήρη ταύτιση του αγρού εκείνου, με τον αγρό που πουλήθηκε κατά το έτος 1942 στον Π. Π. και επανήλθε στην κυριότητα του Λ. Γ. κατά το έτος 1950. Ακόμη, όμως, και αν θεωρηθεί ότι πρόκειται ακριβώς για το ίδιο ακίνητο και ότι ο αγρός είχε εξ αρχής εμβαδόν 2.500 μ2 (πράγμα περί του οποίου δεν πείθεται το Δικαστήριο), μετά την περιέλευση του διαιρετού τμήματος των 636 μ2 στον Σ.

Ο., τη διάνοιξη οδών προς εξυπηρέτηση των οικοπέδων που δημιουργήθηκαν με την κατάτμηση του αρχικού γηπέδου (ακόμη από την εποχή της διαίρεσης του τμήματος των 636 μ2, από το οποίο στη συνέχεια προέκυψαν έτερα, μικρότερα τμήματα), τις τρεις - ως άνω - μεταβιβάσεις οικοπέδων ... εκ μέρους των κληρονόμων του Λ.

Γ. προς τρίτους και τις άλλες δύο μεταβάσεις που υπονοούνται στην περιγραφή, η οποία υπάρχει στο ως άνω .../23-10-1964 πωλητήριο και που αναφέρονται σε κτήση οικοπέδων από τους Ι. Τ. και Κ. Γ. ... η έκταση που θα μπορούσε να έχει απομείνει από τον αρχικό αγρό δεν έχει καμιά σχέση, από άποψη ορίων και εμβαδού, με αυτήν που περιγράφεται στην αγωγή ως ανήκουσα στους ενάγοντες κατά τα 2/3 και καταληφθείσα από τον εναγόμενο Δήμο Βόλου για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής ...

ο εκ μέρους (δε) της τοπογράφου Κ. Μ. προσδιορισμός του εμβαδού του γηπέδου, επί του οποίου οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθούν κύριοι, σε 2.595,62 μ2 (βλ. το από Αυγούστου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα), δεν μπορεί να είναι αντικειμενικά ακριβής και έχει γίνει για την εξυπηρέτηση των σκοπών της αγωγής". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής: "Σε κάποια από τα συμβόλαια που αναφέρθηκαν παραπάνω, τα σημεία του ορίζοντος δεν αναγράφονται με τον τρόπο, που αυτό γίνεται στα παλιότερα συμβόλαια, αλλά μετατοπίζονται αντίθετα προς την κίνηση των δεικτών του ωρολογίου, με συνέπεια η δύση να αναφέρεται ως βορράς, ο νότος ως δύση κ.ο.κ.

Ένα σταθερό σημείο της περιοχής, που υπήρχε ανέκαθεν και εξακολουθεί να υπάρχει, είναι ο χείμαρρος ... . Η τοποθεσία του επιδίκου, μάλιστα, βρίσκεται πολύ κοντά σε μια μικρή γέφυρα, η οποία ενώνει τις δύο όχθες του χειμάρρου αυτού. Το Δικαστήριο, για την ενότητα των περιγραφών που έπονται, λαμβάνει υπ' όψη ότι η περιοχή του επιδίκου βρίσκεται στη βόρεια όχθη του χειμάρρου και ότι ο χείμαρρος και η οδός ..., που διέρχεται κατά μήκος της όχθης αυτής, βρίσκονται νοτίως της επίδικης έκτασης.

Αν γίνει σύγκριση του από Αυγούστου 1996 τοπογραφικού διαγράμματος της Κ. Μ., στο οποίο στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους οι ενάγοντες, με μια αεροφωτογραφία του έτους 1937 (βλ. και την από 25-9-1979 τεχνική έκθεση του Γ. Κ. Χ., που τη συνοδεύει) και με το απόσπασμα του από 23-6-1956 εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής, διαπιστώνεται ότι κατά το έτος 1937, η έκταση, στη βόρεια όχθη του ...

και στα αριστερά της μικρής γέφυρας, επί της οποίας [έκτασης] οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθούν κύριοι, ήταν χέρσα και ακαλλιέργητη, έχοντας επ' αυτής μόνο μερικά δένδρα, σε ακανόνιστα σημεία και φέροντας ίχνη διέλευσης πεζών, ζώων ή τροχοφόρων της εποχής, που τη διέσχιζαν προς διάφορες κατευθύνσεις, ξεκινώντας κυρίως από τη γέφυρα.

