Legislator Case Law & Legislation
456/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested judgment remains legally sound despite procedural irregularities.

Case Number 456/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against a second-instance judgment regarding group insurance benefits. The appellants argued that the lower court violated substantive law by failing to consider specific employment contract details and constitutional property rights, while the respondent maintained the decision was correct. The court ruled that even if the cited procedural and substantive errors were admitted, they did not affect the operative part of the judgment, which relied on other valid premises.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 559(1)(a)-(d) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine procedural irregularities or substantive law violations ex officio, but an appeal is inadmissible if the contested judgment remains legally sound despite such errors.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility substantive law violation group insurance benefits constitutional property rights operating part unaffected ex officio examination legal soundness

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 648 of the Civil Code
Article 1 of the Constitution of the European Union
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 456 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 456/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Φ., κατοίκου …, 2) Φ. Κ. του Α., κατοίκου …, 3) Δ. Κ. του Η., κατοίκου …, 4) Ν. Κ. του Κ., κατοίκου …, 5) Σ. Κ. του Κ., κατοίκου …, 6) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 7) Θ. Κ. του Ι., κατοίκου …, 8) Α. Κ. του Ι., κατοίκου …, 9) Α. Κ. του Ι., κατοίκου …, 10) Δ. Κ. του Β., κατοίκου …, 11) Π. Κ. του Γ., κατοίκου …, 12) Α. Κ. του Ν., κατοίκου …, 13) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου …, 14) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου …, 15) Π. Λ. του Μ., κατοίκου …, 16) Μ. Λ. του Σ., κατοίκου …, 17) Δ. Λ. του Β., κατοίκου …, 18) Γ. Λ. του Α., κατοίκου …, 19) Δ. Λ. του Θ., κατοίκου …, 20) Κ. Λ. του Ν., κατοίκου …, 21) Ι. Λ. του Κ., κατοίκου …, 22) Α. Λ. του Ε., κατοίκου …, 23) Χ. Λ. του Α., κατοίκου …, 24) Α. Λ. του Γ., κατοίκου …, 25) Σ. Λ. του Χ., κατοίκου …. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Σ. Α. Β. Κ. Ε. «Ε. (Ε. Α.) και το διακριτικό τίτλο «Ε.-Π.", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείσαι νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Κωνσταντίνο Μίχο, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1969/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6311/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από … αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).

Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1691/2022, Α.Π. 518/2021, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 1374/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε, ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επίσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β' αυτού), εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή.

Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (σχετ. ΑΠ 1253/2021, ΑΠ 1121/2020). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της ένδικης από … και με αριθ. κατ. … αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6311/14-11-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επισπεύδουν όλοι οι αναιρεσείοντες (25 τον αριθμό), με επιμέλεια των οποίων και κατόπιν έγγραφης εντολής του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Φώτιου Π.

Κλαουδάτου επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ δικάσιμο της 23-5-2023 (βλ. την υπ' αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Γ.

Κ.. Σ.), οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών. Στη συνέχεια, με την από … πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, επανήλθε αυτεπάγγελτα προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (31-10-2023) και έγινε εγγραφή αυτής στο πινάκιο, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, προς ενημέρωση των διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, άπαντες οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους τρίτη (3η), τέταρτο (4ο), δέκατο έκτο (16ο) και εικοστή τέταρτη (24η) αναιρεσείοντες και να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης τους προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε, ως προς αυτούς, τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους κάποιου από τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες ή από την αναιρεσίβλητη, κλήτευση των ως άνω αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα, κατά τα άνω, αρχική δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω μη παριστάμενοι προσηκόντως αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ώστε να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ως κλήτευσή τους, ούτε κλητεύθηκαν νόμιμα, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους νόμιμα λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Επίσης, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021".

Η ως άνω αναστολή εφαρμόζεται επομένως και στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων, περιλαμβανομένης και της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 632/2023, ΑΠ139/2023, ΑΠ 1130/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από … και με αριθμό κατ. … αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6311/14-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από … και με αριθμό κατ.

… έφεσης της εναγόμενης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Σ. Α. Β. Κ. Ε. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Ε.-Π." κατά της υπ' αριθ. 1969/14-9-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις … στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθμό 6311/2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (…) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις …, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.

α' του Ν.4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις …. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 830/2019).

Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.

Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση.

Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 ΑΚ.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως, απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ' αυτού με αγωγή κατ' άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 830/2019, ΑΠ 74/2016, ΑΠ 13/2015).

