457/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated457/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ανάπτυξης και της δόθηκε άδεια σύστασης με την με αριθμό Κ2-6072/4-6-1999 απόφαση του. Μεταξύ των μελών του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της, του οποίου η θητεία άρχισε από τη νόμιμη σύσταση της και έληξε στις 30.06.2001, περιλαμβανόταν ο Κ. Σ., ο οποίος ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου - διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ο δε Α.
Full text
Απόφαση 457 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2. Ε. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., 3.Μ. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., 4. Νερατζούλας Ε. - Π., 5Β. Π. - Ε. του Θ., κατοίκου ... και 6. Δ. Π. - Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7060/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, 2051/2006 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 3961/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 161/21-7-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 3961/10.6.2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 161/21-7-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3961/10-6-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 10843/2004 δικόγραφο αγωγών εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτών, αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως των δι'αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του (δευτέρου) εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (Κ.
Σ.), απορρέουσες από τις αποδιδόμενες στον τελευταίο άδικες και υπαίτιες, από πρόθεση, πράξεις. Οι εν λόγω υποκειμενικώς σωρευόμενες αγωγές απευθύνοντο αρχικά στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 7060/2005 απόφασή του κηρύχθηκε κατά τόπο αναρμόδιο και παρέμπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, της οποίας επακολούθησε, κατά μερική παραδοχή τους η έκδοση της 2051/2006 οριστικής του αποφάσεως και σε δεύτερο βαθμό, κατ'αποδοχή της 154779/2445/15-9-2006 εφέσεως του εν λόγω εναγομένου, με τους με ιδιαίτερο, 1359/32/5-1-2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, και των λοιπών παρισταμένων εκκαλούντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέτασην κατ'ουσίαν της υποθέσεως, η 3961/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά μερική παραδοχή τους, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", ως προς την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, συνεστήθη το έτος 1999, με την υπ' αριθ. 6656/26-5-1999 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη και την με αριθμό 6667/3-6-1999" διορθωτική πράξη του ιδίου Συμβ/φου, οι οποίες εγκρίθηκαν από τον Υπουργό;
Ανάπτυξης και της δόθηκε άδεια σύστασης με την με αριθμό Κ2-6072/4-6-1999 απόφαση του. Μεταξύ των μελών του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της, του οποίου η θητεία άρχισε από τη νόμιμη σύσταση της και έληξε στις 30.06.2001, περιλαμβανόταν ο Κ. Σ., ο οποίος ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου - διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ο δε Α.
Π. είχε οριστεί πρώτος χρηματιστηριακός εκπρόσωπός της και εν συνεχεία μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της σύμφωνα με το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της 6-10-1999 (βλ. το υπ' αριθ. 3643/15-6-1999-ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Περί τα τέλη του έτους 1999 η ανωτέρω εταιρία ξεκίνησε τη διαδικασία σύστασης επενδυτικής εταιρίας, βάσει των διατάξεων του ν. 1961/1991, η οποία είχε την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ".
Για το σκοπό αυτό, στις 11.12.1999, εβδομήντα επτά (77) επενδυτές συμφώνησαν στη σύσταση της εταιρίας "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ" (βλ. το υπ' αριθ. 7101 ΑΠ. 12. ί999 προσύμφωνο σύστασης ανώνυμης εταιρίας της Συμβ/φου Αθηνών Άννας Παγκράτη, η οποία αναπλήρωνε τον Συμβ/φο Αθηνών Δημήτριο Μητρέλη και το προσαρτώμενο σ' αυτό καταστατικό της εταιρίας σε σχέδιο).
Μεταξύ των ιδρυτικών μελών της υπό σύσταση εταιρίας ήταν ο δεύτερος εναγόμενος Κ. Σ., ο οποίος ενεργούσε υπό διττή ιδιότητα και συγκεκριμένα αφενός μεν για τον εαυτό του ατομικά, αφετέρου δε ως νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ".
Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αυτής ορίστηκε σε 5.400.000.000 δρχ, διαιρούμενο σε 5.400.000 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ η κάθε μια (βλ. άρθρο 5 του εν λόγω καταστατικού), ενώ η ως άνω ανώνυμη εταιρία (τρίτη εναγομένη) διά του νομίμου εκπροσώπου της (δεύτερου εναγομένου) ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει το ποσό των 500.000.000 δρχ, αναλαμβάνοντας 500.000 μετοχές και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής (Κ.
Σ.) ανέλαβε ατομικά την υποχρέωση να καλύψει το ποσό των 60.000.000 δρχ, αναλαμβάνοντας 60.000 μετοχές (βλ. άρθρο 40 του καταστατικού; αυτού). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ιδρυτές της ως άνω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγουν τη διαδικασία κάλυψης του μετοχικού κεφαλαίου αυτής με δημόσια εγγραφή, αποφάσισαν να αναλάβουν οι ίδιοι στο όνομα τους μετοχές για λογαριασμό και άλλων επενδυτών, που εξεδήλωσαν την πρόθεση τους να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό ίδρυση εταιρίας, καταβάλλοντας την αντίστοιχη συνεισφορά, με την υποχρέωση των επενδυτών - ιδρυτών να μεταβιβάσουν στους λοιπούς επενδυτές τις μετοχές που αντιστοιχούσαν στα καταβληθέντα απ' αυτούς ποσά για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου.
Δηλαδή, αποφασίστηκε να δημιουργηθούν άτυπες "ομάδες" με επικεφαλής της καθεμιάς έναν από τους ιδρυτές - αρχικούς μετόχους της υπό σύσταση εταιρίας, ούτως ώστε αρχικά να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ο επικεφαλής κάθε "ομάδας", καταβάλλοντας στο όνομα του τα ποσά που συνεισέφερε κάθε μέλος της "ομάδας" για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου, με την υποχρέωση του ιδρυτή -αρχικού μετόχου να μεταβιβάσει στα μέλη της "ομάδας", σε χρόνο μεταγενέστερο της σύστασης της εταιρίας, τις μετοχές που είχαν περιέλθει στο όνομα του για λογαριασμό τους.
Περαιτέρω, με το ανωτέρω προσύμφωνο δόθηκε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον Κωνσταντίνο Γκέκα, "δικηγόρο Αθηνών, να τροποποιεί το σχέδιο του καταστατικού της υπό ίδρυση εταιρίας με αυτοσύμβαση, εμφανιζόμενος για λογαριασμό των ιδρυτικών μελών. Επίσης υποδείχθηκε στους συμβληθέντες στο προσύμφωνο να κατατεθεί το ποσό για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της υπό σύσταση εταιρίας στον υπ' αριθ. 002 01 081931 31 κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, στο υποκατάστημα Αθηνών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με συνδικαιούχους το δεύτερο εναγόμενο Κ.
Σ. και Α. Π., ο οποίος είχε ανοιχθεί στις 06.12.1999, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της 11.12.1999, γεγονός που καταδεικνύει ότι την επιλογή για τη συγκέντρωση των χρημάτων στον ανωτέρω λογαριασμό των ως άνω δικαιούχων, δεν την έκαναν οι επενδυτές της 11.12.1999, για λόγους εμπιστοσύνης προς τα πρόσωπα τους, αλλά οι νόμιμοι εκπρόσωποι της τρίτης εναγομένης εταιρίας "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", με πρωτοβουλία των οποίων ξεκίνησε η διαδικασία σύστασης της επενδυτικής, εταιρίας, οι οποίοι ενεργούσαν, όπως ήδη προεκτέθηκε, με την ιδιότητα τους ως διευθύνοντος συμβούλου και χρηματιστηριακού εκπροσώπου αντίστοιχα της τρίτης εναγομένης και όχι ως φυσικά πρόσωπα κοινής αποδοχής και εμπιστοσύνης, όμως αβασίμως ισχυρίζεται ο δεύτερος εναγόμενος στην υπό κρίση έφεση του.
