Legislator Case Law & Legislation
456/2014 AI generated

456/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 456/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

456/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Μετά από προηγούμενες ματαιώσεις και αναβολές των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτησή τους η 04-03-2013, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν νομίμως διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και οι αιτήσεις αυτές συζητήθηκαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 456 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 456/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλάχο.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1.της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στο …, νομίμως εκπροσωπουμένης, ως ιδιοκτήτριας της ημερήσιας εφημερίδας που κυκλοφορεί με τον τίτλο "ΑΥΡΙΑΝΗ Μακεδονίας - Θράκης", 2.Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλάχο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Οκτωβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου με στοιχεία Α. και Β. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3946/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 592/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με στοιχεία Α. με την από 28 Απριλίου 2009 αίτησή του και οι με στοιχεία Β. επίσης αναιρεσείονες. με την από 27 Μαΐου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε τις από 9 Ιανουαρίου 2012 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (03-02-2014), συζητήθηκαν οι αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 28-04-2009 του Ι. Α. του Ι. και 2) των α) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Ε.Π.Ε.", ως ιδιοκτήτριας της ημερήσιας εφημερίδας με τον τίτλο "ΑΥΡΙΑΝΗ Μακεδονίας-Θράκης" και β) Γ. Τ. του Ι., που αμφότερες απευθύνονται κατά του Θ. Π. του Σ. και με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 592/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.

δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παραστεί στο δικαστήριο εκείνου που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Συνεπώς, εφόσον απολειπόμενος διάδικος είναι ο αναιρεσείων, ο οποίος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αντίδικό του αναιρεσίβλητο, η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί παρά την απουσία του, εάν έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητά του, κατά τον παραπάνω τύπο σε δικηγόρο, κατά την άσκηση της αναίρεσης ή χορηγήθηκε στον τελευταίο τέτοια πληρεξουσιότητα με το προεκτεθέν περιεχόμενο κατά προηγούμενη δικάσιμο, κατά την οποία παραστάθηκε, και η οποία (πληρεξουσιότητα) υπάρχει στον φάκελο της δικογραφίας.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Μετά από προηγούμενες ματαιώσεις και αναβολές των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτησή τους η 04-03-2013, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν νομίμως διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και οι αιτήσεις αυτές συζητήθηκαν.

Ειδικότερα, ο μεν αναιρεσείων στην υπ' αριθ. πιν. 16 αίτηση παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Διονά, δυνάμει του υπ' αριθ. .../4-3-2003 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ατσαλά, οι δε αναιρεσείοντες στην υπ' αριθ. πιν. 18 αίτηση παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευσταθίου Γκότση, δυνάμει των υπ' αριθ. .../7-5-2010 και .../18-1-2012 πληρεξουσίων αντίστοιχα της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Τρέζου-Διαμαντοπούλου, σύμφωνα με τα οποία δίδεται η εντολή στους ανωτέρω δικηγόρους να παραστούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση των άνω αιτήσεών τους κατά του αναιρεσίβλητου Θ.

Π. και σε κάθε μεταγενέστερη μετά από αναβολή ή ματαίωση της συζήτησης των αιτήσεων αυτών, δηλώνοντας παράλληλα ότι εγκρίνουν όλες της πράξεις που προηγήθηκαν και όσες θα ενεργηθούν στο μέλλον απ' αυτούς. Μετά την συζήτηση των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και κατά την ορισθείσα ημερομηνία διάσκεψης, ο εκ των μελών του Δικαστηρίου Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Λυκούδης, ο οποίος προήδρευσε κατά την άνω δικάσιμο, διαπίστωσε ότι συντρέχει περίπτωση αυτοεξαιρέσεώς του και υπέβαλε νομίμως την από 2-4-2013 δήλωσή του προς τούτο, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 679/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε παράλληλα η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο, που θα ορισθεί με επιμέλεια των διαδίκων, ενώπιον του ίδιου πολιτικού τμήματος, στην σύνθεση του οποίου δεν θα μετάσχει πλέον ο ως άνω εξαιρετέος δικαστής.

Ήδη με τις από 25-04-2013 κλήσεις του αναιρεσίβλητου επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι άνω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, για την συζήτηση των οποίων ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (03-02-2014), ακριβές δε αντίγραφο των κλήσεων αυτών με πράξη ορισμού δικασίμου επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. .../19-11-2013, .../18-11-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … και την υπ' αριθ.

…/30-09-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος. Οι τελευταίοι, όμως (αναιρεσείοντες) δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση των άνω υποθέσεων από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την πιο πάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις μη παραστάσεως στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, παράλληλα δε αποδεικνύεται, κατά τα προεκτεθέντα, πληρεξουσιότητά τους προς τους προαναφερόμενους δικηγόρους, η οποία καλύπτει την άσκηση των αιτήσεών τους και την παράστασή τους κατά την συζήτηση αυτών για την αρχική και όποια μεταγενέστερη δικάσιμο μετά από αναβολή, ματαίωση ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

Επομένως, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, παρά την απουσία των αναιρεσειόντων. Με τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ.1, 667, 671 παρ. 1-2, 672 και 673-676 ΚΠολΔ, υπ` αριθ. 592/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 26-02-2008 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Θ.

Π., κατά της υπ` αριθ. 3946/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει, ως προς όλους τους εναγομένους (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες και στις δύο συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις) την από 03-10-2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, στον αναιρεσίβλητο, το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, συνισταμένη σε συμπεριφορά που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμηση, τελεσθείσα διά του τύπου, λόγος για τον οποίο υποχρεώθηκε επί πλέον η πρώτη των εναγομένων εκδοτική εταιρία προς άρση της προσβολής, με την καταχώρηση στην εφημερίδα της περίληψης της αναιρεσιβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης, με το περιεχόμενο που αναφέρεται σ' αυτήν.

Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τους λόγους τους (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται.

Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ.

ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178 της 14/16-7-1981 (ΦΕΚ 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ.

Εξάλλου, από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο η γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα.

Η εικόνα του ανθρώπου ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει, και γι` αυτό η από άλλον αποτύπωση, με φωτογράφηση ή άλλον τρόπο, ή η προβολή αυτής δημοσίως, χωρίς τη συναίνεση του εικονιζόμενου, αποτελεί, καθαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνας, και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητάς του, όπως το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, ή η υπόληψή του.

Αν συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω υπό συνθήκες που μειώνουν την υπόληψή του, όπως όταν συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή συμπεράσματα που είναι αληθή μεν αλλά ελλιπή, και έχουν σχέση με τον εικονιζόμενο, δημιουργούν δε εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα σε βάρος του, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του (εικόνα, τιμή, υπόληψη), και η προσβολή είναι σημαντικότερη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται..........", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται.........".

Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. β` του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, ενώ, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικος, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως απλός συνεργός με ποινή ελαττωμένη κατά το άρ. 83.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση της τελέσεως από αυτόν ορισμένης πράξεως, που στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση αυτής.

Δηλαδή, ο δόλος του απλού συνεργού περιλαμβάνει αφενός τη γνώση της τελέσεως από τον αυτουργό ορισμένης αξιοποίνου πράξεως, αφετέρου δε τη θέληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή στην πραγμάτωση αυτής της πράξεως. Έτσι, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο δόλος του απλού συνεργού στην πράξη αυτή συνίσταται στην γνώση του, ότι το έγγραφο το οποίο εκδίδει και υπογράφει, και στο οποίο περιέχονται ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναληθείας τους, τα οποία θίγουν την τιμή και την υπόληψη προσώπου, θα περιέλθει σε τρίτο, ο οποίος, γνωρίζοντας και ο ίδιος την αναλήθεια του περιεχομένου του, θα τα διαδώσει με οποιοδήποτε τρόπο, θέλει δε ή αποδέχεται τη διάδοση αυτή.

Εφόσον δε το πρόσωπο που περιέρχεται το έγγραφο είναι συντάκτης εφημερίδας, ο οποίος, γνωρίζοντας και ο ίδιος την αναλήθεια του περιεχομένου του, αντλεί απ' αυτό στοιχεία τα οποία καταχωρεί στην εφημερίδα που εργάζεται, με συνέπεια να περιέλθει στο ευρύ κοινό το ψευδές περιεχόμενό του, το οποίο θίγει την τιμή και την υπόληψη του προσώπου στο οποίο αναφέρεται, ώστε να στοιχειοθετείται εις βάρος του συντάκτη η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης που τελείται διά του τύπου, πληρούνται οι προϋποθέσεις της απλής συνέργειας του εκδότη του εγγράφου στην πράξη αυτή, ο οποίος θέλει ή αποδέχεται την διάδοση του ψευδούς περιεχομένου του.

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα του τύπου προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όχι δε και αν η παραβίαση αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 592/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.

Από το 1976 διαμένει με την οικογένειά του στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλεως Θεσσαλονίκης και δη στο Δήμο Πολίχνης και ασκεί το λειτούργημα του δικηγόρου, στη Θεσσαλονίκη, για τριάντα περίπου χρόνια. Κατά τα έτη 1995-2002 ασχολήθηκε και με τα κοινά της αυτοδιοίκησης. Επικεφαλής παραταξιακού ψηφοδελτίου έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές που έγιναν τον Οκτώβριο των ετών 1994, 1998 και 2002.

Στις δύο πρώτες εκλογές (1994 και 1998) εξελέγη Δήμαρχος του Δήμου Πολίχνης Νομού Θεσσαλονίκης. Διετέλεσε δήμαρχος στον άνω Δήμο δύο τετραετίες, ήτοι από 1-1-1995 έως 31-12-1998 και από 1-1-1999 έως 31-12-2002. Κατά την άνω οκταετία ο τέταρτος των εναγομένων Δ. Λ. (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) ήταν δημοτικός σύμβουλος στον άνω Δήμο και είχε εκλεγεί με το παραταξιακό ψηφοδέλτιο του ενάγοντος.

Ο ανωτέρω (Λ.) διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας στο Δήμο Πολίχνης από 1-1-1995 έως και 31-12-1998 και αντιδήμαρχος από 1-1-1996 έως και 31-12-1999. Με την πρώτη ιδιότητά του γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως όλα όσα αφορούσαν την κατανομή των κονδυλίων για τα σχολεία του Δήμου. Κατά το 2000 ο ενάγων απέπεμψε από την παράταξή του τον άνω εναγόμενο (Λ.), διότι ο τελευταίος δημιούργησε, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του αντιδημάρχου, προβλήματα που είχαν σχέση με οικονομικές ατασθαλίες και εξέθεταν το Δήμο.

Έτσι, δημιουργήθηκαν μεταξύ αυτών τριβές και αντιπαλότητα που οδήγησαν και στην ανταλλαγή, το Σεπτέμβριο του 2000, εξωδίκων διαμαρτυριών και δηλώσεων. Κατά τις δημοτικές εκλογές, που έγιναν τον Οκτώβριο του 2002, έλαβαν μέρος, ως υποψήφιοι Δήμαρχοι Πολίχνης, τόσο ο ενάγων ως επικεφαλής παραταξιακού ψηφοδελτίου, όπως και ο άνω 4ος των εναγομένων, επίσης ως επικεφαλής παραταξιακού ψηφοδελτίου.

