Legislator Case Law & Legislation
456/2008 AI generated

456/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 456/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

456/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον πρώτο, δεύτερο και τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 981, 1045, 1046, 261 και 263 ΑΚ και περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Keywords

AI generated
legacy of property of another proof of ownership previous legal status previous domicile vendor's statutory lien expired residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 456 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 456/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλιτιάδη Καρπέτα.

Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σπυριδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2003 προδικαστική, 166/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 18-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν τη διάταξη του αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε τη διάταξη του αριθμ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 981 εδ. α'ΑΚ, η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα κατοχής είναι νομέας του, ανασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τον πρώτο, δεύτερο και τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 981, 1045, 1046, 261 και 263 ΑΚ και περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου με αρ. ....... συμβολαίου του Συμβ/φου Κερκύρας Α. Βραχλιώτη ο ενάγων αγόρασε παρά της ΕΠΕ με την επωνυμία "......" αγροτεμάχιο, έκτασης 986,50 τ. μέτρων κείμενο εις θέση "....." της ευρύτερης περιοχής "......." κοινότητας Σιναράδων όπως τούτο στην αγωγή κατά τα όριά του αναλυτικά εκτίθενται μεταξύ των οποίων και με ιδιοκτησία εναγομένου.

Το ακίνητο η δικαιοπάροχός του κατείχε δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου με αρ. ...... συμβολαίου του Συμβ/φου Κέρκυρας Μ. Πηγή ένεκα πωλήσεως από τους συγκυρίους του .... και ....... που κατείχαν αυτό από κληρονομία του αποβιώσαντος το 1937 αληθούς κυρίου ....... συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα ο τελευταίος δε από το έτος 1917 και ο προκάτοχος από το 1870.

Τόσο η άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, όσο και οι απώτεροί του ασκούσαν επ' αυτού με διάνοια κυρίων και καλή πίστη τις αρμόζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής δια της συλλογής του ελαιοκάρπου εκ των ελαιοδένδρων που είχε και της εν γένει επιβλέψεώς του. Μετά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου ο ενάγων ανέθεσε στον ......

τη σύνταξη τοπογραφικού για το ακίνητο διαγράμματος κατά το οποίο διαπιστώθηκε ότι τμήμα του έκτασης 226,13 τ. μέτρων (κατά τη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη 274,35 τμ) όπως τούτο αναλυτικά οριοθετείται κατελήφθη από τον εναγόμενο ο οποίος επί τμήματος αυτού και σε έκταση 121 περίπου τ. μ. κατασκεύασε κατ' επέκταση της εκεί επιχειρήσεώς του εξ εστιατορίου -ταβέρνας και ενοικιαζομένων δωματίων, κτίσματα πέραν του έτους 1977 και σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα μετά το έτος αυτό χρόνο.

Ειδικότερα ο τελευταίος που συνομολογεί την ύπαρξη κτισμάτων στο επίδικο, χωρίς ο ίδιος να προσδιορίζει και την επ' αυτού θέση τους επικαλείται κατ' ένσταση δικαίωμα ιδίας στο επίδικο κυριότητος, ως αποτελούντος τμήμα μείζονος στη θέση αυτή ιδιοκτησίας του έκτασης 1574,63 τ.μ., την οποία απέκτησε δια της με αρ. ......

δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος το έτος 1971 πατρός του υπεισερχόμενος σ' αυτή από το έτος 1972 μέχρι σήμερα. Ότι τα επί του επιδίκου κτίσματα, ήτοι οικία και στάβλος που υπήρχαν 32 προ του θανάτου του πατέρα του έτη και χρησιμοποιούσε εν ζωή ο τελευταίος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, όπως και αυτός, το έτος 1964 επισκευάστηκαν, ακολούθως δε το 1973 μετέτρεψε το στάβλο σε κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του και το 1983 σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, την οικία δε το 1978 σε εστιατόριο ψησταριά.

Ότι με βάση αυτά και προσμετρώντας στην επί των κτισμάτων αυτών νομή του και αυτή του δικαιοπαρόχου του κατέστη κύριος προ του 1993 του όλου επιδίκου (κτισμάτων και περιβάλλοντος αυτά χώρου) ως αποτελούντος τμήμα της μείζονος κληρονομηθείσας σ' αυτόν περιουσίας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (αρθρ. 974, 1045 ΑΚ).