Είχε, δηλαδή, από τότε την εικόνα μιας κοινόχρηστης αλάνας και όχι μιας ιδιοκτησίας. Κατά το έτος 1956, η ίδια έκταση διασχιζόταν από ένα ανώνυμο, βαθύ χαντάκι, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, που είχε δημιουργηθεί προ ετών κατά τη διάρκεια πλημμύρων και που είχε διατηρηθεί έκτοτε για την παροχέτευση των όμβριων υδάτων στο χείμαρρο ... .

Κατά το έτος 1996, το χαντάκι αυτό είχε προ πολλού επιχωματωθεί, διότι η ανάγκη την οποία εξυπηρετούσε στο παρελθόν είχε αντιμετωπισθεί με άλλο τρόπο. Στη θέση του είχε δημιουργηθεί η οδός ..., δίπλα σ' αυτήν είχε κατασκευασθεί ένα κοινόχρηστο, μικρό πάρκο με περίπου τριγωνικό (τραπεζοειδές) σχήμα και στην άλλη πλευρά του πάρκου, ανατολικά, είχε διανοιχτεί η οδός ... .

Όπως αναφέρθηκε, κατά μήκος της βόρειας όχθης του ... διέρχεται ήδη η οδός ... (πρώην ...). Η οδός ..., ξεκινώντας από την οδό ..., κατευθύνεται αρχικά προς το βορρά και κατόπιν κάμπτεται προς δυσμάς, συμβάλλοντας στην οδό ... . Οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθούν κύριοι, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό που αναφέρθηκε, σε ολόκληρη την έκταση που περιλαμβάνεται μεταξύ των κτισμάτων που υπάρχουν ήδη επί των οδών "...

και ... και της βόρειας όχθης του χειμάρρου και περιλαμβάνει όχι μόνο το πάρκο, αλλά και τα τμήματα των οδών που το περιβάλλουν καθώς και μέρος των ιδιοκτησιών επί της οδού .... Ο εναγόμενος Δήμος Βόλου ισχυρίζεται ότι η έκταση αυτή ουδέποτε ανήκε στους ενάγοντες ή άλλως, ακόμη και αν κάποτε ανήκε σ' αυτούς ή τους δικαιοπαρόχους τους, ότι αφέθηκε από τους ίδιους σε κοινή χρήση, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα οικόπεδα που δημιουργήθηκαν επί της αρχικής ιδιοκτησίας τους.

Οι παρεμβαίνοντες, που είναι ιδιοκτήτες οικοπέδων και οικιών επί των οδών ... και ... και που θα κληθούν να καταβάλουν αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, σε περίπτωση κατά την οποία οι ενάγοντες θα αναγνωρισθούν κύριοι της εν λόγω εκτάσεως ισχυρίζονται ότι η επίδικη έκταση είναι κοινόχρηστη και ανήκει στο Δήμο Βόλου".

Δέχτηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι: "Ο ισχυρισμός των εναγόντων, σύμφωνα με τον οποίο το γήπεδο, το οποίο κληρονόμησαν, δεν είχε ως ανατολικό όριο την οδό ..., αλλά εκτεινόταν ακόμη ανατολικότερα, περιλαμβάνοντας το μικρό πάρκο που υπάρχει σήμερα και φθάνοντας μέχρι τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στο ανατολικό μέρος της οδού ..., στηρίζεται στην περιγραφή που υπάρχει στο 10.248/1-10-1942 πωλητήριο συμβόλαιο, μεταξύ Λ.

Γ. και Π. Π., όπου ως ανατολικό όριο του ακινήτου αναφέρεται η ιδιοκτησία των κληρονόμων Γ.. Η ιδιοκτησία αυτή βρίσκεται, πράγματι, στην ανατολική πλευρά της οδού ... και, ύστερα από διαδοχικές μεταβιβάσεις, έχει περιέλθει ήδη στις δύο πρώτες από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες (αυτό συνομολογείται)". Δεν δέχτηκε, όμως, - το Εφετείο- ότι "η αναφορά της ιδιοκτησίας Γ.

