Legislator Case Law & Legislation
457/2010 AI generated

457/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 457/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8,11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997) και 1 παρφ. 6 του ν. 1256/1982,ως προσαύξηση μισθού για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της. Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τηδιάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαόυ στον δημόσιο τομέα, σύμφωνα με την οποία ως αοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Legislator headnote

AI generated

457/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον οι άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών.

Keywords

AI generated
paternity allowance expatriation allowance child benefit eligibility right to know one's parentage parents' pension family status rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 457 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8,11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997) και 1 παρφ. 6 του ν. 1256/1982,ως προσαύξηση μισθού για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της. Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τηδιάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαόυ στον δημόσιο τομέα, σύμφωνα με την οποία ως αοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Αριθμός 457/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (Ο.Α.Ε.Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μούτσου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Από Χ1 έως Χ38, όλων κατοίκων .... Οι 20η, 24η, 25η, 26η, 27ος, 29η, 31ος, 32η, 33η, 35η και 36η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κουρέντα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος, 5η, 6ος 7η, 8η, 9η, 10ος, 11η, 12ος, 13η, 14η, 15η, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 21η, 22η, 23η, 28ος, 30η, 34ος, 37η και 38η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6199/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.-Από τις αντίστοιχες της σειράς των απολειπόμενων αναιρεσιβλήτων στην κρινόμενη αίτηση επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ..., ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας ..., .... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...

και τις κάτω από αυτές βεβαιώσεις του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγιναν οι επιδόσεις, ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., 5084 Γ7 10-8-2009 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...

του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ...οδικείο Βόλου ...της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ...

του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...και τις κάτω από αυτές βεβαιώσεις του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγιναν οι επιδόσεις και ...

του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ορεστιάδας ..., προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους Χ1 μέχρι Χ25, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Επομένως, εφόσον οι άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών.

II.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 §§ 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 § 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997) και 1 § 6 του ν. 1256/1982, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές ως προσαύξηση μισθού για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.

Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 § 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στον δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας (πρβλ.

για το μισθό με ποσοστό επί των εισπράξεων και τα άρθρα 648 και 654 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 § 1 του Ν. 2839/2000 "1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α'και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000:

α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1.1.1995 και εφεξής, δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55198 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'), ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται".

Κατά δε την § 4 "Προσωπικό το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης με σύμβαση μίσθωσης έργου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992, υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 υπό την προϋπόθεση ότι έχει συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, κατά την 31.3.2000, είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον μήνες, επιφυλασσομένων των προϋποθέσεων των εδαφίων γ', δ' και ε' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

Καθήκοντα των υπαγομένων στην παρούσα παράγραφο είναι η συνέχιση κάθε εσωτερικής ή εξωτερικής υπηρεσίας που θα τους ανατεθεί αρμοδίως, συμπεριλαμβανομένης και της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις περί μισθοδοσίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου διατάξεις, πλην αυτών που ασχολούνται, μέχρι την ολοκλήρωση της μηχανογράφησης, με την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα (εξωτερικές εισπράξεις) που εξακολουθούν να αμείβονται με ποσοστά επί των εισπράξεων".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. , που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 213 Β' της 23-3-1989 ύστερα από την 12756/89 Α.Υ. Εργασίας, σε όλους του έγγαμους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλλου, χορηγείται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παραγρ. 2 της 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών. Με τα εδ.

α' και β' της παρ. 2 της υπ' αριθ. 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 21378/4372/17-5-1976 απόφαση του Υπουργείου Απασχολήσεως, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 671 τεύχος Β' της 20-5-1976 ΦΕΚ και κυρώθηκε (η ως άνω παρ. 2) με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 435/1976, ορίστηκε ότι, κατά τις 13-2-1976 έναρξη της ισχύος αυτής, χορηγείται στους μισθωτούς και υπό τις σ' αυτήν προϋποθέσεις επίδομα γάμου από 5% και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται επί του κατώτατου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, που ορίζεται από την εκάστοτε σε ισχύ οικεία συλλογική σύμβαση, απόφαση διαιτησίας ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται προς τις τυχόν υπέρτερες των κατώτατων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, ενώ συμψηφίζεται σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου.

Κατά δε την παρ. 1 περ. β' εδ. εε' της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης "τα υπό της παρούσης καθοριζόμενα κατώτατα όρια μισθών (μισθοί ασφαλείας), αποτελούν κατώτατα όρια και για τους εκ των υπαλλήλων απασχολουμένους εις σταθερόν εργοδότην και αμειβόμενους κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον σύστημα αμοιβής, υποχρεουμένου του οικείου εργοδότου , όπως συμπληροί ταύτα κατά το τυχόν ελλείπον ποσόν".

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: " Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη χορήγηση στους εφεσίβλητους (ήδη αναιρεσιβλήτους) του επιδόματος γάμου και ανήλικου παιδιού για το μετά την κατάταξή τους χρονικό διάστημα αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος τους έναντι των άλλων εργαζομένων που το λαμβάνουν, η οποία διάκριση δεν δικαιολογείται, αφού παρέχεται ίσης αξίας εργασία, επιδικάζοντας στον καθένα τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη ποσά, με βάση την ημερομηνία κατάταξής του, την οικογενειακή του κατάσταση και τις καταβολές που δέχθηκε ότι είχαν γίνει σε ορισμένους από τους εφεσίβλητους για μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του εκκαλούντος.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι οι εφεσίβλητοι δεν δικαιούνται την προβλεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις οικογενειακή παροχή ούτε για το μετά τη κατάταξή τους χρονικό διάστημα α)... και β) διότι η παρ. 4 εδαφ. γ' του ν. 2839/2000 ρητώς εξαιρεί από τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του ν. 2470/1997, όσους από τους κατατασσόμενους ασχολούνται με την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, όπως οι εφεσίβλητοι....

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι , όπως σαφώς συνάγεται από το κείμενο της παρ. 4 εδαφ. γ' του ν. 2839/2000, η διάταξη αυτή σκοπό έχει να ρυθμίσει το ζήτημα των τακτικών αποδοχών (βασικό μισθό και τακτικά επιδόματα) που θα λαμβάνουν οι κατατασσόμενοι υπάλληλοι και δεν έχει την έννοια του αποκλεισμού όσων από αυτούς ασχολούνται με την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών από όλες τις προβλεπόμενες με το ν. 2470/1997 παροχές".

Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι πιο πάνω εφεσίβλητοι δικαιούνται της προβλεπόμενης από το άρθρο 12 § 1 οικογενειακής παροχής για το μετά την κατάταξη τους χρονικό διάστημα, αν και με διαφορετική αιτιολογία, δηλαδή όχι με ευθεία εφαρμογή του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη υπουργική απόφαση και τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 2839/2000, αλλά με εφαρμογή του άρθρου 22 § 1 Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις παραπάνω διατάξεις και τη διάταξη του άρθρου 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., επικυρώνοντας δε μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης και κατ' ουσίαν του έφεση του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, έστω και με την εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, όσον αφορά την ευθεία εφαρμογή του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη σ' αυτήν υπουργική απόφαση και τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 2839/2000, εκ των οποίων εκείνη της παρ. 4 εδ.

γ' του τελευταίου άρθρου ρητώς εξαιρεί από τις περί μισθοδοσίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου διατάξεις, συνεπώς, και από την παροχή του οικογενειακού επιδόματος, τους ασχολούμενους με την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα (εξωτερικές εισπράξεις), οι οποίοι, όμως, δικαιούνται του επιδόματος αυτού κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί.

Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που δεν υπέβαλαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6199/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