Legislator Case Law & Legislation
455/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of standing and irrelevance of arguments.

Case Number 455/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by twenty employees against their employer, EBO-PYRKAL, regarding unpaid social security contributions. The court ruled that the appeal was inadmissible because the employees lacked standing to challenge the employer's liability and their arguments were legally irrelevant. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the employees were ordered to pay the employer's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 573, 556, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks standing to challenge the specific legal provision or if the grounds raised are legally irrelevant to the contested decision.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal lack of standing irrelevant grounds social security contributions employment contract breach legal costs allocation code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 20 paragraphs 2 and 21 of Law 3891/2010
Article 1 paragraph 4 of Law 3899/2010
Article 2112/1920
Articles 68, 573 paragraph 1, 556 paragraph 1, 566 paragraph 1 and 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 573 paragraph 1, 106, 176 paragraph 1, 191 paragraph 2 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 455 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 455/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείοντων: 1)Α. Β. του Φ., κατοίκου ..., 2)Ν. Β. του Κ., κατοίκου ..., 3)Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., 4)Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., 5)Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 6)Σ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 7)Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 8)Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 9)Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 10)Γ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 11)Β. Γ. του Φ., κατοίκου ..., 12)Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 13)Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 14)Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 15)Χ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 16)Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 17)Μ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 18)Κ. Δ. του Δ., κατοίκου Α. Α., 19)Χ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., και 20)Ι. Δ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΑΣ ΑΕ) και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στον Υμηττό Αττικής και εκπροσωπείσαι νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Μαρία Πολυχρονίου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 741/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 6509/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).

Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση του με την οποία εμφανίζεται ότι επιμελείται τη συζήτηση με αποτέλεσμα να μην συζητείται η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 536/2020).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1691/2022, Α.Π. 518/2021, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 1374/2017). Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ με το οποίο ορίσθηκε, ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επίσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β' αυτού), εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή.

Με την τελευταία αυτή διάταξή προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1253/2021, ΑΠ 1121/2020). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, συνολικά είκοσι (20), επισπεύδουν τη συζήτηση της ένδικης από 1-3-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..-../2-3-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 6509/22-11-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με επιμέλεια των οποίων και μετά από έγγραφη εντολή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Φώτιου Π.

Κλαουδάτου επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 23-5-2023 (άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, βλ. την υπ' αριθμό ……/14-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ.

Κ.. Σ.), οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, επειδή διενεργήθηκαν βουλευτικές εκλογές. Στη συνέχεια με την από 30-5-2023 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος επανήλθε αυτεπάγγελτα για συζήτηση η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και έγινε εγγραφή της στο πινάκιο. Η ημερομηνία της νέας αυτής δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στην ιστοσελίδα, του Αρείου Πάγου www. areiospagos.gr και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr για να ενημερωθούν οι διάδικοι.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, όλοι οι αναιρεσείοντες - οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας - φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν αποδεικνύεται ότι ο Δικηγόρος που προαναφέρθηκε είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και να εκπροσωπήσει στη συζήτηση (και) τους αναιρεσείοντες Ν. Β. του Κ., Γ. Γ. του Ι., κατοίκους ……, Ε. Γ. του Δ., κάτοικο ..., Π. Δ. του Κ., κάτοικο ..., Μ.

Δ. του Ε., κάτοικο ... και Ι. Δ. του Κ., κάτοικο ..., (2ο, 10ο, 14ο, 16ο, 17ο και 20ο των αναιρεσειόντων) επειδή οι αναιρεσείοντες που προαναφέρθηκαν δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν είτε συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε έγγραφη εξουσιοδότηση προς τον ίδιο Δικηγόρο βεβαιωμένη για το γνήσιο της υπογραφής από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Ο Δικηγόρος επομένως ο οποίος εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και τους αναιρεσείοντες που προαναφέρθηκαν επέσπευσε ακύρως τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Οι ίδιοι εξάλλου αναιρεσείοντες δεν κλητεύθηκαν να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ούτε από λοιπούς ομοδίκους τους που παρέστησαν στη δίκη ούτε από την αναιρεσίβλητη.