Προς επίρρωση του ισχυρισμού του επικαλείται και προσκομίζει σειρά εγγράφων με ημεροχρονολογίες μετά το έτος 1977, όπως βεβαιώσεις δήλωσης ενάρξεως επιτηδεύματος έτους 1983. ΕΟΤ, βεβαιώσεις του Προέδρου κοινότητος Σιναράδων ότι υπήρχε οικοδομή επί της μείζονος ως άνω ιδιοκτησίας του προ του έτους 1923, προκειμένου να νομιμοποιήσει αυθαίρετο κτίσμα χωρίς βέβαια στις σε ανύποπτο χρόνο δοθείσες αυτές βεβαιώσεις να προσδιορίζεται και το σημείο επί του οποίου η οικοδομή σε σχέση με το σημερινό επίδικο υφίσταται και πέραν του λόγου ότι στο εφετήριο δικόγραφο ο ίδιος ανάγει την ύπαρξη αυτής στο έτος 1939, μεταγενέστερα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής της κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, τα οποία ακυρώθηκαν με δικαστικές αποφάσεις με την πιθανολόγηση ότι ο ίδιος στη θέση "......." έχει ιδιοκτησία εκ της παραπάνω διαθήκης, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται.

Κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης η διαδικασία χάραξης των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή δεν ολοκληρώθηκε μέχρι σήμερα, για το γεγονός δε αυτό από κανένα διάδικο μέρος δεν προσκομίζεται αντίθετο στοιχείο). Όμως από την προσκομιζόμενη διαθήκη δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος στηρίζει το δικαίωμά του περί υπάρξεως των κτισμάτων που επικαλείται επί του επιδίκου τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του, όπως και προειπώθηκε, κατασκευάστηκαν το έτος 1939, επισκευάστηκαν και επεκτάθηκαν κατά τα παραπάνω στην πορεία, δεν προκύπτει ότι στην καταλιπόμενη εξ αυτής (διαθήκης) ιδιοκτησία στη θέση "........" υπήρχαν οικία και στάβλος από του χρόνου που επικαλείται δοθέντος ότι από τη σχετική αυτής περικοπή και όπως επί λέξει αναγράφεται ο διαθέτης καταλείπει πλην άλλων "....την υπόλοιπη περιουσία του αποτελούμενη εκ χερσότοπων εις θέση ...., εκ του κτήματός του εις θέση .......

Σιναράδων εκ της οικίας του και σταύλου και ότι περικλείει μέσα εντός του χωριού .... εκ δυο ελαιοδένδρων εις θέση .... και του σόχωρου εις το χωριό ......" Είναι επομένως σαφές και ανεξάρτητα του μη προσδιορισμού της έκτασης της ιδιοκτησίας εις θέση "......" ότι η οικία και ο σταύλος υπήρχαν εντός του χωρίου .....

και όχι στη θέση αυτή που ο εναγόμενος ισχυρίζεται. Το γεγονός της υπάρξεώς τους εντός του χωριού ...... επιβεβαιώνεται και από τον εκ της διαθήκης συγκληρονόμο αδελφό του στην ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας ποινική δίκη μεταξύ εναγομένου -ενάγοντος και Γ1 δίκη ύστερα από μήνυση του πρώτου κατά των τελευταίων με αφορμή άλλη διαφορά τους.

Άλλωστε και ο εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου μαρτυράς του σχετικά με το θέμα αυτό δεν προσδιόρισε ούτε διευκρίνισε με σαφήνεια για ύπαρξη κτισμάτων στο επίδικο. Πέραν των παραπάνω ο ορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας δια της διεξαγόμενης πραγματογνωμοσύνης του σαφώς και αιτιολογημένα γνωμοδοτεί ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντος και ότι τα κτίσματα που περιλαμβάνουν τμήμα αυτού έκτασης 121 τ.μέτρων κατασκευάστηκαν μετά το έτος 1977 χωρίς βέβαια να προκύπτει και ο ακριβής χρόνος κατασκευής τους.

Ειδικότερα κατά την επιτόπια στο επίδικο αυτοψία του και αφού έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και τα προσκομιζόμενα εκατέρωθεν των διαδίκων μερών έγγραφα που αναλυτικά αναφέρονται στην πραγματογνωμοσύνη, αποφαίνεται τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί μη κατεδαφίσεως των παλαιών κτισμάτων (στάβλου, οικίας) αλλά της ενσωματώσεώς τους σε σημερινά, πλην άλλων, κτίσματα ελέγχεται για την ακρίβειά του δοθέντος ότι δεν διαπίστωσε επ' αυτών παλιούς πέτρινους τοίχους.

