456/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated456/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από την σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής αυτής βάσης η επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς ν' απαιτείται ν' αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (αρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την ένδικη από 27-12-2001 (και με αριθ.
Full text
Απόφαση 456 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 456/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΑΜΒΑΚΟΣ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια. Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 22-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ή 560 αριθ. 1), αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου περιστατικά (ποιοτική αοριστία), ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του αρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ αντίστοιχα.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση, επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του αρθ. 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), το δε κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης καθορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 158, 159§1, 174, 180 και 904 ΑΚ προκύπτει, ότι επί παροχής μη νομίμου, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβασης εργασίας ή έμμισθης εντολής δικηγόρου, αυτός που παρέσχε τις υπηρεσίες του δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από τον λήπτη της παροχής την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε, συνισταμένη στο αντάλλαγμα που θα κατέβαλλε για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση.
Στοιχεία της αξίωσης αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία είναι επιβοηθητικής φύσεως με την έννοια ότι μπορεί ν' ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση (ή από αδικοπραξία), και της αντίστοιχης αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ' αρθ. 216§1 ΚΠολΔ, αποτελούν (α) η δόση της παροχής (παροχή των υπηρεσιών), (β) η συγκεκριμένη αιτία της παροχής και (γ) ο λόγος, για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία, με συνέπεια η παροχή να εμφανίζεται ως νομικά αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο αυτό, εάν με την αγωγή ζητείται ευθέως ο πλουτισμός λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, θα πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτήν, για να είναι ορισμένη, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης, εάν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθ. 219 ΚΠολΔ), δηλ.
υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από την σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής αυτής βάσης η επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς ν' απαιτείται ν' αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (αρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την ένδικη από 27-12-2001 (και με αριθ.
έκθ. κατ. 37/2001) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδιάς, της οποίας το αίτημα μετετράπη από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) εξέθεσε (α) ότι κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (αναιρεσείουσας) παρείχε σ' αυτήν από τις αρχές Μαΐου 1995 μέχρι και το τέλος του 1996 τις νομικές του υπηρεσίες ως πληρεξούσιος δικηγόρος και νομικός της σύμβουλος και ότι ειδικότερα προέβη στις εκεί αναφερόμενες αναλυτικά ενέργειες, για τις οποίες η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ως υπόλοιπο αμοιβής του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, το συνολικό ποσό των 68.844.431 δρχ. (κύρια βάση της αγωγής), άλλως και επικουρικά ότι το ίδιο ποσό οφείλει να του καταβάλει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε δικηγόρο που θα παρείχε τις προαναφερόμενες δικηγορικές υπηρεσίες και εργασίες, και μη καταβάλλοντας αυτό κατέστη κατ' ίσο ποσό πλουσιότερη σε βάρος του (1η επικουρική βάση) (β) ότι, επικουρικότερα, με την από 29-5-1995 έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ως δικηγόρος και νομικός της σύμβουλος με συμφωνηθείσα πάγια μηνιαία αντιμισθία 1.000.000 δρχ., καθαρά, ότι η σύμβαση αυτή κρίθηκε άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησης της εναγομένης κατά την σύναψή της, ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό της πάγιας αντιμισθίας για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1995 έως τον Δεκέμβριο του 1996, καθώς και τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και την αποζημίωση καταγγελίας, και συνολικά το ποσό των 20.080.000 δρχ..
το οποίο θα του κατέβαλε, εάν η ως άνω σύμβαση ήταν έγκυρη (2η επικουρική βάση), ως προς την επικουρική δε αυτή βάση (2η) η αγωγή έγινε ενμέρει δεκτή με την προσβαλλομένη 39/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας (που συνεδρίασε στην μεταβατική έδρα της ...), με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 55.392,5€ με το νόμιμο τόκο.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αγωγή, κατά την γενομένη δεκτή ως άνω βάση της, δεν έπασχε αοριστία οποιασδήποτε μορφής , όπως είχε ισχυρισθεί η αναιρεσείουσα με τον 2° λόγο της έφεσής της, ο οποίος κατά συνέπεια ορθά απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος (ανεξάρτητα από την αοριστία του λόγω της μη αναφοράς στο αναιρετήριο του ακριβούς περιεχομένου της αγωγής).
