456/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated456/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
Full text
Απόφαση 456 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 456/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Αδαμαντία Καπετανάκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1).... , 2)...... , 3)..... , 4)..... και 5).... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 755/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3930/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-10-2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 19-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.
Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στον δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.
Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στον νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.
Με το άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/1997, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με τον ν.1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και τον νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.
Εξάλλου η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθ. 4 παρ. 1 του Σ.) Η εξίσωση, με βάση την αρχή αυτή, γίνεται προς τα άνω (αποφάσεις ΔΕΚ επί της ερμηνείας του άρθρου 119 στις υποθέσεις 12/81 και C-337/89, ΑΕΔ 3/2001, OλΑΠ 6/2001, ΑΠ 1214/2005, 1344/2004).
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι εργάζονται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τον ν. 2470/1997 και -επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους οικογενειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-11-1999 -έκρινε ότι αυτοί δικαιούνται ολόκληρη την προαναφερόμενη οικογενειακή παροχή, αφού η απαγόρευση χορηγήσεώς της σ' αυτούς ολόκληρης, εκ του λόγου ότι τη λαμβάνουν οι σύζυγοί τους, δημόσιοι υπάλληλοι, αποτελεί συνταγματικώς ανεπίτρεπτη σε βάρος τους διάκριση έναντι όλων των άλλων έγγαμων εργαζομένων στο αναιρεσείον, οι οποίοι λάμβαναν την οικογενειακή αυτή παροχή και είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.10.2002 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3930/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των ανιαρεσιβλήτων, την ποία καθορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