Legislator Case Law & Legislation
456/2011 AI generated

456/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 456/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 456 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 456/2011

Legislator headnote

AI generated

456/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 456 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 456/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 456 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 456/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Φ. του Χ., 2Τ. Δ. Φ., 3 Χ. Δ. Φ.-Ε., 4 Λ. Φ. του Δ., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φειδία Κοντεμενιώτη.

Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΜΤ) που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ρουμπίνη - Φλώρα Αυλωνίτου - Σιβιτανίδου, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 18.02.20011 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουλίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6225/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 998/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους με τους με ιδιαίτερο, από 2 Σεπτεμβρίου 2010 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 9 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών της 176/13.2.2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 145/2-9-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 998/16.2.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 176/13-2-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 145/2-9-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 998/16-2-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 104213/6389/27-7-2001 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, απορρέουσες από τη μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως της τελευταίας να αποδώσει στο σύνολό της από τηρούμενο σε εκείνη κοινό έντοκο λογαριασμό προθεσμιακή κατάθεση ποσού 756250,97 δολλαρίων ΗΠΑ, και πιο συγκεκριμένα το ποσό των 518.224,23 δολλαρίων ΗΠΑ, το οποίο με άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη του παράνομα αφαίρεσαν οι προστηθέντες από εκείνη υπάλληλοί της από την εν λόγω προθεσμιακή κατάθεση. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της και κατ'ουσίαν απορριψή της κατά το ισόποσο 167.000.000 δραχμών, η 6225/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (α) 2795/31-3-2005 και (β) 3843/28-4-2005 αντίστοιχα εφέσεις των διαδίκων μερών, η 998/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ'ουσίαν κρίση επί της με στοιχ.(β) εφέσεως της εναγόμενης. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (α), εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το εκκληθέν δι'αυτής κεφάλαιο των 167.000.000 δραχμών και εξέταση κατά τούτο κατ'ουσίαν της υποθέσεως, απέρριψε ομοίως κατά τούτο την αγωγή με διάφορη αιτιολογία, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα ανελέγκτως δέχθηκε ""Μεταξύ της εναγομένης τράπεζας και της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΟΙΞΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ Ε.Π.Ε.", η οποία μέχρι το Δεκέμβριο του 1994 έφερε την επωνυμία "ΣΥΜΠΑΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ Ε.Π.Ε.", καταρτίσθηκαν έξι συμβάσεις χορήγησης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με αριθμούς: α) 567/1993 μέχρι του ποσού των 65 εκατομμυρίων δραχμών, β) 705/1993 μέχρι του ποσού των 4 εκατομμυρίων δραχμών, γ) 794/1994 μέχρι του ποσού των 85 εκατομμυρίων δραχμών, δ) 897/1994 μέχρι του ποσού των 13 εκατομμυρίων δραχμών, ε) 941/1994 μέχρι του ποσού των 2 εκατομμυρίων δραχμών και στ) 2112 Α/1998 μέχρι του ποσού των 35 εκατομμυρίων δραχμών, δηλαδή μέχρι του συνολικού ποσού των 204 εκατομμυρίων δραχμών. Στο όνομα της πιστούχου τηρήθηκαν για τις προαναφερόμενες συμβάσεις αλληλόχρεων λογαριασμών αρχικά οι λογαριασμοί 5 565, 270.02.35 (σε γεν Ιαπωνίας), ο κωδικός του οποίου μετατράπηκε στις 14-6-1996 σε 31588, και 5565.301.03.44 (σε δραχμές) ο κωδικός του