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 382 του ΑΚ προκύπτει ότι στην αμφοτεροβαρή σύμβαση, άρα και στη σύμβαση εργασίας (άρθρο 648 ΑΚ), αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλόμενους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο ο ίδιος έχει ευθύνη (άρθρα 330-334 ΑΚ) o αντισυμβαλλόμενος, που έχει ήδη εκπληρώσει τη δική του παροχή, δικαιούται να απαιτήσει, κατ' επιλογή του, αποζημίωση, ήτοι το πλήρες διαφέρον για τη μη εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 563/2023, ΑΠ 830/2019).

Η αποζημίωση των εργαζομένων συνίσταται στο ποσό που θα δικαιούνταν να εισπράξουν, αν δεν είχε καταγγελθεί η ασφαλιστική σύμβαση και το οποίο υπολογίζεται με βάση τους προβλεπόμενους σε αυτήν όρους. Η αξίωση αποζημίωσης γεννιέται από τότε που η ασφαλιστική σύμβαση, κατά το διάστημα που προηγείται της επέλευσης κινδύνου, λύθηκε λόγω καταγγελίας του υποσχεθέντος ασφαλιστή, μετά από την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντισυμβαλλόμενου εργοδότη.

Μπορεί όμως να ασκηθεί μόνο μετά την πλήρωση της αίρεσης, διότι τότε μόνο γίνεται βέβαιο ότι επήλθε η ζημία, δηλαδή μπορεί να ασκηθεί μόνο μετά τη συμπλήρωση των τασσόμενων από το ομαδικό ασφαλιστήριο προϋποθέσεων. Επομένως, για την άσκηση αξίωση αποζημίωσης η αίρεση θα πρέπει να έχει πληρωθεί (ΑΠ 843/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες με την από … και αυξ. αριθμ. καταθ, … αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά της πρώτης εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.

Α. Σ. Α. Β. Κ. Ε. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Ε.-Π." και κατά της δεύτερης εναγόμενης, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Ε. Α..Ε..Ε..Γ..", ισχυρίστηκαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθησαν κατά τα έτη … προσλήφθηκαν από την δικαιοπάροχο της πρώτης εναγόμενης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.

Ε. Ε. Π. Κ. «Κ. (Π. Α..Ε..) για να απασχοληθούν σ' αυτή, με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρουν και ότι συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες άνω ειδικότητες, από το έτος …, οπότε η άνω εργοδότριά τους συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Β. Ο. Α..Ε.. («Ε. Α..Ε..) και συστάθηκε, λόγω της συγχώνευσης, η καθολική διάδοχος της αρχικής εργοδότριας τους πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "Ε.

Α. Σ. Α. Β. Κ. Ε. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Ε.-Π.". Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στην αρχική τους εργοδότρια (Π. Α..Ε..), αυτή το έτος …αποφάσισε, ως πρόσθετη παροχή στο προσωπικό της, τη σύναψη συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης υπέρ αυτού, αρχικά με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Λ.

Α." και στη συνέχεια με τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Γ. Α. «Η. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Ε. Α..Ε..Ε..Γ..", με την οποία κατάρτισε το αναφερόμενο με αριθμό … συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης του συνόλου των εργαζομένων της, με βάση το οποίο, θα καταβαλλόταν σε κάθε εργαζόμενο, ένα ποσό ασφαλίσματος κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία.

Ότι με την από … ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και, μεταξύ άλλων σωματείων, και του σωματείου των εργαζόμενων σ' αυτή (Σ. Ε. Ε. Α. Σ. Υ. Α..Β..Ε..Ε..), μέλη του οποίου ήταν και οι ίδιοι, η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως είχε τροποποιηθεί με πρόσθετες πράξεις, επεκτάθηκε σε όλο το ενεργό προσωπικό της εργοδότριάς τους και έτσι, αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του καθενός απ' αυτούς.

Ότι με το άρθρο 10 της πιο πάνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι, σε κάθε εργαζόμενο, κατά την αποχώρησή του από την εργασία λόγω καταγγελίας, οικειοθελούς αποχώρησης, μετάταξης σε υπηρεσία του Δημοσίου και συνταξιοδότησης, θα καταβαλλόταν από τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ένα εφάπαξ ποσό, οριζόμενο κατά τα ειδικότερα σ' αυτή εκτιθέμενα.

Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η πρώτη εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη επί σειρά ετών δεν κατέβαλλε στην ασφαλιστική εταιρεία τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα να υπάρξει έλλειμμα στον λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων και τελικά, με την από … εξώδικη δήλωσή της, η τελευταία να καταγγείλει την σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, ματαιώνοντας έτσι το δικαίωμά τους να λάβουν την εφ` άπαξ παροχή, που ο κάθε ένας δικαιούτο, βάσει του ως άνω ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος.

