Legislator Case Law & Legislation
456/2021 AI generated

Supreme Court dismisses citizen's intervention but allows appeal against lower court's property ownership ruling.

Case Number 456/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the additional intervention by a citizen but allowed the appeal against the lower court's decision. The appellant argued the property was a public common area, while the appellee claimed ownership. The Court found the lower court erred by treating facts not legally grounded as ownership claims, violating the principle of vetustas.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80 and 556 of the Code of Civil Procedure; Additional intervention is permitted before the Supreme Court if the interest can be verified without evidence, but the citizen's intervention was rejected due to lack of legal standing, while the appeal was allowed because the lower court incorrectly characterized facts as establishing ownership.

Keywords

AI generated
additional intervention public common area property ownership vetustas principle Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 80 and 556 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8a of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure
Article 281, paragraph 2 of the Judicial Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 1/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 456 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 456/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ροϊνιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Βόρειας Κυνουρίας" που εδρεύει στην κοινότητα Άστρους Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπενετάτο και κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδαμάντιο Μπασάρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2015 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 31-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2019 αίτησή της. Ο Γ. Σ. με την από 9-3-2020 πρόσθετη παρέμβασή του αιτείται την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι συγχωρείται πρόσθετη παρέμβαση και ενώπιον του Αρείου Πάγου, που δικάζει ως ακυρωτικό, εάν το προς παρέμβαση συμφέρον μπορεί να εξακριβωθεί χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, διότι η διάταξη αποδείξεων είναι ασυμβίβαστη με τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού δικαστηρίου. Ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται κατά την αναιρετική διαδικασία σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (Ολ. Α.Π. 1/1998). Για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 9-3-2020 και αρ. καταθ. 7/13-3-2020 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσίβλητου Δήμου Β. Κυνουρίας παρέμβασή του ο Γ. Σ. ως πολίτης της περιοχής του υπέρ η παρέμβασή του πιο πάνω Δήμου αντικρούει ως αβάσιμους και απορριπτέους τους λόγους αναίρεσης, αφού, όπως υποστηρίζει, γινόταν χρήση του επίδικου ακινήτου από αμνημονεύτων χρόνων από τους δημότες του αναιρεσίβλητου κι, έτσι, αυτό έχει καταστεί κοινόχρηστο. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι παραδεκτή και πρέπει (κατά τα άρθρα 246, 573 ΚΠολΔ), να συνεκδικασθεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΙΙ. Κατ' άρθρ. 966 ΑΚ, μεταξύ των εκτός συναλλαγής πραγμάτων είναι και τα κοινόχρηστα, για τα οποία γίνεται ενδεικτική πρόβλεψη στο άρθρο 967 ίδιου κώδικα. Σε αυτό ως τέτοια αναφέρονται (ιδίως) οι δρόμοι, οι πλατείες, τα λιμάνια κ.ο.κ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 968 ΑΚ τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.

Η προστασία της κυριότητας πάνω στα κοινόχρηστα πράγματα διαφέρει και από την προστασία των κοινοχρήστων με τη χρήση της δημόσιας εξουσίας και των μέσων του δημόσιου δικαίου. Η τελευταία είναι έργο της διοικητικής αρχής, αποτελεί εκδήλωση της ρυθμιστικής επέμβασης αυτής για την εξασφάλιση της απόλαυσης της κοινής χρήσης πραγμάτων απ' όλους τους πολίτες και είναι ασύνδετη με το δικαίωμα κυριότητος πάνω στα πράγματα αυτά.

Ασκείται, δηλαδή, ακόμη και όταν τα κοινόχρηστα ανήκουν σε ιδιώτη και αποβλέπει στην άρση κάθε εμποδίου και στην ελεύθερη χρήση των κοινοχρήστων. Αντίθετα, οι αγωγές κυριότητας και νομής εγείρονται μόνον από τον κύριο, επομένως όχι και από το Δημόσιο, το Δήμο ή την Κοινότητα, όταν δεν είναι κύριοι, αποβλέπουν δε, και στην περίπτωση που εγείρονται από το Δημόσιο κ.λ.π., όχι μόνο στην προστασία της κοινής χρήσης, αλλά κυρίως στην προστασία του δικαιώματος κυριότητας και νομής πάνω στα πράγματα αυτά.