οποίου μετατράπηκε στις 14-6-1996 σε 18674. Ακολούθως το υπόλοιπο του 31588 λογαριασμού μεταφέρθηκε στις 29-10-1998 στον 18674 λογαριασμό, λόγω μετατροπής του νομίσματος σε δραχμές, ενώ το υπόλοιπο των 18674 λογαριασμού μεταφέρθηκε τελικά στις 29-10-1998 στον υπ' αριθ. 1007262 λογαριασμό (συνεπεία μετατροπής του νομίσματος σε γεν. Ιαπωνίας). Την εκπλήρωση από την πιστούχο εταιρία όλων των υποχρεώσεων της από τις ως άνω τέσσερις πρώτες συμβάσεις (567/1993, 705/1993, 794/1994, 897/1994) μέχρι του συνολικού ποσού των 167 εκατομμυρίων δραχμών, και ειδικότερα την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών της οφειλέτριας εταιρίας προς την τράπεζα από τις βασικές συμβάσεις εγγυήθηκαν οι δύο πρώτοι των εναγόντων με τις από 8-6-1993, 14-4-1994 και 22-9-1994 έξι συμβάσεις (ανά δύο κάθε ημερομηνία), που συνήφθησαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης, ενεχόμενοι εις ολόκληρον με την πιστούχο ως αυτοφειλέτες μέχρι του ποσού των 167 εκατομμυρίων δραχμών. Στον 9° όρο των συμβάσεων εγγυήσεως διαλαμβάνεται η συμφωνία, ότι η τράπεζα δικαιούται να παρακρατεί και να συμψηφίζει οφειλές της προς τους εγγυητές σε εξόφληση "ληξιπρόθεσμων" απαιτήσεων της τράπεζας κατά των εγγυητών. Προς εξασφάλιση της πληρωμής του καταλοίπου των λογαριασμών των τεσσάρων πρώτων συμβάσεων, μέχρι του συνολικού ποσού των 167 εκατομμυρίων δραχμών, που είχαν εγγυηθεί οι δύο πρώτοι ενάγοντες, καταρτίσθηκαν εγγράφως μεταξύ αυτών και της εναγομένης τράπεζας οι από 8-6-1993, 4-4-1994 και 22-9-1994 συμβάσεις "εκχωρήσεως / ενεχυράσεως απαιτήσεως εκ καταθέσεως", δυνάμει των οποίων οι δύο πρώτοι των εναγόντων εκχώρησαν και ενεχυρίασαν, κατά την έννοια του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, προς την τράπεζα την απαίτηση τους κατ' αυτής ποσού (κατά την τελευταία ημερομηνία -22/9/1994) 1.121.040,66 μάρκων Γερμανίας, που προερχόταν από κατάθεση αυτών σε κοινό λογαριασμό καταθέσεως που διατηρούσαν στο κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα με αριθμό 1.280.5561.561.01.51. Με τις εν λόγω συμβάσεις (εκχωρήσεως/ ενεχυράσεως) οι εκχωρητές - ενεχυραστές "συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν ότι η κατάθεση (τους) δεν υπόκειται σε λήξη ή προθεσμία μέχρι την εξόφληση όλων των απαιτήσεων της τράπεζας κατά της οφειλέτριας από τις βασικές συμβάσεις". Ότι "αν για οποιοδήποτε λόγο η κατάθεση ανανεωθεί ή παραταθεί ή το νόμισμα της καταθέσεως μετατραπεί, οι εκχωρητές συμφωνούν και αποδέχονται όπως η απαίτηση της τράπεζας καλύπτει τη νέα κατάθεση και οι εκχωρητές με την παρούσα εκχωρούν και μεταβιβάζουν προς την τράπεζα την απαίτηση τους από τη νέα κατάθεση". Και ότι "ένεκα της εκχώρησης και μεταβίβασης της απαίτησης των εκχωρητών, το ποσό της κατάθεσης θα θεωρείται από σήμερα και μέχρι την εξόφληση κάθε απαίτησης της τράπεζας από τη βασική σύμβαση, ως περιουσία της τράπεζας επί της οποίας ούτε οι εκχωρητές ούτε οποιοσδήποτε τρίτος θα έχει οποιοδήποτε δικαίωμα" Ρητώς ακόμη συμφωνήθηκε, ότι οι εκχωρητές στερούνται του δικαιώματος να κινούν και να διαθέτουν το ποσό της κατάθεσης κατά τη διάρκεια της εκχώρησης και μεταβίβασης και αναγνωρίσθηκε στην εναγομένη τράπεζα όχι μόνο το δικαίωμα να αναλαμβάνει ή να παρακρατεί από την προθεσμιακή (σε κοινό λογαριασμό) κατάθεση των δύο εγγυητών - εκχωρητών - ενεχυραστών οποιαδήποτε χρηματικά ποσά που θα οφείλονται στην τράπεζα από τη βασική σύμβαση (δηλ. της πιστώσεως) αλλά και να συμψηφίζει (η τράπεζα), χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, το ποσό της κατάθεσης (εξολοκλήρου ή μερικώς) προς τις οφειλές της πιστούχου προς την τράπεζα από τη βασική σύμβαση. Εξάλλου κατά ρητό όρο των συμβάσεων "εκκαθάριση των απαιτήσεων μεταξύ της τράπεζας και των εκχωρητών που θα προκύψουν από την κατάθεση νοείται μόνο σε συνδυασμό με την εκκαθάριση των συναλλαγών κατά τη βασική σύμβαση. Τότε, σε περίπτωση πιστωτικού υπολοίπου από την κατάθεση η τράπεζα θα πιστώνει τους εκχωρητές ανάλογα, ενώ σε περίπτωση χρεωστικού υπολοίπου η τράπεζα θα χρεώνει τους εκχωρητές ανάλογα".