Στις εκλογές αυτές εξελέγη Δήμαρχος ο Ξ. Μ., που ηγείτο άλλου παραταξιακού ψηφοδελτίου. Επειδή ο ενάγων δεν εξελέγη δήμαρχος κατά τις άνω εκλογές, μετά την συμπλήρωση της δεύτερης τετραετίας (στις 31-12-2002), παρότι ως υποψήφιος δήμαρχος της παρατάξεώς του εξελέγη δημοτικός σύμβουλος, από 1-1-2003 παραιτήθηκε και έκτοτε δεν αναμείχθηκε με τον πιο πάνω Δήμο.

Δεν έπραξε το ίδιο και ο τέταρτος των εναγομένων. Η παράταξη της οποίας ηγείτο ακολούθησε σε ψήφους εκείνη του ενάγοντος και επειδή η παράταξή του εξέλεξε δημοτικούς συμβούλους, την πρώτη Κυριακή (13-1-2002), κατέλαβε, ως υποψήφιος δήμαρχος παραταξιακού ψηφοδελτίου, θέση δημοτικού συμβούλου στο Δήμο Πολίχνης και για τη νέα τετραετία (1-1-2003 έως 31-12-2006).

Μετά τις ανωτέρω εκλογές οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ του ενάγοντος και του 4ου εναγομένου οξύνθηκαν περαιτέρω και κορυφώθηκε η όξυνση αυτή μετά την 22-06-2005, όταν ο ανωτέρω 4ος των εναγομένων καταδικαστηκε από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, για υπαιξέρεση, σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, και στη δίκη αυτή ο ενάγων κατέθεσε, σε βάρος του, ως μάρτυρας κατηγορίας.

Ο εν λόγω εναγόμενος δεν έμεινε αδρανής για τη συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος και θέλησε να τον εκδικηθεί. Όντας δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Πολίχνης, γνωρίζοντας εκ των έσω τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στο Δήμο, από το 1996 έως το 2002, με την κατανομή των οικείων κονδυλίων στα σχολεία του Δήμου, για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών τους, πριν παρέλθει δίμηνο από την άνω καταδίκη του, υπέβαλε στο Δήμαρχο Πολίχνης την με αριθ.

πρωτ. 15579/6-7-2005 αίτησή του, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί βεβαίωση, σκοπίμως με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η αίτηση αυτή, λέξη προς λέξη, έχει ως ακολούθως: "Παρακαλώ να μου χορηγήσετε βεβαίωση αν αποδόθηκαν τα χρήματα των λειτουργικών δαπανών στα σχολεία κατά το έτος 2002, αρ. χρονολογίας 113 09-05-2002, ποσό 94.150,00 ευρώ, αρ.

χρονολογίας 181 09-08-2002 ποσό 94.150,00 ευρώ και το ένταλμα 284 09-12-2002, 09-12-2002, ποσό 143.114,21 ευρώ". Είναι πλέον από βέβαιον ότι είχε πρόσβαση στην οικεία Υπηρεσία του Δήμου, απ' όπου έλαβε τα συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία (αριθμούς ενταλμάτων, ημερομηνίες και ποσά) και γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στα παραπάνω εντάλματα κονδύλια, που είχαν πιστωθεί στο Δήμο από το Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών, έτους 2002, των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων σχολείων της Πολίχνης, είχαν διατεθεί για την κάλυψη των ιδίων αναγκών, αλλά για το έτος 2001.

Σύμφωνα με το άρθρο 50 του Ν. 1566/1985, σε κάθε δήμο λειτουργεί δημοτική επιτροπή παιδείας, στην οποία προεδρεύει ο δήμαρχος ή δημοτικός σύμβουλος που ορίζεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία επιτροπή εισηγείται στο δήμαρχο ή στο δημοτικό συμβούλιο, εκτός των άλλων, θέματα σχετικά με την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, την κατανομή των πιστώσεων για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων, την ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση σχολείων και επίσης η επιτροπή αυτή παρακολουθεί την ανέγερση των σχολικών κτιρίων, την επισκευή και συντήρησή τους, καθώς και το έργο των σχολικών επιτροπών.

Η δημοτική επιτροπή παιδείας συγκροτείται με απόφαση του οικείου δημάρχου, ύστερα από πρόταση των υπηρεσιών, οργανώσεων και φορέων που εκπροσωπούνται σε αυτή και λειτουργεί νόμιμα με όσα μέλη έχουν οριστεί. Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζεται ο τρόπος λειτουργίας της δημοτικής επιτροπής παιδείας, η θητεία των μελών της, η οργάνωση της γραμματείας της και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

Οι εισηγήσεις της δημοτικής επιτροπής παιδείας υποβάλλονται και στο νομαρχιακό επαρχιακό συμβούλιο και μπορούν να κοινοποιούνται και στην νομαρχιακή ή επαρχιακή επιτροπή παιδείας.

Εν προκειμένω, ο ενάγων, για να αντιμετωπίσει οξύ πρόβλημα επισκευής στεγών δύο σχολείων του άνω Δήμου, "παρέκαμψε" ως Δήμαρχος την άνω επιτροπή παιδείας κατά τη σχολική περίοδο 1996-1997 και μέρος των πιστώσεων που είχαν χορηγηθεί για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της Πολίχνης το διέθεσε για την επισκευή των εν λόγω στεγών, παίρνοντας προς τούτο "πολιτική απόφαση" γιατί δεν μπορούσε να περιμένει τον ΟΣΚ (Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων), με συνέπεια από το έτος 1997 και κάθε επόμενο χρόνο, όταν ο Δήμος Πολίχνης ελάμβανε χρήματα από το άνω Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων του Δήμου Πολίχνης, τα χρήματα αυτά τα διέθετε πρώτα για την εξόφληση των δαπανών λειτουργίας των σχολείων του Δήμου του προηγούμενου έτους και ό,τι περίσσευε το διέθετε για το τρέχον έτος.

Για το θέμα αυτό υπήρξαν παράπονα από τις σχολικές επιτροπές και στο Δημοτικό Συμβούλιο Πολίχνης απασχολήθηκαν αρκετές φορές έως το τέλος του 2002 που ήταν δήμαρχος ο ενάγων. Μάλιστα προς το τέλος της δημαρχίας του, το 1ο Γραφείο Περιφερειακής Διεύθυνσης Π/βάθμιας και Δ/βάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Θεσσαλονίκης του κοινοποίησε και το με αριθμό πρωτ. 3025/21-11-2002 έγγραφο, με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι δεν είχαν διατεθεί στα σχολεία οι σχετικές πιστώσεις του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, για τις λειτουργικές ανάγκες του 2002.

Ο τέταρτος των εναγομένων γνώριζε το πρόβλημα αυτό, γιατί, όπως προεκτέθηκε, συμμετείχε για ένα χρονικό διάστημα (1995/1998) και στην Επιτροπή Παιδείας του Δήμου Πολίχνης και μάλιστα ήταν Πρόεδρος αυτής. Κατά το 2002 το Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ενέκρινε για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του Δήμου Πολίχνης το συνολικό ποσό των 425.834,21 ευρώ.

Πιστώθηκαν τα χρήματα αυτά στον άνω Δήμο σε 4 δόσεις και εισπράχθηκαν, η πρώτη εξ 94.390,00 ευρώ στις 24-01-2002, η δεύτερη εξ 94.150,00 ευρώ στις 15-5-2002, η τρίτη εξ 94.150,00 ευρώ στις 09-08-2002 και η τελευταία εξ 143.144,21 ευρώ στις 09-12-2002. Η Επιτροπή Παιδείας του Δήμου Πολίχνης συνήλθε, υπό την προεδρία του ενάγοντος ως Δημάρχου, αρκετές φορές εντός του 2002 και αποφάσισε την κατανομή των χρημάτων στα σχολεία, για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της.

Αποδείχθηκε ότι η πρώτη των ανωτέρω δόσεων, εξ 94.390,00 ευρώ, δόθηκε στις σχολικές επιτροπές των σχολείων της Πολίχνης, προς κάλυψη της Α'δόσης του 2002, ενώ οι λοιπές ανωτέρω εισπραχθείσες δόσεις, δόθηκαν στις σχολικές επιτροπές, εντός του 2002, πάλι προς κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των σχολείων, αλλά προς εξόφληση των δόσεων του προηγούμενου έτους 2001.

Δηλαδή το ανωτέρω συνολικό ποσό 425.834,21 ευρώ, που πιστώθηκε στο Δήμο Πολίχνης για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων για το έτος 2002, δόθηκε στις σχολικές επιτροπές των σχολείων για τις αυτές ανάγκες, πλην όμως το ποσό αυτό κατά ένα μέρος αφορούσε το 2002 και κατά το άλλο, το μεγαλύτερο, το έτος 2001 και συνεπώς δεν μπορούσε σε κάθε καλόπιστο τρίτο, που λάμβανε γνώση των άνω στοιχείων, να δημιουργηθεί υπόνοια ότι "χάθηκαν" λεφτά.

Από 1-1-2003 και εντεύθεν, ο νεοεκλεγείς Δήμαρχος Πολίχνης δεν ακολούθησε τη μεθοδολογία του προηγούμενου Δημάρχου (ενάγοντος) και κάθε έτος κατένειμε τα χρήματα που χορηγούσε το Υπουργείο για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του Δήμου μόνο για τα αντίστοιχα έτη που εισπράττονταν τα σχετικά κονδύλια.

Έτσι, βρέθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2005, ο Δήμος Πολίχνης να οφείλει στις σχολικές επιτροπές των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων σχολείων της περιφέρειάς του, τρεις δόσεις (Β', Γ'και Δ') του έτους 2002. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύθηκε ο 4ος των εναγομένων και ζήτησε από το Δήμαρχο Πολίχνης, με την άνω υπ' αριθ. πρωτ. 15579/6-7-2003 αίτησή του, να του χορηγηθεί βεβαίωση με συγκεκριμένο περιεχόμενο, που να βεβαιώνει δηλαδή αν αποδόθηκαν τα χρήματα των λειτουργικών δαπανών στα σχολεία κατά το έτος 2002.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε την επομένη ημέρα από το Δήμο Πολίχνης το με αριθμό πρωτ. 15579/07-07-2005 έγγραφο, απευθυνόμενο στο Λ. Δ. (4ο εναγόμενο), Δημοτικό Σύμβουλο Πολίχνης, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΘΕΜΑ: Απάντηση σε αίτηση. Σχετ. αριθ. πρωτ. 15579/6-7-2005 αίτησή σας. Σε απάντηση της ανωτέρω σχετικής αίτησής σας, που αφορά παροχή πληροφοριών για την κατανομή των ποσών για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολικών επιτροπών (ΕΣΕ) Πολίχνης για το έτος 2002, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Κατά το έτος 2002 εισπράχθηκαν στο ταμείο του Δήμου για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων τέσσερις (4) τριμηνιαίες δόσεις, όπως προκύπτει παρακάτω:

Αρ. Χρονολογία Βεβ. Ποσό 62 14-02-2002 77 94.390,00 ευρώ 113 15-05-2002 133 94.150,00 ευρώ 181 09-08-2002 213 94.150,00 ευρώ 284 09-12-2002 325 143.144,21 ευρώ Από τις παραπάνω εισπραχθείσες δόσεις έγινε κατανομή στις σχολικές επιτροπές μόνο η πρώτη δόση (αρ.62/14-02-2002) και εκδόθηκε για το σκοπό αυτό το με αρ. 3674/12-12-2002 χρηματικό ένταλμα ποσού 94.390,00 ευρώ. Για τις υπόλοιπες δόσεις δεν έχει γίνει κατανομή και καταβολή στις σχολικές επιτροπές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της οικονομικής μας υπηρεσίας οι υπόλοιπες τρεις δόσεις δεν είχαν καταβληθεί". Το έγγραφο αυτό εξέδωσε και υπέγραψε ο Αντιδήμαρχος Πολίχνης και Αντιδήμαρχος Παιδείας, Α. Ι., δηλαδή ο 5ος των εναγομένων (αναιρεσείων της πρώτης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων) που ήταν πρόεδρος Επιτροπής Παιδείας του Δήμου.