Στο σημείο δε τούτο κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι, ενώ για την ίδρυση της ανώνυμης εταιρίας απαιτούταν κατάθεση του μετοχικού κεφαλαίου σε τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι της εταιρίας, εντούτοις για την εν λόγω εταιρία χρησιμοποιήθηκε ο ως άνω κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου επ' ονόματι δυο φυσικών προσώπων (βλ.
την από 19.09.2003 μηνυτήρια αναφορά της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. 7407/8-3-2000 εγγράφου του Συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, το ιδρυτικό μέλος της ώς άνω υπό σύσταση εταιρίας Κ. Γ., έχοντας σύμφωνα με τα προεκτεθέντα σχετικό δικαίωμα, προέβη σε τροποποίηση του σχεδίου του καταστατικού της εταιρίας αυτής και ειδικότερα των άρθρων 5 και 40 αυτού, καθορίζοντας το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας σε 4.900.000.000 δρχ, διαιρούμενο σε 4.900.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ η κάθε μία.
Με την ίδια δε πράξη αποχώρησε από τα ιδρυτικά μέλη της ως άνω εταιρίας η συμβαλλόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΏΝ" (τρίτη εναγομένη), η οποία, σύμφωνα με το αρχικό προμνησθέν προσύμφωνο, θα κάλυπτε το ποσό των 500.000.000 δρχ και θα αναλάμβανε 500.000 μετοχές της υπό σύσταση εταιρίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συγκέντρωση και καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας, ύψους κατά τα ανωτέρω 4.900.000.000 δρχ, πραγματοποιήθηκε ως εξής : Το χρονικό διάστημα από τις 06.12.1999 έως και τις 18.05.2000, λειτούργησε ο προαναφερόμενος κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους τους Κ.
Σ. και Α. Π., στο υποκατάστημα Αθηνών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Συνολικά κατατέθηκε στο λογαριασμό αυτό το ποσό των 4.986.095.149 δρχ, πλέον τόκων (ως τις 18.05.2000) ύψους 7.140.831 δρχ. Το σύνολο του κεφαλαίου αυτού με τους τόκους μεταφέρθηκε αυτούσιο στον υπ' αριθ. 274 01 024973 26 λογαριασμό ταμιευτηρίου του καταστήματος Χολαργού της ίδιας Τράπεζας, με συνδικαιούχους τους Δ.
Μ. και Κ. Γ., όπως τούτο αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα υπ' αριθ. πρωτ. 1027/29-3-2002 βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να καλύψουν το κεφάλαιο σύστασης της ως άνω εταιρίας. Εν συνεχεία κατατέθηκε στον υπ' αριθ. 274/04/003364/65 λογαριασμό όψεως της υπό σύσταση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΧΧ", που τηρείτο στην ΑΤΕ (Κατάστημα Χολαργού) μόνο το ποσό των 4.900.000.000 δραχμών (βλ.
την υπ' αριθ. πρωτ. 2191/24-5-2000 βεβαίωση της ΑΤΕ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, προκειμένου να προσελκύσει επενδυτές για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω υπό ίδρυση εταιρίας, συνεργάστηκε με τον πρώτο εναγόμενο Ε. Μ.. ο οποίος από τις 29.12.1999 δραστηριοποιούταν μεταξύ άλλων και σε υπηρεσίες χρηματιστή και μεσίτη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, με έδρα την Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (...).
Ο τελευταίος, με την ιδιότητα του ως παραγωγού πωλήσεων αντί προμηθείας, στα πλαίσια της ανατεθείσης από το δεύτερο εναγόμενο δραστηριότητας του, στις αρχές Μαΐου του έτους 2000, ενημέρωσε τον επενδυτή Κ. Κ. ότι η χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", είχε ως σκοπό να ιδρύσει ανώνυμη εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου και του πρότεινε να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό ίδρυση εταιρίας.