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι το προαναφερόμενο εκχωρηθέν - ενεχυρασθέν ποσό των 1.121.040,66 μάρκων Γερμανίας που περιερχόταν στον αρχικό ως άνω λογαριασμό 1.280.5561.561.01.51, μεταφέρθηκε, λόγω αλλαγής του μηχανογραφικού συστήματος της τράπεζας, στις 14-6-1996, σε νέο λογισμικό με υπόλοιπο μεταφοράς 1.192.751,39 μάρκων Γερμανίας, ποσό το οποίο διαχωρίσθηκε στους λογαριασμούς μηνιαίας προθεσμιακής κατάθεσης σε μάρκα Γερμανίας με αριθμούς 16132, 16412 και 16440, με ποσά μεταφοράς στους λογαριασμούς αυτούς, αντιστοίχως, 569299,92-38517,02 και 584.934,40 μάρκα Γερμανίας, με μέσο επιτόκιο 3,5%, κατόπιν εντολής του πρώτου των εναγόντων, ο οποίος επιθυμούσε διαφορετικές ημερομηνίες ανανεώσεως των επιμέρους ποσών της κατάθεσης. Από τους λογαριασμούς αυτούς έκλεισαν (πάλιν κατόπιν εντολής του πρώτου ενάγοντος που ήθελε να εκμεταλλευθεί τη διαφορά επιτοκίου μεταξύ μάρκου και δραχμής) οι 16132 και 16440 λογαριασμοί στις 2-1-1.998 και 8-1-1998, αντίστοιχα, και τα υπόλοιπα τους, μεταφέρθηκαν δραχμοποιημένα αρχικά στο λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό 660022 (υποχρεωτική μεταφορά λόγω αλλαγής νομίσματος) και ακολούθως στις 8-1-1998 στο νέο λογαριασμό εβδομαδιαίας προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό 663656, με ποσό κατάθεσης 190.951.570 δραχμών και με μέσο επιτόκιο 14,50%. Στον ίδιο λογαριασμό μεταφέρθηκε στις 26-1-1998 δραχμοποιημένο και το προϊόν του ανωτέρω 16412 λογαριασμού, μέσω του λογαριασμού εβδομαδιαίας προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό 671866, ο οποίος είχε ενδιαμέσως κινηθεί από 19-1-1998 μέχρι 26-1-1998. Έτσι ολόκληρη η προθεσμιακή κατάθεση συγκεντρώθηκε στον ως άνω λογαριασμό με αριθμό 663656. Στις 2-2-1998 το υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού εκ 198.910.583 δραχμών μεταφέρθηκε, σε νέο λογαριασμό μηνιαίας προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό 685240, στον οποίο κινήθηκε μέχρι 28-4-1998, με επιτόκιο 15%, οπότε το υπόλοιπο αυτού ύψους 210.352.437 δραχμών μεταφέρθηκε (μετά από νέα εντολή του πρώτου ενάγοντος που ζήτησε αλλαγή νομίσματος από δραχμές σε δολλάρια ΗΠΑ) αρχικά στο λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό 29679 και με ποσό κατάθεσης (στις 28-4-1998) 657.968,21 δολλαρίων ΗΠΑ και στη συνέχεια, στις 16-7-1998, σε νέο λογαριασμό μηνιαίας προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό 881608 και με ποσό κατάθεσης (περιλαμβανομένων και των τόκων εκ του ταμιευτηρίου) 663.434 δολλάριων ΗΠΑ. Ο λογαριασμός αυτός, που ήταν επ' ονόματι των εναγόντων, παρουσίαζε στις 12-10-2000, υπόλοιπο 751.913, 27 δολλαρίων ΗΠΑ, που συνομολογείται από τους διαδίκους. Από τα ανωτέρω προκύπτει η πλήρης συνέχεια της προθεσμιακής κατάθεσης των εναγόντων μέχρι τις 13-10-2000, οπότε η εναγομένη τράπεζα αφαίρεσε από την ως άνω προθεσμιακή κατάθεση των εναγόντων το ποσό των 518.224,23 δολλαρίων ΗΠΑ και το έφερε σε πίστωση υπέρ της πιστούχου εταιρίας "ΑΝΟΙΞΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ Ε.Π.Ε.".