Ότι σε κάθε περίπτωση, από το έτος …, οπότε η δικαιοπάροχος της πρώτης εναγόμενης προέβη για πρώτη φορά στην χορήγηση της πιο πάνω παροχής στους εργαζομένους της, που αποχωρούσαν, μέχρι και το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, εξ αιτίας της ομοιόμορφης και μακροχρόνιας συμπεριφοράς, τόσο της αρχικής εργοδότριας όσο και της πρώτης εναγόμενης, δημιουργήθηκε στο πρόσωπό τους η εύλογη εντύπωση, ότι η τελευταία έχει δεσμευθεί για την καταβολή του ασφαλίσματος, κατά τον χρόνο αποχώρησης του καθενός από την υπηρεσία.

Ότι για την καταβολή του ποσού αυτού ενέχονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον αμφότερες οι εναγόμενες, η μεν πρώτη, ως εργοδότρια, που υποχρεούται με βάση τη σύμβαση εργασίας του καθενός και επιπλέον με βάση τη διαμορφωθείσα επιχειρησιακή συνήθεια στην καταβολή του αιτούμενου ποσού ως μισθολογικής παροχής, η δε δεύτερη εναγόμενη, ως ασφαλιστική επιχείρηση που, με βάση τη σύμβαση ασφάλισης, υποχρεούται έναντι κάθε ενάγοντος στην καταβολή του πιο πάνω ποσού ασφαλίσματος.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησαν, μετά από μερικό παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, με κύρια βάση τη σύμβαση εργασίας για την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη και τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης για τη δεύτερη εναγόμενη και με επικουρικές βάσεις για αμφότερες τις εναγόμενες, τις διατάξεις από την αδικοπραξία και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφενός να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν στους κατονομαζόμενους απ' αυτούς τα αναλυτικά εκτιθέμενα για τον καθένα ποσά και αφετέρου να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους επίσης κατονομαζόμενους απ' αυτούς τα ομοίως αναλυτικά εκτιθέμενα για τον καθένα ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 1969/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη και αφενός αναγνώρισε, ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στους αναφερόμενους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες τα εκτιθέμενα σ' αυτήν ποσά και αφετέρου υποχρέωσε την ίδια ως άνω εναγόμενη να καταβάλει στους επίσης αναφερόμενους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες τα εκτιθέμενα για τον καθένα ποσά.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκε η από … με αυξ. αριθμ. κατάθ. … έφεση της πρώτης εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 6311/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη προσβαλλόμενη δέχθηκε τα ακόλουθα: "

ΙΙΙ... Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 περίπτωση πρώτη Ν. 3891/2010 "Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου Ο. και της Τ. και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό δίκαιο"..., ορίσθηκε ότι "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε υφιστάμενη συμβατική, νόμιμη ή άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται από την Εταιρεία λόγω καταγγελίας και εν γένει με αφορμή τη λύση υφισταμένης ή μέλλουσας να συσταθεί σχέσης ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου απαγορεύεται να υπερβαίνει τα όρια των Ν. 2112/1920 και Ν. 3198/1955, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, για την αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου...".

Με τη διάταξη δε του άρθρου 21 του ιδίου Νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κατεπείγον επιτακτικό γενικότερο συμφέρον και ρύθμιση γενικών όρων εργασίας" ορίσθηκε στην παράγραφο 1 αυτού ότι: "Οι διατάξεις των αρ. 15-21 (που) ρυθμίζουν γενικούς όρους εργασίας και τίθενται σε ισχύ, ισχύουν, ακολουθούνται και εξυπηρετούν λόγους κατεπείγοντος επιτακτικού γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνδέεται ιδίως με το πρόγραμμα εξυγίανσης και την ανάπτυξη της εταιρείας, την προστασία και τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας και την ανόρθωση των δημόσιων οικονομικών εν γένει και κατισχύουν κάθε αντίθετης ή άλλης, γενικής ή ειδικής διάταξης, συμφωνίας, όρου ή ρήτρας νόμου ή κανονισμού έχοντος ισχύ νόμου, κανονιστική ή άλλη ή συμβατικού ή οργανισμού ή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, ή συλλογικής συμφωνίας, ή ατομικής σύμβασης, ή συμφωνίας ή επιχειρησιακής πρακτικής ή εργασιακής συνήθειας ή άλλης πάσης μορφής και είδους πηγής δικαίου" και στην παράγραφο 2 αυτού ότι "Κάθε ρύθμιση αντίθετη, άμεσα ή έμμεσα προς τις διατάξεις των άρθ. 15-21 καταργείται, των διατάξεων των άρθ.15-21 θεωρουμένων ως ειδικότερων".