Στο έγγραφο αυτό αποτυπώνεται ό,τι σκοπίμως ζητήθηκε με την αίτηση του 4ου των εναγομένων και όχι η πλήρης αλήθεια, την οποία γνώριζε ο εκδότης και υπογράψας το άνω έγγραφο, ως αντιδήμαρχος Παιδείας (πρόεδρος επιτροπής παιδείας). Η πλήρης αλήθεια ήταν ότι όλα τα χρήματα από τις εισπραχθείσες ανωτέρω τέσσερις δόσεις είχαν κατανεμηθεί για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του Δήμου Πολίχνης, κατά ένα μέρος προς εξόφληση των Α, Β, Γ και Δ δόσεων του έτους 2001 και κατά το άλλο μέρος για την Α'δόση του έτους 2002, γεγονότα άλλωστε που γνώριζε και ο 4ος των εναγομένων ως δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Πολίχνης, αλλά ο τελευταίος ήθελε να αποτυπωθεί στο άνω αιτηθέν έγγραφο ό,τι θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του, και όχι μόνο τους δικούς του.

Αμφότεροι οι ανωτέρω εναγόμενοι (4ος και 5ος) επρόκειτο να λάβουν μέρος στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές του 2006, καθένας με διαφορετική παράταξη, ο 4ος απ' αυτούς ως επικεφαλής της "ΕΝΩΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΠΟΛΙΧΝΗΣ", και σκόπευαν, με την ανωτέρω μεθόδευση απόκρυψης της πλήρους αλήθειας για τα οικονομικά των λειτουργικών αναγκών των σχολείων του Δήμου, να πλήξουν την πολιτική οντότητα του πρώην δημάρχου Πολίχνης (ενάγοντος) που και αυτός θα ελάμβανε μέρος στις επερχόμενες εκλογές του 2006, ως επικεφαλής άλλου παραταξιακού ψηφοδελτίου, όπως και έπραξε.

Στις εκλογές αυτές ο ενάγων δεν εξελέγη, τελικώς, δήμαρχος Πολίχνης. Στις 20-09-2005, ημέρα Τρίτη, ο ενάγων, ενόσω βρισκόταν στο δικηγορικό του γραφείο, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον 3ο των εναγομένων (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ο οποίος, αφού του δήλωσε ότι είναι δημοσιογράφος στην Αυριανή Μακεδονίας Θράκης, του είπε ότι υπάρχει ένα πρόβλημα σχετικά με κάποια κονδύλια που είχε εισπράξει ο Δήμος Πολίχνης, όταν ήταν Δήμαρχος, για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων και δόθηκαν στις σχολικές επιτροπές.

Ο ενάγων του απάντησε ότι αυτή είναι μια υπόθεση που ξεκίνησε από το 1996-97, γιατί δόθηκαν κάποια απ' αυτά τα χρήματα για επισκευές των σχολείων και όταν τον ξαναρώτησε για συγκεκριμένα ποσά του έτους 2002, ο ενάγων παρακάλεσε αυτόν να του τηλεφωνήσει την Πέμπτη, για να συμβουλευτεί το αρχείο του, πράγμα που εκείνος δέχθηκε χωρίς καμία επιφύλαξη.

Όμως, η τηλεφωνική αυτή επικοινωνία δεν έγινε ποτέ, με ευθύνη του 3ου των εναγομένων. Ο τελευταίος, αντί να αναμείνει δύο ημέρες, όπως είχε υποσχεθεί, για να διασταυρώσει τα στοιχεία του με εκείνα που θα του έδινε ο ενάγων, πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε δημοσίευση, πράγμα που επέβαλαν οι γενικοί κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας, έχοντας στα χέρια του το άνω με αριθμό πρωτ. 15579/6-7-2005 έγγραφο του Δήμου Πολίχνης, που είχε χορηγηθεί στον 4ο των εναγομένων, ύστερα από αίτησή του, έγγραφο που το διοχέτευσε ο τελευταίος, αφού αυτός ήταν κύριος, κάτοχος και δικαιούχος αυτού του εγγράφου και αυτός επεδίωκε πρωτίστως, για λόγους εκδίκησης αλλά και για πολιτικούς λόγους, κατά τα προαναφερόμενα, να πλήξει τον ενάγοντα, έκανε (ο 3ος των εναγομένων δημοσιογράφος) χρήση αυτού, για να δημοσιεύσει με ευμεγέθη γράμματα και αριθμούς, την Τετάρτη, στις 21-09-2005, στο φύλλο 4943 της πρωϊνής καθημερινής εφημερίδας "Αυριανή Μακεδονίας Θράκης", η οποία εκδίδετα στη Θεσσαλονίκη, τα ακόλουθα: "ΠΟΛΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ. "ΧΑΘΗΚΑΝ" 330.000 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΧΝΗΣ.

Η νομαρχία, επί Παπαδόπουλου, σιώπησε για το συγκεκριμένο θέμα".....Επίσης, δίπλα στις 2η και 3η σειρές, μετά το τέλος αυτών, υπάρχει και έγχρωμη φωτογραφία του ενάγοντος, που απεικονίζει μόνο το πρόσωπό του, με την κάτω απ' αυτήν λεζάντα "Ο πρώην δήμαρχος Πολίχνης Θ. Π.. Στην 4η σελίδα ολοκληρώνεται το εν λόγω δημοσίευμα του τρίτου εναγομένου Σ.

Α., στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ. "Χάθηκαν" 330.000 ευρώ για τα σχολεία της Πολίχνης. Μία τουλάχιστον περίεργη ιστορία απασχολεί τα τελευταία χρόνια το Δήμο Πολίχνης και μάλιστα δεν αποκλείεται να φτάσει στα Ελληνικά Δικαστήρια ώστε να φωτιστούν όλες οι πτυχές του θέματος.

Το θέμα αφορά την προηγούμενη διοίκηση του Δήμου Πολίχνης, η οποία εισέπραξε χρήματα προκειμένου να καλύψει λειτουργικές ανάγκες των σχολείων πλην όμως αυτή δεν το έπραξε. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από έγγραφο του Δήμου Πολίχνης στο ταμείο "μπήκαν" 4 τριμηνιαίες δόσεις για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των σχολείων.

Η είσπραξή τους έγινε στις α) 14-2-2002 ποσό 94.390 ευρώ, β) στις 15-5-2002 ποσό 94.150 ευρώ, γ) στις 9-8-2002 ποσό 94.150 ευρώ, δ) στις 9-12-2002 ποσό 143.144,21 ευρώ. Όπως αναφέρεται στο έγγραφο του δήμου από τις παραπάνω δόσεις μονάχα η πρώτη έφτασε στον προορισμό της, δηλαδή στις σχολικές επιτροπές. Να σημειωθεί πως όταν η διοίκηση του δήμου διαδέχτηκε τον Θ.

Π. ο σημερινός δήμαρχος Πολίχνης Μ. Ξ. παρέλαβε ταμειακό υπόλοιπο 88.660,22 ευρώ. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι πού διατέθηκε ποσό 331.444,21 ευρώ που αντιστοιχεί στις εισπραχθείσες δόσεις β, γ, δ. Είναι χαρακτηριστικό πως στην υπόθεση εμπλέκεται χωρίς να έχει τυπική ευθύνη και το 1ο γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Προφανώς έφτασαν στα αυτιά τους ότι τα χρήματα δεν έφτασαν στον προορισμό τους και μετά από έρευνα διαπίστωσαν ότι δεν διατέθηκε ούτε ένα ευρώ στα σχολεία. Τις πληροφορίες επιβεβαιώνουν δύο διευθυντές σχολείων αλλά και μέλη της Δημοτικής Επιτροπής Παιδείας του Δήμου Πολίχνης στη οποία πρόεδρος ήταν ο ίδιος ο Δήμαρχος, δηλαδή ο κ.

Π. Το έγγραφο αυτό στάλθηκε προς τον τότε Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας αλλά και στον τότε Νομάρχη Κ. Π.. Όμως παρά το γεγονός ότι η μεταφορά των πόρων ήταν παράνομη, δεν υπήρξε αντίστοιχος έλεγχος. Τα στοιχεία αυτά πάντως δεν θα αργήσουν να φτάσουν στην δικαιοσύνη όπως αναφέρουν οι πληροφορίες της Α.-Μ.Θ.

Ερωτηθείς για το θέμα ο πρώην Δήμαρχος Θ. Π. ανέφερε ότι δεν θυμάται τι ακριβώς είχε γίνει και πως θα έπρεπε να συμβουλευτεί το αρχείο του. Περιμένουμε λοιπόν να πράξει. Από την πλευρά του ο νυν Δήμαρχος Μ. Π. (αντί του ορθού Ξ.), επισήμανε ότι η συγκεκριμένη πρακτική ήταν πάγια για την προηγούμενη διοίκηση. "Αποτέλεσμα να μείνουν πίσω όλα τα σχολεία μας και τώρα να προσπαθούμε να αλλάξουμε την τραγική εικόνα" τονίζει ο κ.

Ξ.". Το άνω δημοσίευμα της 4ης σελίδας καταλαμβάνει το 1/5 περίπου αυτής, σε δύο στήλες, εκατέρωθεν της ίδιας με την πρώτη σελίδα φωτογραφίας του ενάγοντος και με την ίδια λεζάντα. Στις 22-09-2005, υπήρξε συνέχεια στο θέμα αυτό και πάλι με πρωτοσέλιδο. Στο φύλλο 4944 της ίδιας ανωτέρω εφημερίδας δημοσιεύθηκαν τα ακόλουθα: "ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΛΗΘΟΥΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΧΝΗΣ.

ΟΥΤΕ Ο ΔΗΜΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΤΑ 330 ΧΙΛ. ΕΥΡΩ. Η υπόθεση προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στους κατοίκους της περιοχής".... Επίσης, δίπλα στις 4η, 5η και 6η σειρές, μετά το τέλος αυτών, υπάρχει πλαίσιο κίτρινου χρώματος, εντός του οποίου φέρεται φωτοτυπημένο κατά ένα μέρος έγγραφο του Δήμου Πολίχνης, με σφραγίδα και υπογραφή του Δημάρχου, με το εξής περιεχόμενο: "2) Αδυνατούμε να απαντήσουμε αν πιστώσεις για τις λειτουργικές δαπάνες σχολείων χρησιμοποιήθηκαν για άλλη χρήση, δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες ταμιακές κατηγορίας ΤΑΚΤΙΚΑ, ΕΚΤΑΚΤΑ, ΑΝΕΙΔΙΚΕΥΤΑ ΚΑΙ ΕΚΤΑΚΤΑ ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΑ, από τις οποίες ένας Δήμος χρηματοδοτεί τις δαπάνες του"....