Από το περιεχόμενο των όρων όλων των προαναφερομένων συμβάσεων και ιδίως των συμβάσεων εκχωρήσεως - ενεχυράσεως, σε συνδυασμό με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Η αξίωση πληρωμής του καταλοίπου γεννιέται το πρώτον με το οριστικό, μετά από καταγγελία, κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων, εκτός αν υπάρχει αναγνώριση του τελικού καταλοίπου, την οποία δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει η εναγομένη -εκκαλούσα. 2) Για να είχε δικαίωμα η εναγόμενη τράπεζα να εισπράξει την ενεχυρασμένη - μέχρι του ποσού των 167 εκατομμυρίων δραχμών - απαίτηση από τη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό των εγγυητών - εκχωρητών - ενεχυραστών, θα έπρεπε το ασφαλιζόμενο χρέος να έχει λήξει με το κλείσιμο των αλληλόχρεων λογαριασμών. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι στις 13-10-2000, οπότε η εναγομένη τράπεζα εισέπραξε από την προθεσμιακή κατάθεση σε κοινό λογαριασμό των εκχωρητών - ενεχυραστών ποσό 518.224,23 δολλαρίων ΗΠΑ και το μετέφερε προς εξόφληση, όπως υποστήριξε, των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, υπήρχε απαιτητή και ληξιπρόθεσμη απαίτηση από τους αλληλόχρεους λογαριασμούς, αφού αυτοί δεν είχαν κλείσει μέχρι τότε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι μετά πάροδο οκτώ μηνών και συγκεκριμένα με την από 15-6-2001 εξώδικη δήλωση της η εναγομένη γνωστοποίησε προς την πιστούχο εταιρία και τους εγγυητές την καταγγελία των συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, χωρίς όμως να γίνεται παράθεση των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων του λογαριασμού. Πέραν όμως τούτων, η εναγομένη εισέπραξε από την κατάθεση των εναγόντων ποσό μεγαλύτερο κατά 93.835,34 δολλάρια ΗΠΑ. Έτσι μολονότι η ενεχυρασμένη απαίτηση ήταν 167 εκατομμύρια δραχμές, που αντιστοιχούσαν κατά το χρόνο εκείνο (13-10-2000) σε 424.388,89 δολλάρια ΗΠΑ (167.000.000 : 393,507 με βάση την επίσημη ισοτιμία δραχμής - δολλαρίου), εντούτοις η εναγομένη αφαίρεσε από τον επίμαχο λογαριασμό (881608) το ποσό των 518.224,23 δολλαρίων ΗΠΑ, δηλαδή περισσότερα κατά 93.835,34 δολλάρια ΗΠΑ. 3) Κατά την εκφρασμένη σαφή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων και με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ 361 Α.Κ.) η ενεχυρασμένη απαίτηση των 167 εκατομμυρίων δραχμών θεωρείται - μέχρι την εκκαθάριση των συναλλαγών από τις βασικές συμβάσεις (δηλαδή των πιστώσεων) - περιουσία της τράπεζας επί της οποίας οι εκχωρητές - ενεχυραστές δεν έχουν κανένα δικαίωμα. Επομένως, ενόψει των όσων εκτέθηκαν, εφόσον η γένεση του δικαιώματος των εναγόντων να διεκδικήσουν με την ένδικη αγωγή τους το ποσό που αφαιρέθηκε από τον κοινό, σε προθεσμιακή κατάθεση, λογαριασμό τους εξαρτάται από την προηγηθείσα εκκαθάριση των ως άνω αλληλόχρεων λογαριασμών, θα έπρεπε προτού ζητήσουν την παροχή έννομης προστασίας για το ποσό των 167 εκατομμυρίων δραχμών, να αξιώσουν από την εναγομένη τράπεζα να γίνει εκκαθάριση των συναλλαγών από τις ως άνω συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, προκειμένου, μετά την εξόφληση των υποχρεώσεων τους, να τους αποδοθεί το τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο της ενεχυρασμένης