Οι διατάξεις αυτές, που αφορούσαν κατά το άρθ. 2 του εν λόγω Νόμου τον Ο. Σ. Ε. (Ο.) και τις θυγατρικές αυτού εταιρείες, επεκτάθηκαν και στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Α. Σ. Α. Β. και Ε. Ε." (της οποίας καθολική διάδοχος, κατόπιν διάσπασης αυτής σε δύο εταιρείες, κατέστη η υπό την αυτή επωνυμία εκκαλούσα εταιρεία...), με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 Ν. 3899/2010...,με την οποία ορίσθηκε ότι "Τα άρθ. 15 έως και 21 Ν. 3891/2010 (ΦΕΚ 188Α') εφαρμόζονται αναλόγως και στα "Ε.

Α. Σ. Α. Β. και Ε. Ε." (Ε. Α.Β.Ε.Ε.)"... Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ενόψει και του επιδιωκομένου με αυτούς σκοπού μείωσης του λειτουργικού κόστους της εναγομένης εταιρείας σαφώς προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 3899/2010 (17 Δεκεμβρίου 2010) καταργήθηκαν οι τυχόν ευνοϊκότεροι όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που προηγουμένως δέσμευαν την εναγομένη, δυνάμει των οποίων το προσωπικό αυτής, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα λόγω συνταξιοδότησης, δικαιούτο μεγαλύτερη της προβλεπομένης από τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας αποζημίωσης.

Τέτοιοι όροι ήταν και εκείνοι των παρ. 1 και 3 του άρθρου 15 του κεφαλαίου Β της από το έτος 2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι οποίοι επαναλήφθηκαν και σε μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας... V. Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, παρίσταται ως μη νόμιμη, ως προς την πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά, η ως άνω σύμβαση ομαδικής ασφάλισης και οι τροποποιήσεις της ενσωματώθηκε στην από … Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕπΣΣΕ) με θέμα το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης των εργαζομένων, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και όλων των σωματείων εργαζομένων σε αυτήν, μέλη των οποίων ήταν και οι ενάγοντες.

Κατέστη δηλ. όρος της ως άνω ΕπΣΣΕ, η οποία καταργήθηκε από 17-12-2010 με το άρθ. 21 παρ. 2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθ. 1 παρ. 4 του Ν. 3899/2010, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και μαζί με αυτήν κάθε προσδοκία δικαιώματος των εναγομένων, οι οποίοι, όπως εκτίθεται στην αγωγή, κατά το χρόνο καταγγελίας της ως άνω σύμβασης ομαδικής ασφάλισης από τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία(…), ήταν εν ενεργεία εργαζόμενοί της.

Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έδωσε έρεισμα της κρινόμενης αγωγής στις διατάξεις των άρθ. 225 Ε.Ν., 648, 649, 653, 410, 411, 201, 204 και 298 ΑΚ, και παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις των άρθ. 20 παρ. 2 και 21 του Ν.3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθ. 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010, τις οποίες δε εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες και στην κρινόμενη υπόθεση...

Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως...". Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, με τον τρίτο λόγο αυτής η εναγόμενη-εκκαλούσα ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία παραπονείται "... Διότι, κακώς, παρά τον Νόμον και μετ' εσφαλμένης εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού εδέχθη η εκκαλουμένη την αγωγή των εφεσιβλήτων-εναγόντων...