Το εν λόγω πρωτοσέλιδο δημοσίευμα παραπέμπει τους αναγνώστες στην 3η σελίδα της εφημερίδας, όπου είναι καταχωρημένα τα ακόλουθα: "ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΛΗΘΟΥΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΧΝΗΣ. Ούτε ο δήμος γνωρίζει "που πήγαν" τα 330.000 ευρώ. Ούτε ο Δήμος Πολίχνης γνωρίζει που διοχετεύθηκαν τα 330.000 ευρώ, τα οποία εισπράχθηκαν προκειμένου να καταβληθούν στις σχολικές επιτροπές για τις λειτουργικές ανάγκες σχολείων της περιοχής.... (ακολούθως εκτίθεται στην απόφαση το περιεχόμενο του εγγράφου του Δήμου Πολίχνης με αναφορά ότι δεν μπορούν να διαπιστώσουν που χρησιμοποιήθηκε το ποσό των 330.000 ευρώ).....Τα ανωτέρω κρίνονται όχι ως τυχαία γεγονότα, αλλά ως γεγονότα σε εκτέλεση συγκεκριμένου σχεδίου του 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων, που αποσκοπούσαν στο να αποδοθεί στον ενάγοντα οικονομικό σκάνδαλο.

Όπως προεκτέθηκε, το πρώτο με πηχιαίους τίτλους δημοσίευμα συνοδευόταν και με την φωτογραφία του προσώπου του ενάγοντος, χωρίς τη συναίνεση αυτού. Όταν δημοσιεύθηκε η ανωτέρω φωτογραφία, ο ενάγων δεν μετείχε στα κοινά. Ο ισχυρισμός των τριών πρώτων εναγομένων, ότι η φωτογραφία του ενάγοντος υπήρχε στο αρχείο της εφημερίδας, αφότου εκείνος ήταν δήμαρχος και τον είχε "υποστηρίξει" και ότι την ανέσυραν από το αρχείο και την δημοσίευσαν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Κανένα παλαιότερο φύλλο της Αυριανής δεν προσκόμισαν οι ανωτέρω για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτό, ότι δηλαδή υπήρχε στο αρχείο της άνω εφημερίδας η συγκεκριμένη και όχι άλλη φωτογραφία. Αλλά και αυτό να συνέβαινε, δεν δικαιούταν ο τρίτος των εναγομένων να αναδημοσιεύσει οποτεδήποτε την φωτογραφία αυτού χωρίς τη συναίνεσή του και εν προκειμένω με σκοπό το διασυρμό του, αφού συνόδευε πρωτοσέλιδο με πηχυαίους τίτλο κείμενο (ΠΟΛΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ, ΧΑΘΗΚΑΝ 330.000 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΧΝΗΣ), το οποίο αυτομάτως και συνειρμικώς δημιουργούσε την εντύπωση στους αναγνώστες της εφημερίδας ότι το εικονιζόμενο πρόσωπο εμπλεκόταν σε οικονομικές ατασθαλίες και μάλιστα σε χρόνο που το εικονιζόμενο πρόσωπο (ενάγων) δεν ήταν δημόσιο πρόσωπο που ασχολείται με τα κοινά, ήτοι δεν ήταν δήμαρχος Πολίχνης, ούτε δημοτικός σύμβουλος, ώστε οι ενέργειες και παραλείψεις του να παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Συνακόλουθα των ανωτέρω, το υγιές δημοσιογραφικό καθήκον δεν επέβαλε για την πληρότητα του σχετικού δημοσιεύματος να δημοσιευθεί ευκρινώς η εικόνα του προσώπου του ενάγοντος. Η δημοσίευση της φωτογραφίας αυτής δεν ήταν αναγκαία και πρόσφορη για την ικανοποίηση του σχετικού ενδιαφέροντος για ενημέρωση, ούτε και δικαιολογούνταν, διότι το ενδιαφέρον που εν προκειμένω είχε σκοπό να ικανοποιηθεί δεν υπερτερούσε σαφώς της επέμβασης στην προσωπικότητα του ενάγοντος διά της έκθεσης της φωτογραφίας του στο πρωτοσέλιδο.

Τα ανωτέρω δύο δημοσιεύματα περιήλθαν σε γνώση όλων των αναγνωστών της εν λόγω εφημερίδας, δηλαδή σε απεριόριστο αριθμό φυσικών προσώπων, στα οποία συγκαταλέγονται και οι δημότες του Δήμου Πολίχνης, συγγενείς, φίλοι και γνωστοί του ενάγοντος. Μετά τα ανωτέρω δημοσιεύματα, η μάρτυρας αποδείξεως, δικηγόρος, δέχθηκε στο γραφείο της, όπου συστεγάζεται με τον ενάγοντα, πλήθος τηλεφωνημάτων από συναδέλφους της, πελάτες, φίλους και γνωστούς της, οι οποίοι ρωτούσαν αν είναι αληθή τα όσα διάβαζαν στην Αυριανή Μακεδονίας Θράκης ή έβλεπαν στις πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Πολλοί "Πολιχνιώτες", λόγω των φημών που δημιουργήθηκαν από τα άνω δημοσιεύματα, της έλεγαν "προτιμούμαι να έρθουμε σε σένα, να χειριστείς εσύ (τις υποθέσεις μας) παρά τον κύριο Παπαδόπουλο". Άλλωστε, στην ίδια εφημερίδα, στο δημοσίευμα της δεύτερης ημέρας, γίνεται μεταφορά ρεπορτάζ, στο οποίο αναφέρεται, όπως προεκτέθηκε, ότι "Η υπόθεση που αποκλειστικά έφερε στο φως της δημοσιότητας η Α.-Μ.Θ προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση και όχι μόνο" και με τη φράση αυτή περιγράφεται ανάγλυφα η ιδιαίτερη αίσθηση που προκάλεσε το πρώτο δημοσίευμα σε βάρος του ενάγοντος, πρώην Δημάρχου Πολίχνης, που για να μην αφεθεί στους αναγνώστες καμία αμφιβολία για το πρόσωπό του, ο 3ος των εναγομένων δημοσίευσε και την φωτογραφία του.

Ο ενάγων, μετά τα ανωτέρω δημοσιεύματα προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: α)Στις 22-09-2005, ώρα 18.30', δηλαδή το απόγευμα της δεύτερης ημέρας που ήρθε στο φως της δημοσιότητας και το δεύτερο δημοσίευμα, κοινοποίησε στους 2ο και 3ο των εναγομένων (εκδότη της Αυριανής Μ-Θ και στο συντάκτη του δημοσιεύματος, αντίστοιχα), την υπό ιδία ημερομηνία (22-09-2005) "Καταγγελία-Εξώδικη Διαμαρτυρία-Πρόσκληση", με το εξής περιεχόμενο: " Όπως σας είναι γνωστό, ο πρώτος των καθών μου τηλεφώνησε την Τρίτη 20-09-2005, ζήτησε κάποια στοιχεία για τα οποία συμφωνήσαμε να συναντηθούμε τη Πέμπτη 22-09-2005 για να του τα δώσω αφού συμβουλευτώ το αρχείο μου.

Όμως παραδόξως, εντελώς παράνομα και καταχρηστικά, δημοσίευσε την Τετάρτη 21-9-2005, ψευδή και αναληθή στοιχεία, στηριζόμενος προφανώς σε ανεύθυνες και ανυπόληπτες πηγές χωρίς να περιμένετε τη συνάντησή μας. Τις λεπτομέρειες για τις αναλήθειες και τις συκοφαντίες σας θα τις πληροφορηθείτε από τη μήνυση και την αγωγή αποζημιώσεως που καταθέτω πάραυτα.

Με την παρούσα θέλω απλά να σας ενημερώσω, παρότι το γνωρίζετε, ότι κατά το έτος 2002 εισπράχθηκαν από το αρμόδιο υπουργείο για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων 430.870,44 ευρώ και διατέθηκαν στις σχολικές επιτροπές 431.870,44 ευρώ, όπως προκύπτει από έγγραφο του Δήμου, το οποίο ο πληροφοριοδότης σας παρέλαβε από το Δήμο και η ύπαρξη αυτού πιστεύω ήταν η αιτία που δεν περιμένατε τη συνάντησή μας.

Επειδή συνεχίζετε να ψευδολογείτε και να με συκοφαντείτε διαδίδοντας εν γνώσει σας ψευδή γεγονότα με σκοπό να προσβάλλετε την τιμή και την υπόληψή μου, το επαγγελματικό μου κύρος και τη δημόσια και ιδιωτική εικόνα μου. Επειδή ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΙ για την απαράδεκτη, παράνομη και αντίθετη στη δημοσιογραφική δεοντολογία στάση σας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Σας ΚΑΛΩ να πληροφορήσετε το κοινό σας για το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που κατέχετε δημοσιεύοντας στην ίδια σελίδα την παρούσα....". Η εξώδικη αυτή δήλωση, που επιδόθηκε στους καθών απευθύνεται, δημοσιεύθηκε μετά 2 ημέρες, ήτοι το Σάββατο της 24-09-2005 (όταν ήδη είχε κατατεθεί και η μήνυση), σε εσωτερική σελίδα της άνω εφημερίδας....

β) Κατέθεσε έγκληση, στις 23-09-2005, στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, κατά των 2ου, 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων, με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των ανωτέρω και δη για συκοφαντική δυσφήμιση διά του τύπου σε βάρος των 2ου και 3ου των εναγομένων, για ηθική αυτουργία σε βάρος του 4ου εναγομένου και για ψευδή βεβαίωση του 5ου εναγομένου.

Με την υπ' αριθ. 5835/2006 απόφαση του Β'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν ένοχοι οι 2ος και 3ος των εναγομένων και αθώοι οι λοιποί.... ενώ με την υπ' αριθ. 3852/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκαν αθώοι και οι 2ος (δεύτερος αναιρεσείων) και 3ος των εναγομένων.... γ) Στις 13-10-2005 κατέθεσε στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των εναγομένων, την υπό κρίση αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Οι τρεις πρώτοι των εναγομένων (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΠΕ ως ιδιοκτήτρια της Αυριανής Μακεδονίας Θράκης, Γ. Τ., ως διευθυντής και εκδότης της άνω εφημερίδας και Σ. Α. ως δημοσιογράφος και συντάκτης των επίδικων δημοσιευμάτων) ομολογούν, τόσον με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 28-11-2007 κατατεθείσες προτάσεις τους, όσο και με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) υποβληθείσες προτάσεις τους, ότι "....

στην εφημερίδα μας περιήλθαν πληροφορίες, ότι ενώ ο Δήμος Πολίχνης Θεσσαλονίκης είχε εισπράξει κατά το έτος 2002 από το Υπουργείο Παιδείας 425.000 ευρώ, για να τις διαθέσει στα σχολεία του Δήμου για την κάλυψη των τρεχουσών λειτουργικών αναγκών αυτών (εντός του έτους), η Δημοτική Αρχή με το μεγαλύτερο μέρος εξ αυτών προέβη σε καταβολές για την κάλυψη καθυστερούμενων οφειλών της προς τις σχολικές επιτροπές για τα λειτουργικά έξοδα του 2001, ότι μάλιστα είχε διαμορφωθεί επί σειρά ετών (περίπου από το 1996-1997, όταν και δαπανήθηκε μέρος των κονδυλίων για τα λειτουργικά έξοδα των σχολείων για την κάλυψη αναγκών για την σχολική στέγη) μία πρακτική, σύμφωνα με την οποία η Δημοτική Αρχή, για να καλύπτει το ούτω διαμορφωθέν πρόβλημα, διένειμε προς τις σχολικές επιτροπές του Δήμου για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των σχολείων του προηγουμένου έτους μέρος από τα χρήματα, που ελάμβανε για το εκάστοτε κάθε φορά τρέχον έτος (δηλαδή με τα χρήματα του 1997 καλύφθηκαν οι λειτουργικές δαπάνες του 1996, με αυτά του 1998 αυτές του 1997 κ.ο.κ.) και ειδικότερα, ότι από τα 425.000 ευρώ, που περίπου έλαβε ο Δήμος Πολίχνης εντός του έτους 2002 για την κάλυψη των τρεχουσών λειτουργικών δαπανών των σχολείων του, διανεμήθησαν (εντός του 2002) στις σχολικές επιτροπές χρήματα για την κάλυψη των ήδη οφειλόμενων λειτουργικών δαπανών αυτών του έτους 2001, ενώ για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών αυτών του έτους 2002 εδόθη μόνο το ποσόν των 94.390 ευρώ και μάλιστα, ότι η καταβολή αυτή έγινε με χρηματικό ένταλμα στις 12-12-2002 και η καταβολή αυτή αντιστοιχούσε στην α'δόση, που εισέπραξε ο Δήμος από τα κονδύλια του Υπουργείου για το 2002.