απαίτησης. Άρα, ναι μεν η εναγομένη τράπεζα δεν έπρεπε να αφαιρέσει από τον κοινό λογαριασμό κατάθεσης των εναγόντων κανένα χρηματικό ποσό, αφού δεν είχαν κλείσει οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί και ως εκ τούτου το ασφαλισμένο χρέος δεν είχε λήξει, πλην όμως προϋπόθεση για την ουσιαστική βασιμότητα της υπό κρίση αγωγής, ως προς το ποσό των 167 εκατομμυρίων δραχμών, αποτελούσε η προηγούμενη εκκαθάριση των συναλλαγών, οπότε μετά ταύτα θα μπορούσε να ζητηθεί η δικαστική διάγνωση

της απαίτησης. Η εκκαλουμένη, λοιπόν, απόφαση, που δέχθηκε την καταλυτική της αγωγής ένσταση της εναγομένης, ως προς το ποσό των 167 εκατομμυρίων δραχμών, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, έσφαλε. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος του εφετηρίου των εναγόντων - εκκαλούντων, που ισχυρίζονται ότι οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί δεν είχαν κλείσει, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξη που αφορά τα 167 εκατομμύρια δραχμές και ως προς τη δικαστική δαπάνη, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, μόνο κατά το μέρος που εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να δικαστεί κατ' ουσίαν (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί κατ' ουσίαν, η αγωγή, μόνο ως προς το αξιούμενο ποσό των 167 εκατομμυρίων δραχμών. Όμως η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξη της με την οποία αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει, νομιμοτόκως, στους ενάγοντες το σε Ευρώ ισόποσο των 93.835,34 δολλαρίων ΗΠΑ κατά την ημέρα της πληρωμής, διέλαβε ορθά διατακτικό, αν και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία. Πρέπει, συνεπώς, μετά την αντικατάσταση της αιτιολογίας, που δεν οδηγεί σε διάφορο διατακτικό, (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως αβάσιμη η έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας. Αβάσιμες και απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις των εναγόντων - εκκαλούντων, οι οποίοι με τους λοιπούς τρεις λόγους της εφέσεως τους υποστηρίζουν, αβασίμως βέβαια όπως αποδείχθηκε, ότι οι εν λόγω συμβάσεις είχαν "λυθεί στην πράξη" και αντικατασταθεί από σύμβαση δανείου τακτής λήξης, ότι η εγγυητική ευθύνη τους είχε αποσβεσθεί και ότι η εναγομένη δεν είχε κανένα δικαίωμα από εκχώρηση ή ενέχυρο στην προθεσμιακή κατάθεση τους. Η δικαστική δαπάνη των δύο αντίθετων εφέσεων που απορρίφθηκαν, πρέπει να συμψηφιστεί, λόγω των δυσερμήνευτων διατάξεων και της διακύμανσης της νομολογίας (άρθρ 179, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό" Με βάση τις παραδοχές και αιτιολογίες της διατύπωσε το ακόλουθο διατακτικό: "

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις κρινόμενες δύο αντίθετες εφέσεις, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.

Απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ως προς την έφεση της εκκαλούσας.

Δέχεται εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων.

Εξαφανίζει, κατά ένα μέρος, την εκκαλουμένη 6225/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μόνο ως προς τη διάταξη με την οποία απορρίφθηκε το κονδύλι των 167 εκατομμυρίων δραχμών, καθώς και ως προς τη δικαστική δαπάνη.

Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 23-7-2001 αγωγής.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς το κονδύλι των εκατό εξήντα επτά εκατομμυρίων (167.000.000) δραχμών. Και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ως προς την έφεση των εκκαλούντων." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, και ειδικότερα του κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στο ισόποσο των 167.000.000 δρχ. και τη συνδεόμενη με τούτο αποθετική τους ζημία, ως και εκείνου περί δικαστικών εξόδων, εναντιώνονται οι ηττηθέντες κατά τούτο εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Α. Κύριο δικόγραφο. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 περ.α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Αντίθετα ως αίτηση κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως νοείται το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως ενδίκου μέσου, αντεφέσεως ή τριτανανακοπής, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο επεδίκασε μη αιτηθέν ή περισσότερα του αιτηθέντος ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Η διαφορά των λόγων αυτών αναιρέσεως έγκειται στο ότι αφορούν αντίστοιχα ισχυρισμούς και αιτήσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία κατά τον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, με την οποία σκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχει επ' αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ.1 εδ.β' ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επί ανωμαλού παρακαταθήκης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας και εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά με βάση την κατά την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη και επομένως και η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας, ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1,2 του ν.5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ν.δ.951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ' στοιχ. α' του ν.δ.118/1973, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 παρ.1 Εισ.ΝΑΚ, 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση καταθέσεως στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική ενοχή εις ολόκληρο. Επομένως καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και συνεπώς χωρίς να είναι αναγκαία η παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους, αφού ενεργεί στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος των άλλων δικαιούχων, η δε καταβολή των χρημάτων της καταθέσεως σε ένα από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη της καταθέσεως και ως προς τους λοιπούς.

Εξάλλου, από τα άρθρα 1, 35, 36, 39 και 44 ΝΔ 17.7/13.8.1923,που, κατ' άρθρο 41 Εισ.ΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 εδ. α', στην αρχή, και β' ΑΚ συνάγονται τα εξής: Κατ' ειδική ρύθμιση του ως άνω ΝΔ, για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γεννήσεως της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο δεν έχει ή έχει βέβαιη χρονολογία. Κατ' ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ΝΔ, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτο η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον (βλ.Ολ. ΑΠ 38/1988), η εν λόγω δε τράπεζα, δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή. Κατά τη γενική δε ρύθμιση του ΑΚ, αν η ενεχυρασμένη απαίτηση δεν είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, τυχαίνει δε να είναι χρηματική τέτοια, όπως συμβαίνει όταν η απαίτηση αυτή είναι του ενεχυραστή κατά της τράπεζας από τη σύμβαση καταθέσεως από εκείνον σ' αυτήν χρημάτων σε λογαριασμό ταμιευτηρίου, το δε ασφαλισμένο χρέος έχει λήξει, η τράπεζα έχει δικαίωμα να εισπράξει την ενεχυρασμένη απαίτηση αλλά μόνο για το ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση της, ενώ για το έγκυρο αυτής της εισπράξεως δεν απαιτείται ούτε σχετική συναίνεση, έστω υπό τη μορφή συμπράξεως του ενεχυραστή κατά την είσπραξη, ή σε προγενέστερο χρόνο, ούτε έκδοση εκ μέρους της τράπεζας κάποιου παραστατικού της εισπράξεως στο όνομα του ενεχυραστή. Τέλος από τα άρθρα 669 ΕΝ 47 και 4-67 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, 874 ΑΚ και 112 Εισ.ΝΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, που συνάπτεται μεταξύ δύο προσώπων από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνείται ότι τα μέρη δεν θα επιδιώκουν ούτε θα διαθέτουν μεμονωμένα τις εκατέρωθεν απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά θα καταχωρίζουν αυτές σε τρέχοντα λογαριασμό, υπό μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, με σκοπό να οφείλεται το μέλλον να προκύψει, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, κατάλοιπο. Σύμβαση δε αλληλοχρέου λογαριασμού μπορεί να συμφωνηθεί να λειτουργεί στα πλαίσια σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 112 παρ. 2 του Εισ.