Supreme Court dismisses appeal against rent claim, ruling it inadmissible due to missing specific factual allegations in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two pension funds against a final court judgment regarding a lease dispute. The appellants argued the lower court ignored evidence and misinterpreted lease terms, but the court found their appeal petition vague and lacking specific factual assertions required for admissibility. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must contain specific factual allegations regarding the evidence ignored or the interpretation errors, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 456 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 456/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. 1. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείον Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, ο οποίος δήλωσε ότι το ως άνω αναιρεσείον τυγχάνει ειδικός δικαιοδόχος του 2ου αναιρεσείοντος, ως προς το 70% των κοινών περιουσιακών στοιχείων τους και 2. ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείον Συντάξεων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας, που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται από την εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει επίσης στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-1997 και 9-12-1997 αντίθετες αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3998/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1776/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 5 Δεκεμβρίου 2000 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 2ου εκ των αναιρεσειόντων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την με αριθμό Β1/45/ΟΙΚ 949/5-4-2001 Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και από τη δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 438/17-4-2001 τΒ), το συνιδιοκτησίας του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης Ελλάδος και Κτηματικής (δεύτερου αναιρεσείοντος), κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, επίδικο μίσθιο ακίνητο, περιήλθε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ.3 και 4 του ν.2843/2000, κατ’ αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (πρώτο αναιρεσείον).
Περαιτέρω με τις ίδιες ως άνω διατάξεις ορίσθηκε ότι οι απαιτήσεις κατά παντός τρίτου σε σχέση με τα μεταβιβαζομενα περιουσιακά στοιχεία θα περιέλθουν αυτοδικαίως στα διάδοχα Ταμεία και ότι εκκρεμείς δίκες των Ασφαλιστικών Φορέων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κτηματικής από οποιαδήποτε αιτία σε σχέση με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, θα συνεχίζονται από τους αντίστοιχους Ασφαλιστικούς Φορείς του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Σύμφωνα με τις άνω ρυθμίσεις, την δια της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε προ της παραπάνω μεταβιβάσεως του επί του επιδίκου μισθίου ακινήτου, ποσοστού συγκυριότητας του δεύτερου αναιρεσείοντος, ανοιγείσα δίκη, νομιμοποιείται να διεξαγάγει με την ιδιότητά του αναιρεσείοντος μόνο το πρώτο των αναιρεσειόντων Ταμείων, ήτοι και ως διάδοχο του μη εμφανισθέντος δευτέρου εξ αυτών το οποίο, κατ’ επιταγή του νόμου, δεν έχει πλέον θέση στη δίκη.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να επιτραπεί αναίρεση, γιατί η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της. Επομένως δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση εντοπίζεται ή υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Ενόψει αυτών οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ήτοι ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθότι ενώ δέχεται στο σκεπτικό της, λαμβάνοντας και ανεπίτρεπτα υπόψη πραγματικά περιστατικά (απόδοση του μισθίου) που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ότι το μίσθιο έχει αποδοθεί στα αναιρεσείοντα, στο διατακτικό της απέρριψε το αίτημα απόδοσης του μισθίου και ταυτόχρονα επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη την εκ του άρθρου 60 του Π.Δ. 34/1995 αποζημίωση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού η αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση εντοπίζεται μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού αυτής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαγνωσθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν και ποίο λόγο, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (αόριστος) χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλο έγγραφο ή και σ’ αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, αν η αγωγή κρίθηκε κατ’ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αυτός αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, όχι δε αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω: α) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση κατά προφανή παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 60 του Π.Δ. 34/1995, του άρθρου 611 του ΑΚ και του Π.Δ. 715/1979 έκρινε το μεν ότι μετά την 31.8.1997 δεν υπήρχε ενεργός μίσθωση, το δε ότι οφειλόταν αυτοδικαίως μετά τη λήξη του νομίμου χρόνου της μίσθωσης η αποζημίωση του άρθρου 60 του Π.Δ. 34/1995, παρά το γεγονός ότι η μίσθωση ουδέποτε καταγγέλθηκε από τα αναιρεσείοντα, β) ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 611 ΑΚ, απορρίπτοντας το αίτημα των αναιρεσειόντων για την καταβολή των καθυστερουμένων μισθωμάτων, χαρακτηρίζοντας αυτά ως αποζημίωση χρήσης και γ) ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση κατά προφανή παρερμηνεία της διάταξης του άρθρου 60 του Π.Δ. 34/1995 επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, τη στιγμή κατά την οποία η αναιρεσίβλητη είχε παύσει κάθε εμπορική δραστηριότητα από 5ετίας και πλέον τεθείσα σε ειδική εκκαθάριση από του έτους 1992 κ.λπ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο, δεν περιέχονται ποσώς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τις εν λόγω αιτιάσεις.
IV. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ουδόλως έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα τα οποία προσκομίσθηκαν από τα αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα την πλήρη σειρά αλληλογραφίας η οποία είχε προηγηθεί με την αναιρεσίβλητο πριν από την 31.8.1997 από την οποία προέκυπταν οι προθέσεις των διαδίκων, έλαβε δε μόνο υπόψη το τελευταίο έγγραφό τους - πρόσκληση προς διαπραγματεύσεις - το οποίο μάλιστα σαφώς παρερμηνεύθηκε κυρίως λόγω της αποκοπής του από την πλήρη σειρά της επίσημης έγγραφης αλληλογραφίας τους. Ο λόγος αυτός τόσο κατά το μέρος αυτού που προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., όσο και κατά το μέρος του που κατ’ εκτίμηση προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, στη μεν πρώτη περίπτωση γιατί δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο συγκεκριμένα ποία και ποίου περιεχομένου έγγραφα της αλληλογραφίας των διαδίκων δεν λήφθηκαν υπόψη, στη δε δεύτερη περίπτωση ποίου εγγράφου με ποίο περιεχόμενο και κατά ποίο τρόπο έλαβε χώρα παραμόρφωση αυτού.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2000 αίτηση του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος κλπ., για αναίρεση της 1776/2000 απόφασης τους Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον (Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εφτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