Πλην όμως, επελθούσης μεταβολής στη Διοίκηση του Δήμου από 01-01-2003, ο νέος Δήμαρχος δεν θέλησε, πλέον, να συνεχίσει την προαναφερθείσα τακτική της καλύψεως οφειλών προηγουμένων χρήσεων με χρήματα από τις επόμενες, καθόσον κατά την άποψή της - και κατά την κρατούσα άποψη - μία τοιαύτη μεταφορά από έναν κωδικό του ισολογισμού σε άλλον δεν είναι σύμφωνη με τον Κώδικα Δημόσιου Λογιστικού, δηλονότι διένειμε, όσα χρήματα έλαβε ο Δήμος για το εν λόγω θέμα εντός του 2003, για την κάλυψη των αναγκών των σχολείων του διαχειριστικού και ημερολογιακού έτους 2003 και εφεξής πάντα κατένειμε τα χρήματα για τις ανάγκες του τρέχοντος έτους, καθ' ο ταύτα εχορηγούντο από το Υπουργείο Παιδείας, με αποτέλεσμα, να μην προκύπτει έκτοτε ουδέποτε ταμειακή καταβολή των υπολοίπων περίπου 330.000 ευρώ, που έλαβε ο Δήμος Πολίχνης από το Υπουργείο Παιδείας για κάλυψη των αναγκών των σχολικών επιτροπών για το έτος 2002, εκ του συνολικού κονδυλίου των 425.000 ευρώ", δηλαδή ομολογούν όσα πραγματικά περιστατικά ανωτέρω αποδείχθηκαν διά των λοιπών προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων.

Αν τα περιστατικά αυτά, που ομολογούν και είναι όντως αληθινά, μεταφέρονταν και στα συγκεκριμένα δημοσιεύματα, χωρίς τους προαναφερθέντες συγκεκριμένους ψευδείς πρωτοσέλιδους πηχυαίους τίτλους (χάθηκαν 330.000 ευρώ για τα σχολεία της Πολίχνης, ούτε ο Δήμος γνωρίζει που πήγαν τα 330.000 ευρώ) και την φωτογραφία του ενάγοντος, είναι προφανές ότι δεν θα δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα στον ενάγοντα.

Οπότε τίθεται το ερώτημα, γιατί ο μαύρος φόντος, τα ευμεγέθη γράμματα και αριθμοί, η φωτογραφία του προσώπου του πρώην Δημάρχου Πολίχνης (ενάγοντος). Με βάση όσα ανωτέρω εκτενώς εκτίθενται, ερευνομένης από ουσιαστική άποψη και της ορισμένης και παρεπόμενα νόμιμης ένστασης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, που παραδεκτά πρόβαλαν οι τρεις πρώτοι των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, από τα οποία προκύπτει και η απάντηση στο προαναφερθέν ερώτημα.

Όσον αφορά το πρώτο δημοσίευμα της 21-09-2005, οι 3ος, 4ος και 5ος των εναγομένων με τις προαναφερθείσες συγκλίνουσες διαδοχικώς επί μέρους ενσυνείδητες και ηθελημένες πράξεις του καθενός, στις οποίες υπάρχει εσωτερικός και ουσιαστικός σύνδεσμος, διέδωσαν, μέσω της καθημερινής εφημερίδας "Αυριανή Μακεδονίας Θράκης", ψευδή γεγονότα (στην έννοια αυτών υπάγονται και οι κρίσεις και εκτιμήσεις) σε βάρος του ενάγοντος, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, όπως και έγινε.

Συγκεκριμένα, ο τέταρτος των εναγομένων (Δ. Λ.-δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) με σκοπό αφενός να εκδικηθεί τον ενάγοντα για την κατάθεσή του, στις 22-6-2005, σε βάρος του, ως μάρτυρας κατηγορίας, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, από το οποίο καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών για υπεξαίρεση, και αφετέρου να τον πλήξει και αποδυναμώσει πολιτικά, ενόψει των επικείμενων δημοτικών εκλογών του 2006, κατέθεσε στο Δήμαρχο Πολύχνης την με αριθμό πρωτ. 15579/6-7-2006 αίτησή του, με την οποία σκοπίμως ζήτησε ελλιπή βεβαίωση γεγονότων όσον αφορά την διάθεση των 425.834,21 ευρώ, που είχαν πιστωθεί στο Δήμο Πολίχνης για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων του άνω Δήμου, για το έτος 2002, ώστε να φαίνεται ότι από το εν λόγω ποσό διατέθηκαν για τις εν λόγω ανάγκες μόνο 94.390,00 ευρώ και το άλλο ποσό να αφήνεται να εννοηθεί ότι δεν διατέθηκε για τα σχολεία της Πολίχνης, ενώ το αληθές ήταν ότι ολόκληρο το παραπάνω ποσό των 425.843,21 ευρώ είχε διατεθεί για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της Πολίχνης και δη κατά ένα μέρος (94.390,00 ευρώ) για τις άνω ανάγκες του σχολικού έτους 2002 και κατά το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος για τις αυτές ανάγκες των σχολείων του έτους 2001.

Ο 5ος των εναγομένων Ι. Α. (ήδη αναιρεσείων) με σκοπό αφενός να συνδράμει τον 4ο των εναγομένων στο προαναφερθέν εκδικητικό σχέδιο του τελευταίου και αφετέρου να πλήξει και αποδυναμώσει πολιτικά τον ενάγοντα, γιατί και ο ίδιος επρόκειτο να λάβει μέρος (όπως και έλαβε) στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές του 2006 με άλλο παραταξιακό ψηφοδέλτιο, αυτό του οποίου επικεφαλής ήταν ο εκλεγείς δήμαρχος Μ.

Ξ., εξέδωσε και χορήγησε στον 4ο των εναγομένων το με αριθμό πρωτ. 15579/07-07-2005 έγγραφο, με το οποίο, αφού αυτός "συντάχθηκε" με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης αίτησης του 4ου των εναγομένων, βεβαίωσε ότι κατά το έτος 2002 εισπράχθηκαν στο ταμείο του Δήμου για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων τέσσερις (4) τριμηνιαίες δόσεις, εκ 94.390,00 ευρώ, 94.150,00 ευρώ, 94.150,00 ευρώ και 143.144,21 ευρώ και ότι από τις παραπάνω δόσεις έγινε κατανομή στις σχολικές επιτροπές μόνο της πρώτης δόσης, ενώ στη συνέχεια βεβαίωσε ψευδώς ότι για τις υπόλοιπες δόσεις δεν έχει γίνει κατανομή και καταβολή στις σχολικές επιτροπές, ενώ γνώριζε ως πρόεδρος της επιτροπής παιδείας του άνω Δήμου, ότι όλες οι παραπάνω δόσεις είχαν διατεθεί για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της Πολίχνης και δη η πρώτη τούτων για το έτος 2002 και οι υπόλοιπες για το έτος 2001, δηλαδή ο ανωτέρω εναγόμενος απέκρυψε υπαιτίως ολόκληρη την αλήθεια για το ανωτέρω ποσό των 425.834,21 ευρώ.

Ο 3ος των εναγομένων, αφού άντλησε στοιχεία από το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, που του έδωσε ο τέταρτος των εναγομένων, προέβη στη συνέχεια στη δημοσίευση του προαναφερθέντος πρωτοσέλιδου με πηχυαία γράμματα και αριθμούς δημοσιεύματος (ΠΟΛΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ. "ΧΑΘΗΚΑΝ" 330.000 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΧΝΗΣ), το οποίο ήταν αναληθές, διότι καθόλου δεν υπήρχαν, κατά την ημέρα εκείνη της δημοσίευσης (21-9-2005), ερωτηματικά για την πρώην διοίκηση του Δήμου για το που είχαν δοθεί τα 330.000,00 ευρώ το έτος 2002.

Μάλιστα κλείνοντας την λέξη χάθηκαν εντός εισαγωγικών δεν άφηνε παρανόηση στους αναγνώστες της εφημερίδας ότι η λέξη αυτή χρησιμοποιείτο με την κυριολεκτική έννοιά της. Το αληθές ήταν, και το οποίο γνώριζε, ότι η πρώην διοίκηση του Δήμου Πολίχνης το άνω ποσό (330.000,00 ευρώ) είχε διαθέσει εντός του έτους 2002, που το εισέπραξε από το Δημόσιο, για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της Πολίχνης, προς κάλυψη όμως δόσεων του 2001.

Επομένως, ο ανωτέρω 3ος των εναγομένων με την ανωτέρω άδικη πράξη του, που έγινε παράνομα και υπαίτια, μείωσε, με τη διάδοση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, εν γνώσει της αναληθείας αυτών, μέσω του τύπου, την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος και πρόσβαλε την προσωπικότητα αυτού, στο ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό, επαγγελματικό και πολιτικό πεδίο.

Προσέτι, ο τρίτος των εναγομένων προσέβαλε, με μόνη την έκθεση της έγχρωμης φωτογραφίας του προσώπου του ενάγοντος, δίπλα στο πρωτοσέλιδο αναληθές ως άνω δημοσίευμα, την έκφανση της προσωπικότητας του ενάγοντος στην εικόνα του προσώπου του. Ο εν λόγω εναγόμενος (3ος) ευθύνεται για την παράνομη και υπαίτια ανωτέρω άδικη πράξη εις βάρος του ενάγοντος, ως προστηθείς υπάλληλος (δημοσιογράφος) στις υπηρεσίες έκδοσης της εφημερίδας "Αυριανή Μακεδονίας Θράκης", εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ιδιοκτήτριας της εφημερίδας αυτής και εργοδότριάς του.

Οι 4ος και 5ος των εναγομένων ευθύνονται, με τις προαναφερθείσες συγκλίνουσες διαδοχικώς παράνομες και υπαίτιες πράξεις τους, ως συμμέτοχοι στην άνω συκοφαντική διά του τύπου δυσφήμηση του ενάγοντος. Οι πράξεις καθενός απ' αυτούς, που προηγήθηκαν της συκοφαντικής διά του τύπου δυσφήμησης, ήταν απολύτως αναγκαίες για τη διάπραξη του άνω αδικήματος, αφού χωρίς την υποβολή αίτησης εκ μέρους του 4ου εναγομένου για τη χορήγηση εκ μέρους του 5ου εναγομένου (αναιρεσείοντος) της βεβαίωσης που απετέλεσε τον πυρήνα του επίμαχου ψευδούς δημοσιεύματος, ενόψει και των προαναφερθέντων σκοπών που επιδιώκονταν από τους τελευταίους, δεν θα ελάμβανε χώρα το εν λόγω ψευδές δημοσίευμα.