Στον τοπογραφικό χάρτη της Υπηρεσίας τοπογραφήσεων και κτηματολογίου του Υπουργείου Δημοσίων έργων που εκδόθηκε το 1974 και συντάχτηκε φωτογραμμετρικά με χρήση παλαιότερης λήψης αεροφωτογραφιών και επί του οποίου εντόπισε τις ιδιοκτησίες των διαδίκων δεν αποτυπώνεται κανένα κτίσμα και κανείς από τους υπάρχοντες σήμερα δρόμους.

Το τοπωνύμιο ...... σημειώνεται επί της κορυφής υπερκειμένου λόγου σε απόσταση 400 μ. από τις ιδιοκτησίες των διαδίκων, με τη μνεία ότι τα τοπωνυμία χρησιμοποιούνται από τους πολίτες κατά το δοκούν όταν συντάσσονται συμβόλαια, διαθήκες κλπ και αποτελούν ένδειξη και όχι απόδειξη υπάρξεως η μη ιδιοκτησίας στη συγκεκριμένη θέση.

Στο τοπογραφικό της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού που συντάχθηκε φωτογραμμετρικά το 1994 με χρήση αεροφωτογραφιών το έτος 1981 επί του οποίου εντοπίστηκαν και πάλι οι ιδιοκτησίες των διαδίκων αποτυπώνεται τμήμα του σημερινού κτίσματος του εναγομένου και ο σημερινός κοινοτικός δρόμος .....- ........ όχι όμως και οι αγροτικοί δρόμοι που περιβάλλουν την ιδιοκτησία εναγομένου, οι οποίοι προφανώς ανοίχτηκαν μετά το 1981.

Στο ίδιο τοπογραφικό το τοπωνύμιο "......" αποτυπώνεται σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το επίδικο. Στις ..... συντάχθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα προς καθορισμό οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας (δεν ολοκληρώθηκε μέχρι σήμερα) προ των ιδιοκτησιών των διαδίκων και Γ1, το οποίο θεωρήθηκε το 1977 και υπογράφτηκε από την αρμόδια για το θέμα αυτό επιτροπή.

Παρατηρείται ότι αναφέρεται το τοπωνύμιο "......" και όχι "......" και δεν σημειώνεται κανένα κτίσμα στην ιδιοκτησία εναγομένου. Η Δ.Τ.Υ.Ν.Κ. στις 16-11-1977 παρέδωσε στον εναγόμενο προσωρινό τίτλο μη κατεδαφίσεως αυθαιρέτου ύστερα από δήλωση αυτού του Ν. 105/69, στην οποία δηλώνει ότι το οικόπεδό του στη θέση "......." κατασκεύασε το 1964 αυθαίρετη ισόγεια οικία έκτασης 103,70 τ.μ.

Η δήλωση αυτή σε σχέση με. το β προαναφερθέν από ...... τοπογραφικό διάγραμμα καθορισμού οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας όπου δεν αποτυπώνεται η οικία αυτή, πράγμα απαραίτητο δοθέντος ότι τα παλαιά κτίσματα εξαιρούνται του αιγιαλού (άρθρο 5 παρ.1 του Α.Ν. 2344/40) και σε αντίθεση των αντιφατικών κατά τα παραπάνω για το χρόνο κατασκευής ισχυρισμών του ίδιου ελέγχεται και πάλι για την ακρίβειά της.

Ο ίδιος πραγματογνώμονας λαμβάνοντας υπόψη τοπογραφικά που συντάχθηκαν καθ' υπόδειξη και των ιδίων των διαδίκων των μηχανικών ....., ......, ......, ...... συνδυαζόμενα με αυτά των ....... της Τεχνικής Υπηρεσίας, όπως και της από ...... τεχνικής έκθεσης ερμηνείας αεροφωτογραφιών της περιοχής του τοπογράφου μηχανικού ........, η οποία προσδιορίζει τα μετά το 1984 κατασκευασθέντα υπό του εναγομένου κτίσματα, την ταύτιση του συμβολαίου με το οποίο ο ενάγων απέκτησε τη μείζονα ιδιοκτησία του με το συμβόλαιο του .....

δια του οποίου η άμεσος δικαιοπάροχός του απέκτησε αυτή και το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων αποφαίνεται χωρίς αμφιβολία ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως του ενάγοντος. Τέλος να σημειωθεί ότι την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος περί διαπραγματεύσεων του εναγομένου προς αγορά του επιδίκου από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος την οποία ο ίδιος μάρτυρας ως εταιρεία εκπροσωπούσε ουδεμία περί τούτου αμφισβήτηση προέβαλε ο τελευταίος.

