Legislator Case Law & Legislation
456/2015 AI generated

456/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 456/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

456/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 61/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν αγωγή της αναιρεσείουσας, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, που στηριζόταν στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο απόκτησης του αξιουμένου δικαιώματος, κατά παραδοχή ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία.

Keywords

AI generated
ownerless property expired residence permit previous legal status caretaking contract abandonment of expropriation neglect of maintenance obligations
AI generated
302/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
306/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
83/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2344/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1431/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-1982 αγωγή του αρχικού διαδίκου ΩΩ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/1983, 515/1990 μη οριστικές, 482/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2000 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1021/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 873/2006 μη οριστική, 284/2008 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 456 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 456/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Α. Γ., το γένος Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πορτοκάλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης λόγω αρμοδιότητας, 152/1999 μη οριστική, 61/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και 2453/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε και εκδόθηκε η 965/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2509/2013 απόφαση, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 61/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού.

Στην προκειμένη περίπτωση με την 2509/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 61/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η δε αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των δύο αυτών αποφάσεων. Επομένως η αίτηση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ.) Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 61/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν αγωγή της αναιρεσείουσας, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, που στηριζόταν στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο απόκτησης του αξιουμένου δικαιώματος, κατά παραδοχή ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία.

Μετά την άσκηση έφεσης από την ηττηθείσα ενάγουσα κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η 2453/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε εκκληθείσα απόφαση και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, απορρίφθηκε δε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο.

Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 965/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου για τον προβλεπόμενο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο και ειδικότερα για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων περιστατικών στα οποία θεμελιωνόταν κατά τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ η απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία σε σχέση με την προταθείσα ένσταση περί ιδίας κυριότητας που έγινε κατ' ουσίαν δεκτή και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης προς περαιτέρω εκδίκαση.

Το δικαστήριο της παραπομπής εκδικάζοντας πλέον την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εκκρεμοδικία της οποίας, αναβίωσε, αφού οι διάδικοι επανήλθαν μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης κατ' άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση.

Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα. Εξάλλου για την έναρξη της κτητικής παραγραφής είναι αδιάφορο το επιλήψιμο ή ανεπίληπτο της νομής, δεν ενδιαφέρει επίσης ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, αν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κατά τις διατάξεις των άρθρων 975 και 976 ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο δια της καταλήψεως του ακινήτου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε όρος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. .../4-5-1963 διαθήκη, του συμβολαιογράφου...... που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 5/13-1-1972 πρακτικό δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, ο αποβιώσας στις 20-1-1971 πατέρας των διαδίκων, εγκατέστησε κληρονόμους του την σύζυγο του Ε.

και τα τέκνα του Α. (ενάγουσα), Α. (εναγόμενο), Μ., Δ., Α., Ζ., Α. καθώς και τον εγγονό του Β. τέκνο του εναγομένου. Με τη διαθήκη του αυτή ο διαθέτης κατέλειπε στα άνω τέκνα του Μ., Δ., Α., Ζ., Α. και τον εγγονό του Β. τα αναφερόμενα στην διαθήκη του δήλα πράγματα. Στην ενάγουσα κατέλειπε όλη την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του καθώς και την ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ήτοι οικοπέδου εμβαδού 512 τ.μ περίπου που βρίσκεται στους Παλιούς Πόρους του Νομού Πιερίας μετά της επ' αυτού διωρόφου οικίας, που συνορεύει ..........

Η επί του προπεριγραφομένου οικοπέδου οικία έχει διαστάσεις 4X10 αποτελείται από δύο ορόφους, ο πρώτος όροφος αυτής, λόγω του επικλινούς εδάφους χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος και ο δεύτερος (ανώγειο) όροφος, που βρίσκεται σε επαφή με τον κοινοτικό δρόμο, χρησιμοποιείται ως κατοικία, Με τη υπ' αριθ. .../6-10-1995 δε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος...........

και μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά του πατέρα της. Περαιτέρω ο διαθέτης με την άνω διαθήκη του την κινητή περιουσία του και την επικαρπία της άνω οικίας κατέλειπε στην αποβιώσασα στις 16-11-1975 σύζυγο του Ε. στον δε εναγόμενο γιό του, εκτός των άλλων, αυτός κατέλειπε και ένα δωμάτιο της εν λόγω οικίας και συγκεκριμένα "εν δωμάτιον κείμενον προς Ανατολάς εκ μίας ανωγείου οικίας μου διωρόφου κειμένης εν τω χωρίω Πόρρων.", όπως κατά λέξη αναφέρεται στη διαθήκη.