Για το ανωτέρω ψευδές δημοσίευμα, αλλά και την έκθεση της φωτογραφίας του ενάγοντος, πράξεις από τις οποίες προσβλήθηκε ο ενάγων στις προαναφερθείσες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του, ευθύνεται και ο 2ος των εναγομένων (ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων στην δεύτερη των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων), διότι, ως εκδότης και διευθυντής της ανωτέρω εφημερίδας "Αυριανή Μακεδονίας Θράκης", εκ μέρους της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων), ιδιοκτήτριας της εφημερίδας αυτής και εκδότριάς του, παράνομα και υπαίτια δεν απέτρεψε τη δημοσίευση των ανωτέρω, παρότι γνώριζε την αναλήθεια του άνω δημοσιεύματος (βλ.

ομολογία του με τις προτάσεις) και ότι η έκθεση της φωτογραφίας του ενάγοντος, δίπλα στο πρωτοσέλιδο δημοσίευμα, δεν δικαιολογείται εν προκειμένω για την πληρότητα του σχετικού δημοσιεύματος και δεν ήταν αναγκαία και πρόσφορη για την ικανοποίηση του σχετικού ενδιαφέροντος του κοινού για ενημέρωση όσον αφορά το σχετικό δημοσιευθέν θέμα.

Η 1η των εναγομένων (πρώτη αναιρεσείουσα στην ίδια ως άνω αναίρεση) ευθύνεται εν προκειμένω αντικειμενικά, ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας "Αυριανή Μακεδονίας Θράκης", στην οποία δημοσιεύθηκε στις 21-09-2005, στο φύλλο 4943, το άνω ψευδές δημοσίευμα και η φωτογραφία του ενάγοντος. Το δεύτερο δημοσίευμα της 22-09-2005, αποτελεί συνέχεια του πρώτου (της 21-09-2005) και συνδέεται αναπόσπαστα μ' αυτό (όμοιες είναι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς την ευθύνη των 1ης, 2ου και 3ου των εναγομένων για το δεύτερο δημοσίευμα)....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, συνεπεία των ανωτέρω παράνομων και υπαίτιων πράξεων και των 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων, της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης (αποτροπή δημοσίευσης) του 2ου εναγομένου, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Ο ενάγων δεν ζητεί με την ένδικη αγωγή ιδιαίτερο κονδύλιο για κάθε επί μέρους προσβολή των εκφάνσεων της προσωπικότητάς του (τιμή, υπόληψη, δημοσίευση φωτογραφίας), αλλά παραδεκτώς ζητεί για την προσβολή της εν γένει προσωπικότητάς του, σε όλες τις εκφάνσεις της, το συνολικό ποσό των 300.000,00 ευρώ, από όλους τους εναγόμενους, εις ολόκληρον.

Ενόψει του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και του μέσου με το οποίο τελέσθηκε, της υπαιτιότητας των 2ου 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων, της δημοσιότητας την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος, της αποστολής ενημέρωσης (μέσω του τύπου) και της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων, το Δικαστήριο αυτό κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, στην καταβολή του οποίου οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι, καθένας εις ολόκληρον.

Η ένσταση των τριών πρώτων εναγομένων (οι πρώτη και δεύτερος είναι οι αναιρεσείοντες), περί άρσης του χαρακτήρα της άδικης πράξης, που παραδεκτά πρότειναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο, γιατί τα επίμαχα δημοσιεύματα έγιναν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον προς ενημέρωση του κοινού για δημόσιου ενδιαφέροντος θέμα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, γιατί δεν νοείται ότι εμπίπτει στο νόμιμο καθήκον του τύπου η ενημέρωση του κοινού με ψευδή στοιχεία.

Επίσης, οι ανωτέρω τρεις πρώτοι των εναγομένων πρότειναν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι "ο ενάγων επικαλείται το συνταγματικό αγαθό της προστασίας της προσωπικότητός του, στο οποίο, όμως, αντιπαρατίθεται, το εξίσου ισχυρό συνταγματικά κατοχυρωμένο έννομο αγαθό της απόλυτης ελευθερίας του τύπου (άρθρο 14 παρ. 2 Συντάγματος), ώστε και με δεδομένο, ότι το δημοσίευμα αφορούσε ένα θέμα (μη προσήκουσα διανομή των πόρων σχολικών επιτροπών έτους 2002), που εκρίθη μάλιστα ήδη υπό του ποινικού Δικαστηρίου ως αληθές κατά το περιεχόμενό του και το οποίο τελικά δεν θίγει εν στενή έννοια την προσωπικότητα του ενάγοντος, αφού σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί, ότι αυτός μπορεί να προέβη σε αθέμιτες ενέργειες ως προς τα χρήματα, αλλά περιορίζεται μόνο σε έκφραση κριτικής ως προς το εύστοχο και το αποτελεσματικό των πολιτικών ενεργειών του ενάγοντος και τις οποίες συνέπειες είχαν αυτές για την μη είσπραξη τελικά του ποσού των 330.000 ευρώ από τις σχολικές επιτροπές της Πολίχνης για το έτος 2002, αν τυχόν ο ενάγων από δική του υπέρμετρη ίσως ευθιξία, δεν θέλει, να ανεχθεί μία κάπως, ίσως, κατά την δική του άποψη σκληρή κριτική στο πρόσωπό του, η αποδοχή αυτής του της απόψεως θα προσέκρουε στην συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του Τύπου και την ανάγκη ενημερώσεως του αναγνωστικού κοινού, συνεπώς η αξίωσή του για την επιδίκαση εις αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από το εν λόγω δημοσίευμα είναι προδήλως καταχρηστική και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί εν τω συνόλω της η ένδικη αγωγή του ενάγοντος".

Και η ένσταση αυτή, που επαναφέρεται από τους ανωτέρω εναγόμενους-εφεσίβλητους και στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι, από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αυτή δεν αποδείχθηκε στην ουσία της". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία επιδιώκετο, εκτός των άλλων (που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω), να επιδικασθεί σ' αυτόν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και εις βάρος των αναιρεσειόντων (1ης, 2ου και 5ου των εναγομένων), ακολούθως δε έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω αιτία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 47 παρ. 1, 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου μόνου παρ.1 και 2 του ν.1178 της 14/16-7-1981, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, ως και τα άρθρα 14 παρ.1 και 2 του Συντάγματος και 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση τελεσθείσα διά του τύπου, και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του και την απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειόντων της δεύτερης αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 367 §1δ' του ΠΚ αλλά και εκείνης από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τον δεύτερο λόγο των αναιρέσεών τους, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), και των δύο ως άνω συνεκδικαζομένων αιτήσεων, από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του ν. 2690/1999 "Κώδικα Διοικητικής Δικαιοδοσίας" και ειδικότερα, εκείνες που αναφέρονται στον τρόπο σύνταξης των εγγράφων μετά από αίτηση των πολιτών, με το να δεχθεί ότι έπρεπε να περιληφθούν στο με αριθμό πρωτ. 15579/07-07-2005 έγγραφο του Δήμου Πολίχνης στοιχεία πέραν αυτών που ζητούνταν με την αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε αυτό, ενόψει των διατάξεων του άνω νόμου, κατά τις οποίες, οι δημόσιες υπηρεσίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ΟΤΑ, πρέπει να απαντούν στις αιτήσεις που δέχονται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς να μεροληπτούν προς τους πολίτες, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, οι άνω διατάξεις δεν είναι τοιαύτες ουσιαστικού δικαίου, αφού με αυτές δεν ρυθμίζονται βιοτικές σχέσεις, ούτε η κτήση δικαιώματος, αλλά καθορίζεται ο τρόπος, η διαδικασία και το περιεχόμενο των εγγράφων που εκδίδονται από τις δημόσιες υπηρεσίες μετά από αίτηση των πολιτών.

Αλλά και υπό την εκδοχή ότι ο ως άνω νόμος θεσπίζει κανόνες ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η παραπάνω αίτηση για την παροχή πληροφοριών, ανεξάρτητα με τον τρόπο που διατυπώνεται και το περιεχόμενο σ' αυτήν αίτημα, δεν απαντάται με πληρότητα, αφού, ως προς τη διάθεση των 425.834,21 ευρώ, που είχαν πιστωθεί στο Δήμο Πολίχνης για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων του άνω Δήμου, για το έτος 2002, δεν αιτιολογείται, αν το πέραν των 92.390 ευρώ υπόλοιπο ποσόν, διατέθηκε για τις ανάγκες των σχολείων, αλλ' αντιθέτως αφήνεται σκοπίμως να εννοηθεί ότι δεν διατέθηκε το ποσό αυτό για τα σχολεία της Πολίχνης, μολονότι από τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο Δήμος και ήταν πρόσφορα στον υπογράψαντα το άνω απαντητικό έγγραφο αναιρεσείοντα Ι.

Α., ολόκληρο το παραπάνω ποσό των 425.843,21 ευρώ είχε διατεθεί για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της Πολίχνης και δη κατά ένα μέρος (94.390,00 ευρώ) για τις άνω ανάγκες του σχολικού έτους 2002 και κατά το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος για τις αυτές ανάγκες των σχολείων του έτους 2001, και επομένως δεν υφίσταται παραβίαση των άνω διατάξεων του ν. 2690/1999 και ο ερευνόμενος από την άνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 281, 914, 920, 932 ΑΚ, 47 παρ. 1, 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ, καθώς και εκείνων του άρθρου μόνου παρ.1 και 2 του ν.1178 της 14/16-7-1981, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, αναφορικά με τη γνώση της αναλήθειας των άνω δημοσιευμάτων εκ μέρους του εκ των αναιρεσειόντων Γ. Τ. (εκδότη και διευθυντή της άνω εφημερίδας) με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται το Εφετείο ότι οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες της δεύτερης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως ομολογούν στις προτάσεις τους ενώπιον του προτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι πριν από την δημοσίευση των επίμαχων δημοσιευμάτων, είχαν λάβει γνώση ότι ολόκληρο το ως άνω ποσό είχε διατεθεί για τις ανάγκες των σχολείων, και συγκεκριμένα ότι το μεγαλύτερο μέρος του δόθηκε στις σχολικές επιτροπές προς κάλυψη οφειλόμενων αναγκών των σχολείων του έτους 2001 και το υπόλοιπο προς κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του έτους 2002, την γνώση του δε αυτή, η οποία αποτελούσε και την αλήθεια, δεν καταχώρησαν στα άνω δημοσιεύματα, αλλ' αντιθέτως παρουσίασαν ότι μόνο το ποσό των 94.390 ευρώ διανεμήθηκε στις σχολικές επιτροπές, ενώ το υπόλοιπο των 350.000 ευρώ χάθηκε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υφίσταται κατάχρηση του ποσού αυτού εκ μέρους του εικονιζόμενου στο ίδιο δημοσίευμα τότε δημάρχου (ενάγοντος).