ενώ, εάν έκρινε ορθώς και ερμήνευε σωστά την ΕπΣΣΕ … και το Νόμο, έδει να δεχθεί ότι η αγωγή των εφεσιβλήτων κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον μου είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθώς οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εργάζονται στην εταιρεία μου και δεν επικαλούνται ότι έχουν αποχωρήσει από αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (συνταξιοδότηση, απόλυση, μετάταξη ή παραίτηση-οικειοθελή αποχώρηση) προϋπόθεση που ήταν απαραίτητη για την γέννηση της επικαλουμένης αξιώσεώς των για καταβολή αρχικώς της εφ' άπαξ παροχής εκ μέρους μου και δευτερογενώς για επιδίκαση αποζημιώσεως, λόγω ανώμαλης εξέλιξης της συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως και ματαιώσεως της καταβολής εις αυτούς της ως άνω παροχής με υπαιτιότητα της ασφαλιστικής εταιρείας ενώ δεν είναι εφικτός ο νόμιμος (σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αγωγή ομαδική σύμβαση ασφαλίσεως και την πρόσθετη πράξη αυτής) προσδιορισμός της εν λόγω παροχής, που έκαστος των εναγόντων-εφεσιβλήτων ισχυρίζεται ότι εδικαιούτο και της αντίστοιχης οφειλομένης εις έκαστον αποζημιώσεως, καθώς εφ' όσον οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι εργάζονται εις την εταιρεία μου, άρα δεν έχουν αποχωρήσει απ' αυτήν, δεν μπορεί να υπολογιστεί ο "τελικός μέσος μισθός", εκάστου εξ αυτών, αφού αυτός είναι μέσος όρος των μισθών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια των τελευταίων, πριν την αποχώρησή του, 12 μηνών υπηρεσίας, ούτε μπορεί να υπολογιστεί ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας ενός εκάστου των εναγόντων-εφεσιβλήτων, εφ' όσον συνεχίζουν να εργάζονται στην εταιρεία μου, ο δε υπολογισμός των ανωτέρω στοιχείων (τελικού μέσου μισθού και συνολικού χρόνου υπηρεσίας) και εν τέλει των ποσών που επικαλούνται ότι τους οφείλονται, στον οποίον προβαίνουν με την αγωγή τους, λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς, αντί της ημερομηνίας αποχωρήσεώς τους από την εταιρεία μου, την ημερομηνία κατά την οποία επήλθαν τα αποτελέσματα της ως άνω καταγγελίας της ομαδικής συμβάσεως ασφαλίσεως από την ασφαλιστική εταιρεία Ε.

Α., δεν είναι νόμιμος...".

Στις περιπτώσεις που οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρούν στο διατακτικό αυτής, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης τυγχάνουν αλυσιτελείς και κατ' ακολουθίαν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι( ΑΠ 271/2023, ΑΠ 952/2019, ΑΠ 324/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο κάτω αιτιάσεις:

α) Με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201,204,209,298, 382,335,338,336,410,411, ΑΚ 189 έως 195 και 221 έως 225 του Εμπορικού Νόμου, καθόσον δεν αναφέρεται καθόλου στην ασφαλιστική σύμβαση από την οποία οι αναιρεσείοντες απέκτησαν το δικαίωμα στην ένδικη ασφαλιστική παροχή, εσφαλμένα επικαλείται την ΕΣΣΕ του έτους …, η οποία δεν αφορά την εν λόγω ασφαλιστική παροχή, η τελευταία (ασφαλιστική παροχή) δεν έχει την έννοια της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 και συγχέεται η ασφαλιστική αυτή παροχή με την αποζημίωση απόλυσης, με συνέπεια οι νόμοι 3891/2010 και 3899/2010 να μην ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής, ενώ επίσης δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, β) με τον δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955, καθόσον δέχθηκε, ότι η ένδικη παροχή ενσωματώθηκε στην από … ΕΣΣΕ που καταργήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 3899/2010, πλην όμως ουδόλως αυτή ενσωματώθηκε και επομένως δεν καταργήθηκε η εν λόγω παροχή, ενώ επίσης δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, γ) με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το συμβόλαιο της ομαδικής ασφάλισης αποτέλεσε μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας του καθενός απ' αυτούς και μέσω διαμορφωμένης επιχειρησιακής συνήθειας και δ) με τον τέταρτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974 και κατοχυρώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Με το περιεχόμενο αυτό άπαντες οι ανωτέρω προβληθέντες λόγοι αναίρεσης είναι αλυσιτελείς και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί και αν ακόμη γίνουν δεκτοί, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μεν, ότι η επίδικη ασφαλιστική παροχή ενσωματώθηκε στην από … ΕΣΣΕ με τον όρο 10 αυτής, που καταργήθηκε από … με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν 3899/2010, αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό και πλήττεται με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, στη συνέχεια όμως δέχθηκε, επίσης, ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον προαναφερθέντα τρίτο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο απαραίτητη προϋπόθεση για τη γέννηση της με την αγωγή ασκούμενης αξίωσης των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων είναι να έχουν αποχωρήσει από την εργασία τους, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση, καθόσον οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι εξακολουθούν να εργάζονται.

Η αιτιολογία όμως αυτή, που επίσης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττεται με κάποιον από τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, αφού δεν διατυπώνονται αιτιάσεις σε σχέση μ' αυτήν. Επομένως, όπως και πιο πάνω αναφέρεται και αν ακόμη γίνουν δεκτοί, άπαντες οι προβληθέντες λόγοι αναίρεσης, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο θα εξακολουθεί να στηρίζεται στην μη πληττόμενη παραδοχή.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους τρίτη (3η), τέταρτο (4ο), δέκατο έκτο (16ο) και εικοστή τέταρτη (24η) αναιρεσείοντες.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από … αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ 6311/14-11-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