Περαιτέρω, το Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλομένη ως άνω απόφαση του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο ενάγων δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ..., παρείχε πράγματι τις δικηγορικές υπηρεσίες του στην εναγομένη εταιρεία από τον Μάιο του 1995, όταν και συντάχθηκε μεταξύ τους το ως άνω συμφωνητικό έμμισθης εντολής, για το οποίο κρίθηκε αμετάκλητα ότι δεν δεσμεύει την εναγομένη, μέχρι και το Νοέμβριο του 1996, ότι ειδικότερα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ο ενάγων, πλην άλλων εργασιών, το καλοκαίρι του 1995 προέβη σε διαπραγματεύσεις για την μίσθωση από την εναγομένη ενός εργοστασιακού συγκροτήματος επεξεργασίας βάμβακος της εταιρείας "ΓΙΟΥΝΙΚΟΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", η οποία (μίσθωση) τελικά πραγματοποιήθηκε με την συμβολή του τον Οκτώβριο του 1995, οπότε και συνετάγη το από 6-10-1995 σχετικό συμφωνητικό, διαπραγματεύθηκε με τον σύνδικο της πτώχευσης της εκμισθώτριας εταιρείας και συνέβαλε στην σύνταξη της προβλεπομένης στο ως άνω συμφωνητικό εγγυητικής επιστολής, προέβη στην σύνταξη του από 18-10-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού (εργολαβικού) μεταξύ της εναγομένης και του ..., προέβη στην σύνταξη του από 9-8-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών ...
και της "ΒΙΟΚΟΤ ΕΕ", της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο Ζ, εκπρόσωπος τότε της εναγομένης, καθόσον με το ως άνω συμφωνητικό έμμισθης εντολής ο ενάγων είχε αναλάβει το χειρισμό και των υποθέσεων των εταιρειών στις οποίες συμμετείχε ο Ζ, προέβη στην σύνταξη της από 27-11-1995 αίτησης συμβιβασμού της πιο πάνω εταιρείας ΒΙΟΚΟΤ ΕΕ ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, συνέταξε την από 30-11-1995 εξώδικη δήλωση της εναγομένης προς την "ΓΙΟΥΝΙΚΟΤ ΑΕ", ασχολήθηκε με τα προβλήματα που προέκυψαν στην εναγομένη τον Δεκέμβριο του 1995 με τον Οργανισμό Βάμβακος και συνέταξε σχετική προσφυγή, συνέταξε προτάσεις και παραστάθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 27-12-1995 κατά την συζήτηση της αίτησης της "ΓΙΟΥΝΙΚΟΤ ΑΕ" κατά της εναγομένης, συνέταξε προτάσεις και παραστάθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς επί αγωγής της "Ζ & Σία ΕΕ", συνέταξε την από 20-11-1996 προσφυγή της τελευταίας ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και έδινε νομικές συμβουλές παρέχοντας εν γένει δικηγορικό έργο, με βάση δε τις παραδοχές αυτές και μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κατά την ως άνω επικουρική βάση της είχε γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, που θα κατέβαλε σε άλλον δικηγόρο με τα ίδια προσόντα και υπό έγκυρη σύμβαση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ειδικότερα το ποσό των 1.000.000 δρχ.
το μήνα, όπως είχε ορισθεί στο ως άνω συμφωνητικό (ως πάγια αντιμισθία), και για τους αναφερόμενους ειδικότερα εκεί μήνες, για επιδόματα εορτών κλπ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος, και τελευταίος, λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΑΜΒΑΚΟΣ" για αναίρεση της 39/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