Δεν συνιστά δε αντίφαση προς τα ανωτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατά τον Ιούλιο του 2005, βρέθηκε να οφείλει ο Δήμος στις σχολικές επιτροπές τρεις δόσεις του 2002 (Β', Γ'και Δ'), αφού σαφώς διευκρινίζεται σ' αυτήν ότι, ενόψει των έκτακτων στεγαστικών αναγκών των σχολείων του Δήμου κατά το έτος 1996, το μεγαλύτερο μέρος από τις πιστώσεις του έτους αυτού για λειτουργικές δαπάνες των σχολείων κάλυψε τις έκτακτες αυτές ανάγκες, έκτοτε δε και μέχρι το τέλος του 2002, μέρος των πιστώσεων του επόμενου έτους κάλυπτε αυτές του προηγούμενου, τακτική όμως που εγκαταλήφθηκε από 1-1-2003 που άλλαξε η δημοτική Αρχή, η οποία με τις πιστώσεις του τρέχοντος έτους κάλυπτε τις λειτουργικές δαπάνες του ίδιου έτους, ώστε να παραμείνει η εκκρεμότητα των τριών δόσεων του έτους 2002, αφού οι πιστώσεις του έτους αυτού είχαν καλύψει κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δαπάνες του 2001.

Επίσης, πλήρως αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η παράνομη και υπαίτια πράξη του ίδιου ως άνω αναιρεσείοντος στην τελεσθείσα κατά τα άνω αδικοπραξία, συνιστάμένη σε συκοφαντική δυσφήμηση διά του τύπου, εις βάρος του αναιρεσίβλητου, ώστε να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ και να καθίσταται έτσι απορριπτέα η από τη διάταξη αυτή ένσταση των δύο πρώτων εναγομένων, ενόψει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, αφού στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως αυτής και συνακόλουθα το παράνομο της αντίστοιχης αδικοπραξίας.

Αρκούσαν δε προς τούτο οι παραδοχές του Εφετείου, ότι ο δεύτερος των εναγομένων, ως εκδότης και διευθυντής της ανωτέρω εφημερίδας "Αυριανή Μακεδονίας Θράκης", παράνομα και υπαίτια δεν απέτρεψε την δημοσίευση των ανωτέρω γεγονότων, τα οποία ήταν μειωτικά της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος και προσέβαλαν την προσωπικότητά του, παρότι γνώριζε την αναλήθεια αυτών, όπως ομολογεί στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και την παράθεση της φωτογραφίας του δίπλα στο πρωτοσέλιδο δημοσίευμα, ενέργεια που δεν δικαιολογείτο εν προκειμένω για την πληρότητα του σχετικού δημοσιεύματος, ούτε και ήταν αναγκαία και πρόσφορη για την ικανοποίηση του σχετικού ενδιαφέροντος του κοινού για ενημέρωση, όσον αφορά το σχετικό δημοσιευθέν θέμα.

Τέλος, με επαρκείς αιτιολογίες που αναφέρονται στο σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, η επανάληψη των οποίων ήταν περιττή, απορρίπτεται κατ'ουσίαν η προρρηθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, αφού τα περιστατικά που θεμελίωναν την ένσταση αυτή, ταυτίζονταν με την ουσία της ένδικης διαφοράς.

Εξάλλου, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την παράνομη και υπαίτια συνδρομή του εκ των αναιρεσειόντων Ι. Α. στην τέλεση της άνω αδικοπραξίας, συνισταμένης σε συκοφαντική διά του τύπου δυσφήμηση του ενάγοντος, αρκούσαν δε προς τούτο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο εν λόγω αναιρεσείων, μολονότι γνώριζε, ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του (αντιδήμαρχος και πρόεδρος της επιτροπής παιδείας), πως τα βεβαιούμενα στο προαναφερόμενο έγγραφο που υπέγραψε με την ιδιότητά του αυτή, ήσαν ψευδή, ως προς την καταβολή μέρους μόνον του ποσού των πιστώσεων του έτους 2002 στις σχολικές επιτροπές, και όχι του συνόλου αυτών που ήταν η αλήθεια, εξέδωσε δε και παρέδωσε το τελευταίο στον τέταρτο εναγόμενο Δ.

Λ., γνωρίζοντας ότι αυτός θα το δημοσιοποιήσει, προκειμένου να πλήξει τον αναιρεσίβλητο, κυρίως πολιτικά, σκοπό που επεδίωκε και ο ίδιος, ακολούθως δε ο Λ., το παρέδωσε με την σειρά του στον τρίτο εναγόμενο δημοσιογράφο, ο οποίος, αντλώντας από το έγγραφο αυτό στοιχεία, προέβη στο πιο πάνω δημοσίευμα στην εφημερίδα που εργάζεται, με το οποίο εμφανίζεται, ότι κατά την περίοδο που ήταν Δήμαρχος στο Δήμο Πολίχνης ο αναιρεσίβλητος, απωλέσθηκε από τον Δήμο το ποσό των 350.000 ευρώ, γεγονός που ήταν ψευδές και όλοι οι συμπράξαντες γνώριζαν την αναλήθειά του, πλήττοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου.

Για τους ίδιους δε λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, δεν συνιστά αντίφαση προς τα ανωτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατά τον Ιούλιο του 2005, βρέθηκε να οφείλει ο Δήμος στις σχολικές επιτροπές τρεις δόσεις του 2002 (Β', Γ'και Δ'). Ομοίως, δεν συνιστούν αντίφαση στα ανωτέρω, ως προς την υπαιτιότητα του άνω αναιρεσείοντος στην προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι κίνητρο αυτού για την έκδοση και υπογραφή του προρρηθέντος αναληθούς εγγράφου, ήταν να πλήξει τον αναιρεσίβλητο στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές του 2006, κατά τις οποίες ο τελευταίος θα συμμετείχε ως υποψήφιος δήμαρχος, δεδομένου ότι και ο ίδιος, θα ήταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος, άλλου παραταξιακού ψηφοδελτίου, ενόψει του ότι προηγουμένως δέχεται, "ότι μετά τις εκλογές του 2002 κατά τις οποίες δεν εξελέγη δήμαρχος ο ενάγων, παρότι ως υποψήφιος δήμαρχος της παρατάξεως του εξελέγη δημοτικός σύμβουλος, παραιτήθηκε και έκτοτε δεν αναμείχθηκε με τον πιο πάνω Δήμο", καθόσον με την τελευταία αυτή παραδοχή γίνεται δεκτό, ότι κατά την τετραετία που διέρρευσε από το 2003 έως το 2006, ο αναιρεσίβλητος δεν ασχολήθηκε με τον δήμο, όχι όμως και ότι δεν ήταν υποψήφιος δήμαρχος κατά τις διενεργηθείσες δημοτικές εκλογές κατά το τελευταίο αυτό έτος.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων της πρώτης αναίρεσης Ι. Α., με τον δεύτερο, κατά ένα μέρος του, και τον τρίτο, λόγους του αναιρετηρίου, καθώς και οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αναίρεσης, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτο, και πέμπτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι και των δύο συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση ότι στο προαναφερθέν έγγραφο του Δήμου Πολίχνης που υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα Ι.

Α., σκοπίμως δεν απαντάται αν διατέθηκε και που το υπόλοιπο εισπραχθέν από το Δημόσιο ποσόν κατά το έτος 2002 για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του Δήμου, ύψους 350.000 ευρώ περίπου, παραβίασε, τις άνω διοικητικής δικαιοδοσίας διατάξεις του ν. 2690/1999 ("Κώδικα Διοικητικής Δικαιοδοσίας") με το να παραλείψει να χρησιμοποιήσει, το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο πολίτης καταθέτει σε υπηρεσία του Δημοσίου ή ΟΤΑ αίτηση με συγκεκριμένο αίτημα αναμένει να του απαντήσουν σύμφωνα με το αίτημα αυτό, στο οποίο εξαντλείται και η υποχρέωση της υπηρεσίας, το εκδοθέν δε ως άνω έγγραφο απαντά ακριβώς στην αίτηση που υποβλήθηκε στο Δήμο.

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και όχι κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του άνω λόγου αναιρέσεως, νοούνται κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Με βάση την άνω αφετηρία δεν αποτελούν έγγραφα επιδεκτικά αναιρετικού ελέγχου κατά τον άνω λόγο αναιρέσεως τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως είναι και οι προτάσεις των διαδίκων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ, η ομολογία του διαδίκου προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, αντικείμενο δε της ομολογίας μπορεί να είναι όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη απόδειξης (ΑΠ 956/04). Εφόσον δε από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει τέτοια ομολογία, την οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, ο από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο, της δεύτερης (από 27-5-2009) των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση των προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι σ' αυτές περιέχεται ομολογία τους αναφορικά με την γνώση τους για δήθεν αναλήθεια του περιεχομένου του επίμαχου δημοσιεύματος, ενώ τέτοια ομολογία δεν υπάρχει.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτέθέντα, οι προτάσεις των διαδίκων της ίδιας δίκης, δεν συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα, που μπορούν να θεμελιώσουν τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως. Υπό την εκδοχή δε, ότι με το λόγο αυτό της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που περιέχεται στις προτάσεις τους, προς απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς τέτοια ομολογία να υπάρχει, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την έρευνα της γνώσης του δεύτερου αναιρεσείοντος, ως προς την αναλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στα επίμαχα δημοσιεύματα, και ειδικότερα κατά πόσο διανεμήθηκε στις σχολικές επιτροπές το σύνολο των χρημάτων που εισέπραξε από το Υπουργείο ο Δήμος Πολίχνης για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της περιφέρειάς του, και ότι δεν χάθηκε μέρος των χρημάτων αυτών, ύψους 350.000 ευρώ, δέχθηκε ότι αυτό προκύπτει από ομολογία των αναιρεσειόντων που περιέχεται στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.

Περί των ανωτέρω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αυτοί εκθέτουν, ότι από πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην εφημερίδα τους πριν από τις επίδικες δημοσιεύσεις γνώριζαν, ότι ενώ ο Δήμος Πολίχνης Θεσσαλονίκης είχε εισπράξει κατά το έτος 2002 από το Υπουργείο 425.000 ευρώ, για να τα διαθέσει στα σχολεία του Δήμου για την κάλυψη των τρεχουσών λειτουργικών αναγκών αυτών (εντός του έτους), η Δημοτική Αρχή με το μεγαλύτερο μέρος εξ αυτών προέβη σε καταβολές για την κάλυψη καθυστερούμενων οφειλών της προς τις σχολικές επιτροπές για τα λειτουργικά έξοδα του 2001, και ειδικότερα, ότι από 425.000 ευρώ, που περίπου έλαβε ο Δήμος Πολίχνης εντός του έτους 2002, για την κάλυψη των τρεχουσών λειτουργικών δαπανών των σχολείων του, διανεμήθηκαν (εντός του 2002) στις σχολικές επιτροπές χρήματα για την κάλυψη των ήδη οφειλόμενων λειτουργικών δαπανών αυτών του έτους 2001, ενώ για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών αυτών του έτους 2002 εδόθη μόνο το ποσόν των 94.390 ευρώ.

Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ομολογία τους ότι ολόκληρο το εισπραχθέν το 2002 ποσόν διανεμήθηκε στις σχολικές επιτροπές και δεν "χάθηκε" από το συνολικά εισπραχθέν ποσόν των 425.000 ευρώ το ποσόν 350.000 ευρώ περίπου. Επομένως, ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Δηλαδή για να ευσταθήσει αυτός ο λόγος πρέπει να γίνει από το διάδικο όχι μόνον επίκληση αλλά και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου.