Τον διαβεβαίωσε δε ότι η τοποθέτηση των χρημάτων του θα ήταν απολύτως ασφαλής και επικερδής, λόγω της βέβαιης εισόδου της άνω υπό ίδρυση εταιρίας στο Χρηματιστήριο, σε κάθε δε περίπτωση ότι η ως άνω επένδυση τους θα τελούσε υπό την εγγύηση της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία μάλιστα θα αναλάμβανε μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας επενδύσεων, σε εγγύηση της ποιότητας και του αποτελέσματος του επενδυτικού εγχειρήματος.
Πειθόμενος στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου και προς το σκοπό της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό ίδρυση εταιρίας με 1.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ, ο πρώτος των εναγόντων, στις 11.05.2000, έδωσε εντολή στους προστηθέντες υπαλλήλους της τρίτης εναγομένης να ρευστοποιήσουν τμήμα του χαρτοφυλακίου που διατηρούσε σ' αυτήν και να μεταφέρουν το ποσό του 1.200.000 δρχ ή 3.521,64 ευρώ στον με αριθμό 002 01 081931 31 λογαριασμό που τηρούταν επ' ονόματι του δεύτερου εναγομένου και του Α.
Π. στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Ομοίως στις 11.05.2000, ο πρώτος των εναγόντων, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της Ε. Ξ. και Μ. Ξ. (δεύτερης και τρίτης των εναγόντων), καθώς και του Θ. Π., ο οποίος στις 04.06.2003 απεβίωσε και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την τέταρτη των εναγόντων και τα ανήλικα τέκνα τους Δ.
και Β. Π., καθ' υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, κατέθεσε αντ' αυτών στον με αριθμό 84097284 τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η τρίτη εναγομένη στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, το χρηματικό ποσό των 1.200.000 δρχ ή 3.521,64 ευρώ για κάθε έναν εξ αυτών, προκειμένου να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό ίδρυση εταιρίας με 1.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ ο καθένας.
Ακολούθως, εκπρόσωποι της τρίτης εναγομένης, κατόπιν επικοινωνίας που είχαν με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι τα εν λόγω χρήματα κατατέθηκαν για την συμμετοχή τους στην υπό ίδρυση επενδυτική εταιρία, στις 15.05.2000, μετέφεραν τα χρήματα αυτά στον προμνησθέντα τραπεζικό λογαριασμό που τηρούταν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (βλ.
αποδεικτικά καταθέσεως). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω τροποποίηση του καταστατικού της υπό ίδρυση εταιρίας ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στους ενάγοντες, οι οποίοι πείστηκαν να μετάσχουν στην κάλυψη του μετοχικού -κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας ακριβώς διότι ο πρώτος εναγόμενος, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις που του παρέσχε ο δεύτερος εναγόμενος Κ.
Σ., τους είχε διαβεβαιώσει ότι μεγαλομέτοχος αυτής θα ήταν η εταιρία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΉΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΎΠΗΡΕΣΙΩΝ". Τελικά, με την υπ' αριθ. 7575/22-5-200& πράξη του Συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 7635/15-6-2000 διορθωτική πράξη του ιδίου, καταρτίστηκε το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ- ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΧΧ", η οποία έλαβε άδεια σύστασης με την με αριθμό Κ2-6765/16-6-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η δε σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 5011/21 -6-2000 ΦΕΚ, τ.
Α.Ε. και Ε.Π.Ε. Όμως παρά την κατά τα ανωτέρω καταβολή από μέρους των εναγόντων των προμνησθέντων χρηματικών ποσών για την κάλυψη μετοχικού κεφαλαίου, ουδέποτε αυτοί εγγράφηκαν στο μετοχολόγιο της συσταθείσας εταιρίας, ούτε απέκτησαν μετοχές της. Στις επανειλημμένες δε προσπάθειες τους να ενημερωθούν από τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, με τον οποίο ήλθαν σε τηλεφωνικές συνομιλίες μετά τον Μάιο του έτους 2003, για την πορεία σύστασης της εταιρίας, καθώς και για τη λήψη των μετοχών που τους αντιστοιχούσαν, ουδέποτε έλαβαν συγκεκριμένη απάντηση παρά μόνο προφορικές διαβεβαιώσεις ότι δεν πρέπει να ανησυχούν και ότι μετοχές που τους αντιστοιχούσαν στην ιδρυθείσα εταιρία θα τους παραχωρούνταν με την είσοδο της εταιρίας στο Χρηματιστήριο, που, κατά τους ισχυρισμούς τους αναμενόταν άμεσα.