ΝΑΚ ο αλληλόχρεος, λογαριασμός κλείεται περιοδικά ανά εξάμηνο ή τρίμηνο, το περιοδικό σε κλείσιμο δεν επιφέρει το πέρας της σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού ούτε δημιουργεί απαίτηση για την απόδοση του καταλοίπου, το οποίο μόνο κατά το οριστικό, μετά από καταγγελία, κλείσιμο του λογαριασμού καθίσταται απαιτητό. Πριν από το οριστικό κλείσιμο κάθε δε πίστωση του ενός ή του άλλου μέρους αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού και χάνει την αυτοτέλεια της έτσι ώστε να μη μπορεί να επιδιωχθεί αυτοτελώς και μετά το κλείσιμο (οριστικό) του λογαριασμού να είναι δάνειο έναντι του άλλου εκείνο το μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο (κατάλοιπο). Από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης, που υπέβαλε ως εφεσιβλητή προς απόκρουση της με στοιχ. (α) εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι κατά το σχετικό όρο των συμβάσεων η κατάθεση δε υπόκειται σε λήξη ή προθεσμία μέχρι την εξόφληση όλων των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, κατά μερική παραδοχή του οποίου από την προσβαλλόμενη απόφαση για το ισόποσο των 167.000.000 δρχ. της εγγυητικής ευθύνης, ως αυτοφειλετών, του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων, με παράλληλη ισόποση ενεχύραση και εγχώρηση προς την αναιρεσίβλητη της προθεσμιακής καταθέσεως απέρριψε κατά τούτο την αγωγή με την αιτιολογία ότι η εν λόγω αξίωσή τους δεν ήταν γεγεννημένη, η ύπαρξη και το μέγεθος της οποίας εξαρτάται από την μη επακολουθήσασα απόσβεση της οφειλής της πρωτοφειλέτιδας προς την αναιρεσίβλητη, της απορρέουσας από το προκύπτον από το κλείσιμο κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2001 του τηρουμένου ανοικτού λογαριασμού οικονομικό αποτέλεσμα, το οποίο δεν έχει προσδιορισθεί, ούτε απετέλεσε αντικείμενο της ανοιγείσης με την αγωγή των αναιρεσειόντων δίκης. Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με τις παραδοχές του αυτές έλαβε υπόψη μη προβληθέντα από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρισμό, ελέγχεται ως αβάσιμη. Περαιτέρω οι σαφείς και πλήρεις περί τούτων αιτιολογίες δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειουμένων στην αρχή της παρούσης διατάξεων απόρριψη της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως των αναιρεσειόντων του ισόποσου των 167.000.000 δρχ, ως μη γεγεννημένης, παραδοχή η οποία αποκλείει και την θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, χωρίς η διάταξη αυτή να διαφοροποιείται από την διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε' ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει ότι έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά του δικαιώματος γεγονότα, με άμεση δικονομική συνέπεια ο επόμενος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχεται ως αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως αλυσιτελής και άρα απαράδεκτη, η διατυπούμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.9γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι, με την εκτίμηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι δεν πλήττεται με τη με στοιχ. (α) έφεση των αναιρεσειόντων το κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας (διαφυγόντα κέρδη από τόκους), που συνδέεται με εκείνο του ισόποσου των 167.000.000 δρχ. και απορρέει από την μη απόδοση του εν λόγω ποσού της προθεσμιακής καταθέσεως, άφησε αδίκαστη την εν λόγω αξίωσή τους αποθετικής ζημίας. Και τούτο για τον λόγο ότι η μη πληττομένη επιτυχώς αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την κατ' ουσίαν απόρριψη της κύριας απαιτήσεως των αναιρεσειόντων για απόδοση του ισόποσου των 167.000.000 δρχ. της προθεσμιακής καταθέσεως και κατά την θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αρκούσε και δικαιολογούσε το ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό της (ΚΠολΔ 578) για απόρριψη της παρεπόμενης αυτής αξιώσεώς τους της αποθετικής ζημίας. Αντίθετα βάσιμα εναντιώνονται οι αναιρεσείοντες με τις προβαλλόμενες κατ' επικουρική σειρά με τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.9 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συμψήφισε τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς το αντίστοιχο αίτημα και κεφάλαιο αυτό να μεταβιβασθεί στο Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη σε κάθε περίπτωση περί τούτου ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε, με προσήκουσα αναιρετική αιτίαση την κύρια διατυπούμενη από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, έννοια με την οποία και η βασιμότητα της βεβαιώνεται στη συνέχεια. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, επι της αγωγής των αναιρεσειόντων εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, με κατ' ουσίαν απόρριψη της κύριας αξιώσεως αυτών για απόδοση του ισόποσου των 167.000.000 δρχ. της προθεσμιακής καταθέσεως και της συνδεόμενης μετ' αυτής παρεπόμενης απαιτήσεως τους αποθετικής ζημίας, η 6215/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία παράλληλα καταδικάσθηκε η εναγομένη στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία όρισε στο διατακτικό της, κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών, και εντεύθεν για όλα τα κεφάλαια αυτής, στο ποσό των 5.000,00 ευρώ αριθμητικώς και τεσσάρων χιλιάδων ολογράφως. Την εν λόγω πρωτοβάθμια απόφαση και ειδικότερα το κεφάλαιο αυτής που αφορά την μερική παραδοχή της αγωγής, προσέβαλε η ηττηθείσα κατά τούτο εναγομένη με τη χαρακτηριζόμενη με στοιχ.(β) έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και παράλληλα συμψηφίσθηκε η προκληθείσα από την άσκηση αυτής στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας δικαστική δαπάνη, με την αιτιολογία "των δυσερμήνευτων διατάξεων και της διακύμανσης της νομολογίας". Κατά της αυτής αποφάσεως, και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στην κατ' ουσίαν απόρριψη της κύριας αξιώσεως των αναιρεσειόντων του ισόποσου των 167.000.000 δρχ. και της συνδεόμενης μετ' αυτής παρεπόμενης απαιτήσεως τους αποθετικής ζημίας, εναντιώθηκαν οι τελευταίοι με την χαρακτηριζόμενη με στοιχ. (α) έφεσή τους, κατά παραδοχή της οποίας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το εκκληθέν δι'αυτής κεφάλαιο και εξέταση κατά τούτο κατ'ουσίαν της υποθέσεως απορρίφθηκε ομοίως η αγωγή κατά τις εν λόγω αξιώσεις των εναγόντων με διάφορη αιτιολογία, η οποία προφανώς οδηγεί σε διάφορο, από απόψεως δεδικασμένου, διατακτικό, δοθέντος ότι διαφορετικά δεν εδικαιολογείτο η εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως κατά το εκκληθέν με την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κεφάλαιο αυτής (ΚΠολΔ 534). Παράλληλα όμως, κατ'αποδοχή της αυτής εφέσεως των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη δι'αυτής πρωτόδικη απόφαση και κατά το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, διαδικαστική ενέργεια αναγκαία συνήθως για τον ενιαίο προσδιορισμό των εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας σε περίπτωση επιτυχούς προσβολής και εξαφανίσεως της πρωτοβάθμιας αποφάσεως για ορισμένα κεφάλαια αυτής, λαμβάνοντας όμως υπόψη και τα αναλογούντα πρωτοδίκως έξοδα για τα μη εκκληθέντα κεφάλαια. Παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την αποδοχή της εφέσεως των αναιρεσειόντων, συμψήφισε με την αυτή αιτιολογία στο σύνολό τους τα επιδικασθέντα υπέρ των αναιρεσειόντων δικαστικά έξοδα που αφορούσαν και τα μη εκκληθέντα δι' αυτής κεφάλαια της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, τα οποία δεν απετέλεσαν εντεύθεν αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, πλημμέλεια η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 περ.α' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Β. Πρόσθετο δικόγραφο Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Όπως συνάγεται από την διατύπωση της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 3Οήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 33/96). Σε συνέπεια με τη νομική αυτή παραδοχή η οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία, αρχόμενη από την επομένη της καταθέσεως των με ιδιαίτερο, 145/2-9-2010, δικόγραφο πρόσθετων λόγων της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, συμπληρώνεται ημερολογιακώς στις 2-10-2010, ημέρα Σάββατο, και λήγει κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.12 εδ.α' του ν.1175/1981, στις 4-10-2010 ημέρα της ορισθείσης προς συζήτηση αυτής δικασίμου, που, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπολογίζονται κατά τον προσδιορισμό της, και με την έννοια αυτή οι πρόσθετοι λόγοι εκπροθέσμως ασκήθηκαν, αξιολογούμενοι εντεύθεν, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 577 παρ.2), ως απαράδεκτοι, λόγο για τον οποίο και πρέπει προεχόντως να απορριφθούν.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου του κυρίου δικογράφου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και της προβαλλόμενης δι' αυτού αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. α' ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων αναφορικά με την έφεση των αναιρεσειόντων και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου τούτων (ΚΠολΔ 183, 178 § 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 998/16-2-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