Εξετέρου, ο (μη υπό του ΑΚ υιοθετηθείς) θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas) του ΒΡΔ (ν. 3 Πανδ, 4,3,7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αποτελούσε ειδικό τρόπο, με τον οποίο κυρωνόταν ως έννομη πραγματική κατάσταση που ίσχυε στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στη συνέχεια. Ήτοι είχε καταστήσει δυνατή την κτήση της κοινοχρησίας επί (κοινοτικών και αγροτικών) δρόμων, υδραγωγείων και τεχνικών έργων, που μετέβαλαν τη φυσική ροή των βρόχινων νερών με παρέλευση ογδονταετίας, ισομερώς επιμεριζόμενης στο προσδόκιμο ζωής δύο γενεών.

Η τοιαύτη (δια της "vetustas" κτηθείσα) κοινοχρησία με τη συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεών της, κατά την εισαγωγή (έναρξη ισχύος) του ΑΚ (στις 23-2-1946) διατηρήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 Εις.Ν.Α.Κ. (βλ. ΑΠ 17/2019). Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου είχαν εγερθεί και συνεκδικασθεί: α) η αγωγή του (μη εν προκειμένω διαδίκου) Ι. Μ. κατά της αναιρεσείουσας, ο οποίος με βάση την έκτακτη χρησικτησία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο (60τμ στον οικισμό Αγ.

Ανδρέας Άστρους Κυνουρίας) και την απόδοσή του σ' αυτόν, επίσης δε ν' αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα δεν έγινε κυρία αυτού, άλλως ότι έχει συσταθεί πραγματική δουλεία σε βάρος του επίδικου και υπέρ του όμορου ακινήτου του και β)η αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία, με επίκληση του πιο πάνω θεσμού της "vetustas" του ΒΡΔ, ισχυριζόταν ότι από αμνημονεύτων χρόνων το παραπάνω επίδικο είναι κοινόχρηστο για τους δημότες του και ζητούσε, αφενός να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε κατέστη κυρία του επιδίκου και αφετέρου (να αναγνωρισθεί), ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο (με βάση το θεσμό της "vetustas") και ν' αποδοθεί στη χρήση του ενάγοντα, άλλως ότι το επίδικο κατέστη έμμεσα κοινόχρηστο, κατ' άρθρ. 281 ΑΚ και να προστατευθεί η χρήση του έναντι του κυρίου (εδώ της αναιρεσείουσας).

Το πρωτόδικο δικαστήριο με την 169/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή του Ι. Μ. και δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά το κύριο αίτημά της, εκτιμώντας το δικόγραφο ως διεκδικητική αγωγή κυριότητας, ήτοι αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο ως κύριο του επίδικου ακινήτου ως κοινόχρηστου και διέταξε την απόδοσή του σε αυτόν.

Το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη 164/2019, απόφασή του συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας-εναγομένης και του (μη διαδίκου εδώ) Ι. Μ. κατά της πρωτόδικης απόφασης και τις απέρριψε στην ουσία.

IV.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή της καθύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου, ενώ (ο λόγος αυτός) δεν ιδρύεται επί καθύλην αρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης (Ολ.

ΑΠ 5/2003, ΑΠ 138/2008). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης παραπονείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προειπωθείσα πλημμέλεια, διότι, κατ' αυτήν ναι μεν ως προς το σκέλος της αναρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν μπορεί να προσβληθεί η απόφασή του, όμως κατά το δεύτερο σκέλος, (υπό την εκδοχή της βασιμότητας του ισχυρισμού της ότι στην αγωγή δεν περιέχεται βάση αναγνώρισης κυριότητας), δεν μπορούσε να σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο το αίτημα για αναγνώριση ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είναι κυρία του επιδίκου, με το αίτημα για αναγνώριση του επιδίκου ως κοινόχρηστου, αφού η μεν 1η αγωγή υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, η δε αγωγή της αναγνώρισης του κοινόχρηστου χαρακτήρα αυτού υπάγεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, επικουρικά, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του ίδιου άρθρου, (που προβλέπει τη δημιουργία λόγου αναίρεσης από την κήρυξη ή μη κήρυξη δικονομικού απαραδέκτου), καθόσον, κατ' αυτήν, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής αυτής, αναφορικά με την σώρευση των παραπάνω δύο αγωγικών αιτημάτων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, αφού βάλλεται η υλική αρμοδιότητα και αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα ως άνω, και όχι του εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και ως προς το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του, καθόσον η αντικειμενική σώρευση στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθ. 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αλλά στην περίπτωση αυτή διατάσσεται από το δικαστήριο ο χωρισμός τους (άρθ. 218 παρ. 2 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για τη μη κήρυξη της αγωγής ως απαράδεκτης, εξαιτίας της σώρευσης στο δικόγραφό της περισσοτέρων αγωγών (ΑΠ 612/2002).