Ακολούθως, καίτοι οι τρείς πρώτοι των εναγόντων με την από 17.06.2003 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση και δήλωση την οποία απηύθυναν προς το δεύτερο εναγόμενο διαμαρτυρήθηκαν έντονα για το γεγονός ότι ενώ είχαν καταθέσει χρήματα επ' ονόματι του, προκειμένου να συμμετάσχουν στο κεφάλαιο της υπό ίδρυση εταιρίας, ο ίδιος ιδιοποιήθηκε τα χρήματα τους και ουδέποτε τους παρέδωσε τις μετοχές που τους αναλογούσαν, εντούτοις ουδεμία εξήγηση δόθηκε σ'αυτούς για ποιο λόγο δεν περιελήφθησαν τα ονόματα τους στο μετοχολόγιο της συσταθείσας εταιρίας και για ποιο λόγο δεν τους παραδόθηκαν οι μετοχές που τους αντιστοιχούσαν.
Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγομένων, έχοντας αναλάβει από κοινού με τους λοιπούς ιδρυτές της υπό σύσταση επενδυτικής εταιρίας, την ευθύνη να καλύψει τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας, στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με τον πρώτο εναγόμενο, έπεισε τον τελευταίο να προσελκύσει επενδυτές για την συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αυτής, παριστάνοντας ψευδώς σ' αυτούς ότι αφενός μεν η τοποθέτηση των χρημάτων τους θα ήταν απολύτως ασφαλής και επικερδής, λόγω της βέβαιης εισόδου της άνω υπό ίδρυση εταιρίας στο Χρηματιστήριο, σε κάθε δε περίπτωση ότι η ως άνω επένδυση τους θα τελούσε υπό την εγγύηση της εταιρίας την οποία εκπροσωπούσε με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία μάλιστα θα αναλάμβανε μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας επενδύσεων, σε εγγύηση της ποιότητας και του αποτελέσματος του επενδυτικού εγχειρήματος, αφετέρου δε ότι θα εκπλήρωνε την παροχή του στο μέλλον, δηλαδή ότι θα μεταβίβαζε στους ενάγοντες τις μετοχές που τους αναλογούσαν, ενώ η αλήθεια ήταν ότι από τις 08.03.2000 η ως άνω εταιρία (τρίτη εναγομένη) αποχώρησε από τα ιδρυτικά μέλη της υπό ίδρυση εταιρίας και ο δεύτερος εναγόμενος επροτίθετο να μην μεταβιβάσει στους ενάγοντες τις αναληφθείσες απ' αυτούς μετοχές.
Ακολούθως, οι ενάγοντες πείστηκαν να μετάσχουν στην κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας, καταβάλλοντας τα προμνησθέντα χρηματικά ποσά, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν δεν είχαν πεισθεί από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγομένων. Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος της σύνταξης του μετοχολογίου της υπό σύσταση εταιρίας και της διανομής των μετοχών, σύμφωνα με το κεφάλαιο που είχε συγκεντρώσει στους τραπεζικούς λογαριασμούς της από τους επενδυτές, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, τελικά δεν μεταβίβασε τις μετοχές που είχε υποσχεθεί στους ενάγοντες, ούτε εισέφερε τα χρηματικά ποσά στην ιδρυθείσα εταιρία για λογαριασμό των εναγόντων, αλλά προφανώς διέθεσε τα χρήματα αυτά για τα έξοδα σύστασης της υπό ίδρυσης επενδυτικής εταιρείας.