ως του ανατολικού ορίου του αγρού, που είχε περιέλθει στην κυριότητα του Λ. Γ. με το .../1-11-1926 συμβόλαιο διανομής [όπου τέτοιο όριο δεν αναφέρεται], απηχεί το αληθινό ανατολικό όριο του αγρού εκείνου, αλλά ότι αποτέλεσε μια όψιμη προσπάθεια αυτού και του Π. Π. για την αυθαίρετη επαύξηση της εκτάσεως του ακινήτου, την οποία ευνοούσε την εποχή εκείνη η λόγω της εχθρικής κατοχής επελθούσα κατάλυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Συνεπώς, η πραγματική ιδιοκτησία του Λ. Γ. δεν έφθανε ποτέ μέχρι το ανατολικό άκρο της σημερινής οδού ... . Ούτε εκείνος ούτε οι κληρονόμοι του είχαν ασκήσει ποτέ διακατοχικές πράξεις πέραν της οδού .... Ανεξάρτητα από αυτό, όμως, όταν ο Λ. Γ. διαίρεσε τον αγρό σε οικόπεδα (πριν από το έτος 1953, κατά το οποίο πέθανε) και όταν οι κληρονόμοι του άρχισαν να τα πωλούν και να τα μεταβιβάζουν προς τρίτους (ήδη από το έτος 1964), είχε αρχίσει να διαμορφώνεται το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής (που εγκρίθηκε επίσημα κατά το έτος 1956) και να περιλαμβάνει στον χώρο, που σήμερα θεωρείται επίδικος, τόσο την οδό ..., που αρχικά ήταν χαντάκι και κατόπιν (από το έτος 1969 και εξής),

με απαίτηση των κατοίκων της περιοχής μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι ενάγοντες, επιχωματώθηκε με δαπάνη του εναγομένου και έγινε δρόμος, όσο και την οδό ... και το μεταξύ αυτών μικρό πάρκο. Οι δρόμοι αυτοί, μάλιστα, αναφέρονται ως όρια κάποιων από τα οικόπεδα που πούλησαν οι ενάγοντες ή οι άμεσοι δικαιοπάροχοι τους. Αυτό σημαίνει ότι οι ενάγοντες, με τη θέλησή τους και με σκοπό να καταστήσουν οικοδομήσιμα τα διαιρετά τμήματα του αρχικού αγρού, τα οποία πούλησαν, διέθεσαν σε κοινή χρήση ένα τμήμα της ιδιοκτησίας τους και δημιούργησαν τις εν λόγω οδούς (όπως και άλλες, προς διαφορετικές κατευθύνσεις, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω). Αυτή η κοινή χρήση, που παραχωρήθηκε με τη θέληση των εναγόντων και διατηρήθηκε έκτοτε για συνεχές χρονικό διάστημα περίπου 35 ετών (πράγμα, το οποίο οι πέριξ ιδιοκτήτες επισήμαναν στο παρελθόν με ενστάσεις ενώπιον της διοικήσεως και επαναλαμβάνουν τώρα με την πρόσθετη παρέμβασή τους), επισημοποιήθηκε με τη σταδιακή εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και επέφερε την απώλεια της κυριότητας των εναγόντων, ακόμη και χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983.

Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν έχουν κανένα δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη έκταση και η αγωγή τους ελέγχεται ως ουσιαστικώς αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ν. της 21.6/10-7-837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" και μάλιστα εκείνες του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία όσον αφορά την απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής συγκυριότητας της επίδικης έκτασης αγωγής των αναιρεσειόντων και συνεπώς ο πρώτος - κατ' εκτίμησή του- και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και πρώτος πρόσθετος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου -559- του ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΙΙΙ. 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και από όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχτηκε, ότι "η πραγματική ιδιοκτησία του Λ. Γ. δεν έφθανε ποτέ μέχρι το ανατολικό άκρο της σημερινής οδού ... ...", και απέρριψε, έτσι, το θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι το γήπεδο που κληρονόμησαν εκτεινόταν ανατολικότερα του ανατολικού ορίου της οδού ..., περιλαμβάνοντας το μικρό πάρκο που υπάρχει σήμερα και φθάνοντας μέχρι τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στο ανατολικό μέρος της οδού ...", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-2-2010 αίτησης των 1) Α. χήρας Κ. Γ., το γένος Ν. Β. κ.ά. για αναίρεση της 319/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και τους πρόσθετους λόγους της, ως προς τους δεύτερη και έβδομο αναιρεσιβλήτους, Π. Τ. και Α. Μ..

Απορρίπτει την ίδια - από 15-2-2010 - αίτηση για αναίρεση της 319/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και τους πρόσθετους λόγους της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αμέσως πιο πάνω λοιπών αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για μεν τον εξ αυτών αναιρεσίβλητο Δήμο Βόλου σε εξακόσια (600) ευρώ και τους άλλους εξ αυτών σε δύο χιλιάδες εκατό (2100) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