Η προσαγωγή περιλαμβάνει την ενέργεια ή τις ενέργειες του διαδίκου με τις οποίες σκοπείται να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου το αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το αποδεικτικό υλικό που προέρχεται από αυτό. Προκειμένου περί εγγράφου συνίσταται στην υλική πράξη της προσκομιδής του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μαζί με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του διαδίκου νομίμως και εμπροθέσμως.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προσκομίστηκε κάποιο έγγραφο, ως αναγόμενη εις πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 2194/2009, ΑΠ 63/1987). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αναίρεσης, με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα του ισχυρισμού τους ότι ανασύρθηκε από το αρχείο της εφημερίδας τους η φωτογραφία του ενάγοντος και καταχωρήθηκε δίπλα στο επίμαχο δημοσίευμα, δέχθηκε ότι κανένα παλαιότερο φύλο της εφημερίδας Αυριανής δεν προσκόμισαν οι διάδικοι για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτό, ενώ τούτο δεν ήταν αληθές, καθόσον ο εκ των ομοδίκων τους Δ.

Λ., είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει τα φύλλα της άνω εφημερίδας με αριθμούς 2852 και 2860 με ημερομηνίες κυκλοφορίας 8-10-1998 και 16-10-1998 στα οποία περιέχεται η ίδια φωτογραφία του ενάγοντος που καταχωρήθηκε δίπλα στο επίμαχο δημοσίευμα, παράλληλα δε δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω φύλλα της εφημερίδας τους προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού τους.

Η βεβαίωση όμως του δικαστηρίου περί μη προσκομιδής των ως άνω εγγράφων (εφημερίδων) είναι κατά τα ανωτέρω ανέλεγκτη αναιρετικά και επομένως ο παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος), που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα (και αποτελούντα "πράγμα") ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996).

Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, διέλαβε στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του, ότι ο εναγόμενος δημοσιογράφος δεν ανέμενε τις εξηγήσεις του ενάγοντος για το επίμαχο ζήτημα της κατανομής του εισπραχθέντος κατά το έτος 2002 ποσού για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του Δήμου, όπως του είχε υποσχεθεί, αλλά προέβη άμεσα στην καταχώρηση στην εφημερίδα Αυριανή Μακεδονίας Θράκης των ως άνω δημοσιευμάτων, τα οποία είχαν ήδη προκαλέσει προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση διά του τύπου, λαμβάνοντας έτσι υπόψη και απορρίπτοντας εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων της δεύτερης αναίρεσης περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ενόψει της καταχωρήσεως στην εφημερίδα τους, μετά τα ως άνω επιλήψιμα δημοσιεύματα, της εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, που κοινοποιήθηκε σ' αυτούς στις 22-09-2005, στην οποία αυτός εξέφερε τις απόψεις τους αναφορικά με τη διανομή των ως άνω χρημάτων.

Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., πέμπτος λόγος του από 27-5-2009 αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους.

Και έχει μεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 164/1994, ΑΠ 796/1997).

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 2191/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, της δεύτερης των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 3852/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, μετ' αναίρεση, αθωώθηκαν, τόσον ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Γ.

Τ. όσον και ο συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος Σ. Α., από την κατηγορία της απλής δυσφημήσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, το έγραφο δε αυτό επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού προέβησαν στο άνω δημοσίευμα στην εφημερίδα τους.

Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, στην οποία γίνεται ρητή μνεία και αναφορά του περιεχομένου της παραπάνω απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, το Εφετείο, για το σχηματισμό δικανικής του πεποίθησης και ουσιαστικής κρίσης επί της επίδικης διαφοράς, έλαβε υπόψη με βεβαιότητα και την απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν υιοθετείται η αθωωτική κρίση της, η οποία δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα πολιτική δίκη.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων της πρώτης αναίρεσης και οι αναιρεσείοντες της δεύτερης, με τους πρώτο και έκτο λόγους των αναιρετηρίων τους, αντίστοιχα, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση του επίμαχου με αριθμό πρωτ. 15579/6-7-2005 εγγράφου του Δήμου Πολίχνης, που εξέδωσε και υπέγραψε υπό την ιδιότητα του αντιδημάρχου παιδείας και προέδρου της επιτροπής παιδείας του Δήμου ο αναιρεσείων Ι.

Α., σε απάντηση της υποβληθείσης ταυτάριθμης αιτήσεως του τέταρτου εναγομένου Δ. Λ., με το να δεχθεί ότι τα βεβαιούμενα στο εν λόγω έγγραφο, ως προς την καταβολή των χρημάτων που εισπράχθηκαν το 2002 για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του Δήμου, δεν ήταν ακριβή, αφού για τις ανάγκες αυτές δεν καταβλήθηκε μόνο η πρώτη δόση των 94.390 ευρώ, όπως βεβαιώνεται στο εν λόγω έγγραφο, αλλά το συνολικώς εισπραχθέν από το Δήμο για το 2002 ποσόν, ενώ κατά τους αναιρεσείοντες το παραπάνω έγγραφο απαντά σύμφωνα με το αίτημα της υποβληθείσης αίτησης, που δεν ήταν αν το εισπραχθέν από το Δήμο ποσόν το έτος 2002 για τις παραπάνω δαπάνες έχει καταβληθεί στις σχολικές επιτροπές, αλλά αν αποδόθηκαν τα χρήματα των λειτουργικών δαπανών στα σχολεία για το έτος 2002.

Από την παραπάνω όμως απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, διαπιστώνει μεν ότι στο εκδοθέν από το Δήμο Πολίχνης έγγραφο αποτυπώνεται, σε πλήρη ταύτιση προς την υποβληθείσα αίτηση, αυτό που ζητείται, περαιτέρω όμως, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι σκοπίμως ζητήθηκαν με την αίτηση τα αναφερόμενα σ' αυτήν και σκοπίμως απετέλεσε περιεχόμενο του εγγράφου το ακριβώς αιτηθέν, προκειμένου να αποκριβεί η αλήθεια ως προς την κατανομή του εισπραχθέντος το 2002 ποσού, και να αφήνεται να εννοηθεί ότι τρεις από τις εισπραχθείσες για το 2002 δόσεις, ύψους 350.000 ευρώ, δεν καταβλήθηκαν, αλλά απωλέσθηκαν, αφενός μεν συνεκτίμησε το παραπάνω έγγραφο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα, μάρτυρες κλπ), αφετέρου δε απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρούν ορθό ο αναιρεσείοντες, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο.

Επομένως, οι λόγος αυτοί αναιρέσεως (πρώτος και έκτος αντίστοιχα των συνεκδικαζομένων αιτήσεων), είναι απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και η ανύπαρκτη βάση της αγωγής ή η λήψη υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή για τη θεμελίωσή της (Ολ.

ΑΠ 294/1981). Ο λόγος, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, διότι παραδεκτώς προτάθηκε και ήταν νόμιμος, προκειμένου δε για αγωγικό ισχυρισμό που στηρίζει βάση της αγωγής, προς διαπίστωση αυτού, επισκοπείται το δικόγραφο της τελευταίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων Ι.

Α. ενέχεται σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από αδικοπραξία που τελέσθηκε και εκ μέρους του, συνισταμένη στο ότι, αποσκοπώντας, αφενός μεν να συνδράμει τον 4ο των εναγομένων στο προαναφερθέν εκδικητικό σχέδιο του τελευταίου και αφετέρου να πλήξει και αποδυναμώσει πολιτικά τον ενάγοντα, εξέδωσε και χορήγησε στον 4ο των εναγομένων το με αριθμό πρωτ. 15579/07-07-2005 έγγραφο, με το οποίο, αφού αυτός "συντάχθηκε" με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης αίτησης του 4ου των εναγομένων, βεβαίωσε ότι κατά το έτος 2002 εισπράχθηκαν στο ταμείο του Δήμου για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων τέσσερις (4) τριμηνιαίες δόσεις, ποσών 94.390,00 ευρώ, 94.150,00 ευρώ, 94.150,00 ευρώ και 143.144,21 ευρώ, και ότι από τις παραπάνω δόσεις έγινε κατανομή στις σχολικές επιτροπές μόνο της πρώτης δόσης, ενώ στη συνέχεια βεβαίωσε ψευδώς, ότι για τις υπόλοιπες δόσεις δεν έχει γίνει κατανομή και καταβολή στις σχολικές επιτροπές, παρότι γνώριζε, ως πρόεδρος της επιτροπής παιδείας του άνω Δήμου, ότι όλες οι παραπάνω δόσεις είχαν διατεθεί για τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της Πολίχνης και δη η πρώτη τούτων για το έτος 2002 και οι υπόλοιπες για το έτος 2001, δηλαδή ο ανωτέρω εναγόμενος απέκρυψε υπαιτίως ολόκληρη την αλήθεια για το ανωτέρω ποσό των 425.834,21 ευρώ, συμμετέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην άνω συκοφαντική διά του τύπου δυσφήμηση του ενάγοντος, διότι η πράξη του αυτή, που προηγήθηκε της συκοφαντικής διά του τύπου δυσφήμησης, ήταν απολύτως αναγκαία για τη διάπραξη του άνω αδικήματος, αφού χωρίς τη χορήγηση απ' αυτόν της βεβαίωσης που απετέλεσε τον πυρήνα του επίμαχου ψευδούς δημοσιεύματος, δεν θα ελάμβανε χώρα το εν λόγω ψευδές δημοσίευμα.

Εξάλλου, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης από 03-10-2005 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον του πέμπτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Α., ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί και αυτός (πέμπτος εναγόμενος-αναιρεσείων) να του καταβάλει προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό, ως ενεχόμενος από αδικοπραξία, συνισταμένη στο ότι, παραβαίνοντας το καθήκον του, βοήθησε συνειδητά και υπαίτια τον τέταρτο εναγόμενο Δ.

Λ. στη διάπραξη του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση διά του τύπου με αυτουργό τον τρίτο εναγόμενο, αφού γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η ως άνω βεβαίωση, η οποία αποτέλεσε την βάση του συκοφαντικού γι' αυτόν δημοσιεύματος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πέραν αυτού δεν ήταν αρμόδιος να βεβαιώσει οικονομικά στοιχεία αφού είναι υπεύθυνος αντιδήμαρχος πολιτισμού και παιδείας και όχι οικονομικών.

Ενόψει των ανωτέρω, ο πέμπτος (Ε) λόγος του αναιρετηρίου, της πρώτης των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι με το να αποδώσει το Εφετείο δόλο στην παραπάνω ενέργεια του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη μη περιεχόμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον τέτοιος δόλος δεν αποτέλεσε στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει στην αγωγή σαφής αναφορά της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, που συνιστά δόλο στην απλή συνέργεια αυτού στην τέλεση της συκοφαντικής διά του τύπου δυσφήμησης του αναιρεσίβλητου και της ηθικής αυτοργίας του τέταρτου εναγομένου σ' αυτήν, και επομένως το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, που δεν προτάθηκαν.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 246 του ίδιου Κώδικα), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις κατωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως ήτοι: α) την από 28-04-2009 του Ι. Α. του Ι. και β) την από 27-05-2009 των 1) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Ε.Π.Ε.", ως ιδιοκτήτριας της ημερήσιας εφημερίδας με τον τίτλο "ΑΥΡΙΑΝΗ Μακεδονίας-Θράκης"και 2) Γ. Τ. του Ι., που αμφότερες στρέφονται κατά του Θ. Π. του Σ. και ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 592/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει και τις δύο ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ, τα οποία κατανέμει κατά το ήμισυ για κάθε αναίρεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