Από την προπεριγραφείσα δε συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία ποσού 1.200.000 δρχ ή 3521,64 ευρώ έκαστος εξ αυτών". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών-(δεύτερος) εναγόμενος (Κ. Σ.) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ εννοιολογικώς ταυτότηση με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση κατ'έφεση αποφάσεως Πρωτοδικείου επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ανελέγκτως γενομένοι δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στην διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 αντί εκείνης του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4α του ν.1806/1988, με βάση το οποίο η συνεναγόμενη του αναιρεσείοντος ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΧΕΠΕΥ" τέθηκε στην προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη ειδική εκκαθάριση, λόγο για τον οποίο και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κατ'αυτής απευθυνομένης αγωγής, παρέλειψε να αναστείλει τη συζήτηση της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους, προφανώς κατ'εφαρμογή της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 246 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη πλημμέλεια στην οποία δεν προσήκει η διατυπωμένη αναιρετική αιτίαση, αλλά εκείνη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για διαδικαστική ενέργεια, η οποία εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και με την έννοια αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά.
ΙΙ. Κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 914, 297, 298, 932 ΑΚ η αδικοπρακτική ευθύνη για την θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι. παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την ζημία, που επήλθε, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Μορφή αδικοπραξίας αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Περαιτέρω, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης προς αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε .άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται και σε μελλοντικό γεγονός, με την έννοια της ενδιάθετης διαθέσεως του υπαιτίου να μην εκτελέσει μελλοντική του υποχρέωση, είναι δε δυνατή η τέλεση αυτής και με παρένθετο πρόσωπο, ανεξάρτητα αν ο τελευταίος ενεργούσε με δόλο ή αμέλεια ή χωρίς υπαιτιότητα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 926 εδ.`1 ΑΚ, με το οποίο καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης οι περιπτώσεις στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσοτέρων προσώπων, ως κοινή πράξη νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξεως ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις, των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας, ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εκ ολόκληρο ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των περισσοτέρων των ενεχομένων από την αδικοπραξία κατά το άρθρο 927 ΑΚ.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας ατομικώς και παράλληλα ως νόμιμος εκπρόσωπος της συνεναγομένης του ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΧΕΠΥ" και ιδρυτικό μέλος της από σύσταση από την τελευταία επενδυτικής εταιρείας, είχε αναλάβει από κοινού με τους λοιπούς ιδρυτές την ευθύνη καλύψεως του μετοχικού αυτής κεφαλαίου, (β)ότι στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με τον πρώτο των εναγομένων έπεισε τον τελευταίο να προσελκύσει επενδυτές για τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό σύσταση εταιρείας, παριστάνοντας ψευδώς εις αυτούς ότι η τοποθέτηση των χρημάτων τους θα ήταν απολύτως ασφαλής και επικερδής, λόγω της βέβαιης εισόδου της υπό σύσταση εταιρείας στο χρηματιστήριο, σε κάθε δε περίπτωση ότι η επένδυσή τους θα τελούσε υπό την εγγύηση της εταιρείας "ΣΤΑΝΤΑΡΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΧΕΠΥ", την οποία εκπροσωπούσε, η οποία μάλιστα θα ανελάμβανε μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της υπό σύσταση επενδυτικής εταιρείας, σε εγγύηση της ποιότητας και του αποτελέσματος του επενδυτικού εγχειρήματος, (γ)ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναληθείας των ψευδών αυτών βεβαιώσεων του, δοθέντος ότι από 8-3-2000 είχε αποχωρήσει από τα ιδρυτικά μέλη της υπό σύσταση επενδυτικής εταιρείας η συνεναγομένη του εταιρεία "ΣΤΑΝΤΑΡΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΧΕΠΥ", χωρίς να έχει πρόθεση εκπληρώσεως της αναληφθείσης από εκείνο παράλληλα υποχρεώσεως του μεταβιβάσεως στους επενδυτές τις αναλογούσες στο χρηματικό κεφάλαιο της επενδύσεως τους μετοχές της υπό ίδρυση εταιρείας, (δ)πεισθέντες οι πρώτος, δεύτερος και τρίτη των αναιρεσίβλητων και ο αποβιώσας στις 4-6-2003 Θεόδωρος Πατσιάλας, με ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους του εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, από τους οποίους απέκρυψε ο τελευταίος την από 8-3-2000 αποχώρηση της εναγόμενης εταιρείας, διέθεσε στις 11-5-2000 ο πρώτος τούτων, ενεργώντας ατομικώς και κατ'εντολή των λοιπών, το ποσό των 1200.000 δρχ.