Ο εναγόμενος όμως ισχυρίζεται ότι κύριος του επιδίκου ακινήτου κατέστη ο ίδιος, γιατί είχε στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου το άνω ακίνητο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ενώ αντίθετα, ως ισχυρίζεται, η ενάγουσα από το θάνατο του πατέρα τους μέχρι και την άσκηση της αγωγής ουδέποτε έλαβε στη φυσική της εξουσία το ακίνητο αυτό και έτσι με την μεταγραφή της άνω δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού.

Από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι πράγματι η ενάγουσα στο άνω χρονικό διάστημα δεν είχε στην φυσική της εξουσία το ακίνητο αυτό ούτε άσκησε επ' αυτού οποιαδήποτε εμφανή υλική νομής αντίθετα δε από το έτος 1953 περίπου κα| μετέπειτα ο εναγόμενος είχε το επίδικο στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής αποκλειστικά για λογαριασμό του.

Ειδικότερα ο πατέρας των διαδίκων Γ. Α. είχε ανεγείρει επί του άνω οικοπέδου οικία, την οποία χρησιμοποιούσε ως κύρια κατοικία του ίδιου και της οικογένειας του. Το έτος 1946 κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεγάλο τμήμα των Παλαιών Πόρρων καταστράφηκε από φωτιά μεταξύ δε των σπιτιών που καταστράφηκαν περιλαμβανόταν και η οικία της οικογένειας του Γ.

Α.. Το έτος 1947, μετά την καταστροφή της οικίας του, ο Γ. Α. με την οικογένεια του εγκαταστάθηκε αρχικά στην Αιγάνη και στην συνέχεια στη Λάρισα το έτος όμως 1951 επέστρεψε στους Παλαιούς Πόρους και εγκαταστάθηκε στην οικία του συγγενούς του Μ. Γ.. Το έτος 1953 ο εναγόμενος απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, και επέστρεψε στου Παλιούς Πόρους, όπου με δικές του δαπάνες από την εργασία του ως κτηνοτρόφος αλλά και με την προσωπική του εργασία ανήγειρε την προπεριγραφόμενη διώροφη οικία επί του άνω οικοπέδου.

Το γεγονός ότι την οικία αυτή ανήγειρε ο εναγόμενος καταθέτουν με σαφήνεια αμφότεροι οι μάρτυρες ανταποδείξεως. ........... Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το έτος 1954 ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε με τους γονείς του και με τις άγαμες τότε αδελφές του, ήτοι την ενάγουσα και την αδελφή του Αννούλα, στην εν λόγω οικία πριν ακόμη από την πλήρη αποπεράτωση της.

Το ίδιο έτος αυτός τέλεσε νόμιμο γάμο και εξακολούθησε να διαμένει με την σύζυγο του στην οικία αυτή μαζί με τους γονείς του και τις άνω αδελφές του . Το έτος 1962 η ενάγουσα τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Α. Γ. και εγκαταστάθηκε στον Πλαταμώνα απ' όπου καταγόταν ο σύζυγος της έκτοτε δε αυτή αποξενώθηκε από το άνω ακίνητο και ουδέποτε άσκησε επ' αυτού οποιαδήποτε εμφανή υλική πράξη νομής.

Αντίθετα ο εναγόμενος εξακολούθησε να διαμένει με την οικογένεια του στο επίδικο μαζί του δε διέμεινα\/ κα ι οι γονείς του μέχρι του θανάτου τους. Ειδικότερα στο άνω χρονικό διάστημα ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε τον ανώγειο όροφο ως κατοικία και το ισόγειο για την αποθήκευση των ζωοτροφών των προβάτων που εξέτρεφε.

Επίσης τμήμα του ορόφου αυτού από το έτος 1980 έως και το 1991 παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα στον Κ. Μ., ο οποίος χρησιμοποιούσε το χώρο αυτό για την αποθήκευση τριφυλλιού. Περαιτέρω ο εναγόμενος στο ίδιο χρονικό διάστημα συντηρούσε την επί του άνω οικοπέδου υφισταμένη οικία και συγκεκριμένα το έτος 1985 επισκεύασε το ξύλινο δάπεδο του ανωγείου ορόφου και κατέβαλε ως αμοιβή στον τεχνίτη Γ.