V. Η πλημμέλεια που ανάγεται σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής ιδρύει λόγο αναίρεσης όχι από το αρ. 9α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (που αναφέρεται σε επιδίκαση μη αιτηθέντος) αλλά από τον αρ. 8α του ίδιου άρθρου, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας εκτίμησε εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής λαμβάνοντας υπόψη περιστατικά (ισχυρισμούς) που ουσιωδώς επηρεάζουν τη δίκη, αλλά δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ως στοιχεία θεμελιωτικά του ασκούμενου με αυτή δικαιώματος (βλ.

ΑΠ 1596/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέρος α', υποστηρίζει (κατ' εκτίμηση), ότι το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε ως διεκδικητική κυριότητας ακινήτου την αγωγή του αναιρεσίβλητου Δήμου, παρά το ότι ο τελευταίος αναφερόταν κατά τα ως άνω αναπτυσσόμενα, στον βάσει του θεσμού της "vetustas" κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου και ζητούσε ν' αποδοθεί αυτό στην χρήση του ιδίου, άλλως ν' αναγνωριστεί ότι το επίδικο κατέστη εμμέσως κοινόχρηστο, κατ' άρθ. 281 ΑΚ, και να προστατευθεί η χρήση έναντι του κυρίου του (δηλ.

της αναιρεσείουσας). Πράγματι, ενώ κατά τα σαφώς ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, ο αναιρεσίβλητος Δήμος επικαλέστηκε τα πιο πάνω περιστατικά, εν τούτοις, το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη, προσδίδοντας εσφαλμένα σε αυτά το νομικό χαρακτηρισμό της διεκδικητικής αγωγής κυριότητας (κοινόχρηστου) ακινήτου, με αποτέλεσμα να επικυρώσει την πρωτόδικη (εκκαλούμενη) απόφαση που είχε μεταξύ άλλων, κρίνει ομοίως, αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος είναι κύριος του επίδικου ακινήτου ως κοινόχρηστου, και υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να του το αποδώσει.

Δηλαδή, το Εφετείο έλαβε υπόψη του περιστατικά, των οποίων δεν έγινε επίκληση για τη νομική θεμελίωση του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, με αποτέλεσμα να ιδρύονται (κατ' εκτίμηση) ο από τον αριθ. 8α' του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός.

V. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπέρ του αναιρεσίβλητου πρόσθετη παρέμβαση και να αναιρεθεί, κατά ένα μέρος, η προσβαλλομένη και, δη, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας. Η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης παρέλκει, διότι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου αναίρεσης, μέρος α'. Κατόπιν τούτων, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επίσης, το παράβολο πρέπει να επιστραφεί στον καταθέσαντα και να επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του αιτήματός της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και 281 παρ. 2 του Δ.Κ., που κυρ/κε με το ν. 3463/2006), σύμφωνα με το διατακτικό. Τέλος, ξεχωριστά δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν (άρθρο 182 ΚΠολΔ) υπέρ της καθής η πρόσθετη περέμβαση-αναιρεσείουσας, διότι αυτή δεν υποβλήθηκε σε πρόσθετα δικαστικά έξοδα, εξαιτίας της άσκησης της πρόσθετης παρέμβασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 12-6-2019 αίτηση αναίρεσης της Φ. Τ. και την από 9-3-2020 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρέμβαση του Γ. Σ..

Απορρίπτει την από 9-3-2020 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσίβλητου παρέμβαση του Γ. Σ..

Αναιρεί την 164/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά ένα μέρος, και δη κατά το κεφάλαιό της που απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που προαναφέρθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από αυτή που εξέδωσε την (κατά ένα μέρος) αναιρούμενη απόφαση

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 04 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 05 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