Εξ άλλου όπως προκύπτει από το άρθρο 262 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 249, 291 επ. και 277 ΑΚ για να είναι ορισμένη η ένσταση παραγραφής πρέπει να αναφέρεται και χρόνος και το αφετήριο αυτής σημείο. Περαιτέρω από τις ανωτέρω διατάξεις συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 1094 και 1095 ΑΚ προκύπτει ότι η διεκδικητική της κυριότητος ακίνητου αγωγή, ως αξίωση που απορρέει από το απόλυτο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητος υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή.

Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος και συμπληρώνεται με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα της κυριότητός του επί μια εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται τι είδους νομή ή κατοχή ασκεί ο προσβολέας και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητος με χρησικτησία.

Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δικαιούται ο υπόχρεος να προβάλλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος. Χωρίς όμως η παραγραφή αυτή να επιφέρει απόσβεση κυριότητος που εξακολουθεί να παραμένει στο δικαιούχο, εκτός αν συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου και οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας (κτητικής παραγραφής).

Στην προκειμένη περίπτωση και όπως από το σύνολο των προαναφερομένων στοιχείων προέκυψε τα επί του επιδίκου κτίσματα του εναγομένου επί των οποίων, όπως και του περιβάλλοντος αυτά χώρου ο ίδιος προσμετρώντας στη νομή του και αυτή του δικαιοπαρόχου του επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος (έκτακτη χρησικτησία) κατασκευάστηκαν μετά το έτος 1977.

Λαμβανομένου δε υπόψη του γεγονότος ότι ο ενάγων απέκτησε το επίδικο ως τμήμα τη μείζονος ιδιοκτησίας του το 1993 δια του προαναφερομένου συμβολαίου, τίτλου κτήσεώς του, υπεισερχόμενος έκτοτε στη νομή και κατοχή του δια της επιβλέψεώς του, συντάξεως τοπογραφικού, ασκήσεως όμοιας με την παρούσα διεκδικητική κυριότητος του επιδίκου αγωγή το 1995 που απερρίφθη για λόγους αοριστίας του δικογράφου της δεν παρήλθε εις βάρος του η επικαλούμενη από τον εναγόμενο εικοσαετής παραγραφή του δικαιώματος του (1977- 1993) και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη σχετική ένσταση κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, συνακόλουθα δε αυτής και η ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος του ενάγοντος, η οποία από τα προαναφερθέντα περιστατικά δεν εμπίπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στους ορισμούς της 281 ΑΚ διατάξεως.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια ορθά το νόμο ερμήνευσε και ακολούθως εκτίμησε τις αποδείξεις, κατ' αποτέλεσμα δε αυτών απορριπτέοι κρίνονται κατ' ουσίαν οι σχετικοί περί τούτου λόγοι που προβάλλονται με την έφεση,, όπως και αυτή στο σύνολό της". Η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ως άνω παραδοχές της, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων-εναγόμενος, κατασκεύασε κατά επέκταση της εκεί επιχειρήσεώς του εστιατορίου-ταβέρνας, κτίσματα (ενοικιαζόμενα δωμάτια), 121 περίπου τ.μ., μετά το 1977 κατά μη επακριβώς προσδιορισθέντα μετά το έτος αυτό χρόνο, επί του διεκδικούμενου τμήματος των 226, 13 τ.μ, περαιτέρω δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων από το 1993 που απέκτησε παραγώγως τη μείζονα έκταση των 986,50 τ.μ υπεισήλθε στη νομή και κατοχή και της επιδίκου εκτάσεως των 226,13 τ.μ με την επίβλεψη αυτής, σύνταξης τοπογραφικού κλπ., χωρίς όμως να προσδιορίζει και τον τρόπο κατά τον οποίο ο αναιρεσείων-εναγόμενος απώλεσε τη φυσική εξουσία επί των κτισμάτων των 121 τ.μ που είχε ανεγείρει στο διεκδικούμενο ακίνητο.

Έτσι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν παρήλθε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστημα από 1977 έως 1993, οπότε αυτός απέκτησε κατά τις παραδοχές του τη νομή ολοκλήρου του επίδικου ακινήτου, δηλ. και των 121 τ.μ., η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο εικοσαετής παραγραφή της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας στις 23-4-2002, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 981 εδ.

α' και 974 ΑΚ. Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 235/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