Γ. το ποσό των 50.000 δρχ. Το έτος 1988 προέβη στην αντικατάσταση της στέγης, την οποία επικάλυψε με κεραμίδια και δαπάνησε το ποσό των 250.000 δρχ. το έτος δε 1989 αντικατέστησε το ταβάνι και δαπάνησε το ποσό των 65.000 δρχ. περίπου. Το έτος 1990 κατασκεύασε στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου υπόστεγο εμβαδού 30 τ. μ. με ξύλα και λαμαρίνες το έτος δε 1990 κατασκεύασε στα όρια του οικοπέδου νέα περίφραξη με σιδερένιους πασσάλους και σύρμα.

Τα ανωτέρω καταθέτουν με σαφήνεια οι μάρτυρες ανταποδείξεως, οι οποίοι έχουν προσωπική αντίληψη των όσων καταθέτουν και ειδικότερα ο πρώτος μάρτυρας Κ. Μ. που διαμένει σε γειτονική οικία, ως προαναφέρεται. Αντίθετα οι καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως δεν κρίνονται τόσο πειστικές και τούτο γιατί ο πρώτος μάρτυρας διαμένει από το 1973 στον Πλαταμώνα και όπως είναι φυσικό δεν μπορεί να έχει άμεση αντίληψη των πραγματικών γεγονότων, ενώ η δεύτερη μάρτυρας, σύζυγος του γιου της ενάγουσας, έχει άμεση αντίληψη των γεγονότων από το έτος 1986 και μετέπειτα.

Άλλωστε οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως ενισχύονται και από την υπ' αριθ. 2994//1981 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας, με την οποία ο εναγόμενος, κάτοικος παλαιών Πόρων Νομού Πιερίας όπως αναφέρεται και στην απόφαση αυτή, διορίζεται ιδιωτικός δασοφύλακας του δάσους του Δασικού Γεωργικού Συν/σμού παραγωγής επεξεργασίας, διαθέσεως δασικών προϊόντων Πόρρων Πιερίας καθώς και από την 6279/14-9-1992 βεβαίωση της Δ/νσης Δασών της Νομαρχίας Πιερίας με την οποία βεβαιώνεται ότι ο ενάγων εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντα του ιδιωτικού δασοφύλακα.

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από το έτος 1953 και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκεί επί του επιδίκου εμφανείς υλικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και εξακολουθεί ο ίδιος να διαμένει στο επίδικο, αφού είναι επιφορτισμένος ως ιδιωτικός δασοφύλακας με την προστασία του δάσους των Παλαιών Πόρων, χρησιμοποιεί δε επίσης το ακίνητο αυτό για τον σταυλισμό του ποιμνίου των προβάτων που εκτρέφει.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνεπώς το κτηθέν με την μεταγραφή της άνω δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς δικαίωμα κυριότητος της ενάγουσας επί του επιδίκου, το οποίο ανατρέχει στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, έχει ήδη καταλυθεί με την κτήση της κυριότητος αυτού εκ μέρους του εναγομένου με πρωτότυπο τρόπο.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα το έτος 1991 για πρώτη φορά, μετά την κατά το έτος 1962 τέλεση του γάμου της και την απομάκρυνση της από το επίδικο ακίνητο, άρχισε να αξιώνει δικαιώματα κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου παρά το μέχρι τότε ουδέποτε είχε αυτό στη φυσική της εξουσία γι' αυτό και.

η βάση της αγωγής περί κτήσεως εκ μέρους της, της κυριότητος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ελέγχεται αβάσιμος. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το Σεπτέμβριο του έτους 1991 η ενάγουσα, αφού κατέστρεψε την θύρα του ισογείου ορόφου της άνω οικίας εισήλθε εντός αυτής κατέστρεψε την εσωτερική ξύλινη σκάλα και πέταξε στο δρόμο εβδομήντα δέματα χόρτου που ήταν αποθηκευμένα στο ισόγειο.