για έκαστο τούτων προκειμένου να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό ίδρυση εταιρείας με 1000 μετοχές ονομαστικής αξίας 1000 δρχ. εκάστης, με την κατάθεση του στον τηρούμενο στο όνομα του αναιρεσείοντος και του Α. Π. κοινό λογαριασμό ο πρώτος και οι λοιποί σε εκείνο της εναγομένης εταιρείας "ΣΤΑΝΤΑΡΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙ ΑΧΕΠΥ" και (ε) ότι ο αναιρεσείων, παρά τις προς τούτο προσκλήσεις και διαμαρτυρίες τους, δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή του διαθέσεως εις εκείνους μετοχές της υπό σύσταση εταιρείας ανάλογες του επενδυθέντος από αυτούς χρηματικού κεφαλαίου, το οποίο ουδέποτε εισέφερε στην ιδρυθείσα εταιρεία για λογαριασμό τους, αλλά προφανώς διέθεσε τούτο για τα έξοδα συστάσεως της εν λόγω εταιρείας για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο δόθηκαν.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν υπαίτια, από δόλο, αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος με τη μορφή (i)της παράνομης ιδιοποιήσεως των χρημάτων και (ii)της απάτης που τελέσθηκε με παρένθετο πρόσωπο, τον πρώτο των εναγομένων, ο οποίος κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από βαρεία αμέλεια αγνοούσε την αναλήθεια των ψευδών διαβεβαιώσεων του αναιρεσείοντος, από τις οποίες, σε αιτιώδη σύνδεσμο, υπέστησαν θετική ζημία ισόποση προς το επενδυθέν από έκαστο τούτων χρηματικό κεφάλαιο.
Εκάστη των με στοιχ. (i) και (ii) παράλληλων κύριων αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής και δικαιολογεί την κατ'ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος απευθυνόμενης αγωγής των αναιρεσίβλητων. Δεν αποτελεί στοιχείο του πραγματικού των κανόνων αυτών ουσιαστικού δικαίου, αλλά πραγματικό επιχείρημα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επιβεβαιωτικό του καταληκτικού αυτής αποδεικτικού πορίσματος, η παράλληλη παραδοχή της ότι η κατάθεση των χρημάτων των επενδυτών γινόταν σε κοινό λογαριασμό φυσικών προσώπων αντί στο όνομα της υπό σύσταση εταιρείας, με την οποία συνδέεται η προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο και εντεύθεν ελεγχόμενη ως αβάσιμη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 11 παρ.1 του ν.2190/1920, κατά τους ορισμούς της οποίας "Εντός του πρώτου διμήνου από τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συνέλθει σε συνεδρίαση, με θέμα ημερήσιας διατάξεως την πιστοποίηση της καταβολής ή μη του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου, που ορίζεται από το καταστατικό", η οποία κατά την παρ.6 του αυτού άρθρου 11 του ν.2190/1920 πραγματοποιείται υποχρεωτικά με κατάθεση σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως αλυσιτελής και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη η απομένουσα προς έρευνα και διατυπούμενη με τον τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ με την έννοια της παραβιάσεως, με τη χαρακτηριζόμενη με στοιχ.(ii) αιτιολογία της, των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ, 386 παρ.1 ΠΚ.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 161/21-7-2009 αίτηση για αναίρεση της 3961/10-6-2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