Στην συνέχεια άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης αίτηση, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του. επιδίκου η αίτηση όμως αυτή απορρίφθηκε τελεσιδίκως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο και στην έκτακτη χρησικτησία κατά παραδοχή ένστασης του εναγομένου αναιρεσιβλήτου, σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης του αξιουμένου αγωγικού δικαιώματος, κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο από το 1953 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής (1995) με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις υλικές εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής του να το εξουσιάζει ως κύριος και έτσι κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καταλύοντας την κυριότητα της ενάγουσας την οποία απέκτησε παραγώγως, σε σχέση με την κυρία βάση της αγωγής ως εκ διαθήκης κληρονόμο του πατέρα της, καθώς και ότι η τελευταία ουδέποτε νεμήθηκε τούτο από το 1971 που πέθανε ο πατέρας των διαδίκων, κατά το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό που θεμελιώνει την επικουρική βάση και δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς οι πρώτος, τρίτος και κατά ένα μέρος τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αρ. 1, 19 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτες καθ' όσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος του επιδίκου παραγώγως με έκτακτη χρησικτησία, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτούς, και επί πλέον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και σε ανάπτυξη απόψεών της που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού της περί της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της στο Εφετείο προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, 1) το 585/1960 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, 2) την 2453/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που αναιρέθηκε όπως ήδη έχει αναφερθεί, 3) την πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομίας για το επίδικο στη Β' Δ.Ο.Υ.

Κατερίνης, 4) την υπεύθυνη δήλωση του Ν. Νίκου, 5) το από 20-9-1997 έγγραφο της ΕΚΤ και 6) τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά τη μη λήψη υπόψη της αναιρεθείσας απόφασης της προκειμένης δίκης η οποία κατ' άρθρο 579 Κ.Πολ.Δ. εξομοιώνεται με ανύπαρκτη και τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης που δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339, 432 επ Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, τις οποίες κατέθεσε στο δικαστήριο της ουσίας, ως εκκαλούσα, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα προαναφερόμενα έγγραφα, εκτός από την υπεύθυνη δήλωση του Ν.

Νίκου το έτος 1957, επί πλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και άλλα έγγραφα προς απόδειξη της αγωγής της και της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένστασης του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη του παραπάνω μη επικληθέντος εγγράφου είναι απαράδεκτος, καθ' όσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε το ίδιο έγγραφο στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε, υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία παρά τη μη ειδική αναφορά των προαναφερομένων εγγράφων, ότι τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Ειδικότερα ως προς την προβαλλομένη αιτίαση της μη λήψης υπόψη του 585/1960 πρακτικού συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Πιερίας, στο οποίο περιελήφθη συμβιβασμός για την εκκρεμή ενώπιον του δικαστηρίου αυτού αγωγή του πατέρα των διαδίκων κατά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου προστασίας της νομής του στο επίδικο ακίνητο, με βάση τον οποίο ο τελευταίος αναγνώρισε νομέα τον πατέρα του, και που στα πλαίσια του ίδιου συμβιβασμού του παραχώρησε από ένα δωμάτιο σε καθένα όροφο της επίδικης οικίας και καθόρισε και τον τρόπο επικοινωνίας με τα δωμάτια αυτά, και υπό την εκδοχή της αναιρεσείουσας ότι δε λήφθηκε υπόψη, δεν ασκεί επιρροή στη διαμόρφωση του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης και ως τέτοια είναι αλυσιτελής, ενόψει του ότι το Εφετείο για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής κατά παραδοχή της ένστασης του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο, κατέληξε δεχόμενο ότι και μετά το 1960 αλλά και μετά το θάνατο του πατέρα των διαδίκων το 1971 νεμόταν ο τελευταίος το επίδικο και με τη συνεχή έκτοτε επί εικοσαετία άσκηση της νομής κατέστη κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς το παραπάνω έγγραφο που συντάχθηκε σε προγενέστερο χρόνο της αμέσως παραπάνω εικοσαετίας δεν ήταν πρόσφορο προς απόδειξη γεγονότων που θεμελιώνουν τη βασιμότητα της αγωγής.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα λόγω της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Ν.Δ/τος 1189/1972 και του Π.Δ/τος της 23-3-1927 που ρυθμίζουν μεταξύ άλλων θέματα αγροτικής γης, ζητήματα των αποκατασταθέντων και αποκαθισταμένων κτηνοτρόφων και ακτημόνων καλλιεργητών δια της παραλείψεως της εφαρμογής τους.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας νομίμως, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., παρεκτός του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω νομοθετικού και προεδρικού διαταγμάτων, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του και λόγω ελλείψεως άλλωστε σχετικού ισχυρισμού των διαδίκων.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-5-2014 αίτηση της Α. Γ. περί αναιρέσεως της 2509/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 61/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