Η εγγραφή περαιτέρω της υπόθεσης στο πινάκιο δεν ισχύει ως κλήτευση των αναιρεσειόντων που προαναφέρθηκαν, επειδή οι ίδιοι διάδικοι δεν παρέστησαν προσηκόντως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν κλητεύθηκαν να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο. Η υπόθεση επομένως πρέπει να χωρισθεί ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες αυτούς και η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει ως προς αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη (άρθρα 573 παρ. 1, 94, 96 παρ. 3, 104, 108 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται και στο διατακτικό. 2.

Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν 4690/2020 (Α' 104) ορίζεται ότι: "1.Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5 2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Επίσης, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55) η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.4882/2020(Α76) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου. Οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 (Α' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη.

Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης. Εσωτερικών. Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο διασπορά του κορονοϊού COVID 19 στο σύνολο της Επικράτειας για το χρονικό διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 1921 και ώρα 06.00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00 (Β 1194), δηλαδή η 6-4-2021".

Η αναστολή αυτή ισχύει και ως προς την καταχρηστική προθεσμία που ισχύει για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 632/2023). Με την από 1-3-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 6509/22-11-2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - επειδή από την καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αφαιρείται χρονικό διάστημα της αναστολής των προθεσμιών που ανέρχεται σε επτά (7) μήνες και δέκα οκτώ (18) ημέρες- και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ και 74 παρ. 1 εδ.

α ν. 4690/2020, 83 παρ. 1 εδ. α ν. 4790/2021 και 25 ν. 4792/2021) και πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στην από 20-12-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/20-12-2013 αγωγή τους - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψαν τόσο κατά της πρώτης τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΑΣ Α.Ε.)", το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" και έδρα την Αθήνα, όσο και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", το διακριτικό τίτλο "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.Α." και έδρα την Αθήνα η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη - εξέθεσαν ότι είχαν καταρτίσει από το έτος 1979 και εφεξής - κατά τις ημεροχρονολογίες που ανέφεραν ειδικότερα για τον καθένα τους στην αγωγή - συμβάσεις εργασίας εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ& ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ (ΠΥΡΚΑΛ)" και έδρα την Αθήνα.

Ότι οιονεί καθολικός διάδοχος της αρχικής αυτής εργοδότριάς τους είναι η πρώτη εναγομένη. Ότι από τότε που προσλήφθηκαν έως και το χρόνο κατάθεσης της αγωγής τους κατά των εναγομένων παρείχαν διαρκώς την εργασία τους τόσο στην αρχική τους εργοδότρια, όσο και στην ήδη πρώτη εναγομένη. Ότι η αρχική τους εργοδότρια κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σύμβασης είχε καταρτίσει - αρχικά με τρίτη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, και στη συνέχεια - με τη δεύτερη εναγομένη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της σε εκτέλεση της οποίας, όταν θα συνταξιοδοτούντο, θα λάμβαναν από την ασφαλιστική επιχείρηση ένα εφάπαξ χρηματικό ποσόν ως πρόσθετη συνταξιοδοτική παροχή.

Ότι η δεύτερη εναγομένη είχε αναλάβει να καταβάλλει στην ασφαλιστική επιχείρηση πλήρες το ασφάλιστρο. Ότι με διάταξη της από 31-12-2004 ΕΣΣΕ η συμβατική αυτή υποχρέωση της πρώτης εναγομένης επεκτάθηκε σε όλο το προσωπικό της με συνέπεια να αποτελέσει και συμβατικό όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους με αυτή.

Ότι η πρώτη εναγομένη για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν κατέβαλλε τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία για το λόγο αυτό στις 2-5-2013 κατήγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση και προκάλεσε με τον τρόπο αυτό τη λύση της. Ότι η πρώτη εναγομένη με την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της έναντι της δεύτερης εναγομένης ματαίωσε την προσδοκία δικαιώματος που είχαν αποκτήσει από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους να λάβουν από την ασφαλιστική επιχείρηση τη συνταξιοδοτική παροχή, όταν συνταξιοδοτούντο.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον καθένα από αυτούς νομιμότοκα ως αποζημίωση το ποσόν που θα λάμβανε ο καθένας τους από την ασφαλιστική εταιρία, όταν θα λύνονταν οι συμβάσεις εργασίας τους με τη συνταξιοδότησή τους, το οποίο υπολογίζεται ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας τους στην πρώτη εναγομένη, όταν επήλθαν στις 2-6-2013 τα αποτελέσματα της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης από τη δεύτερη εναγομένη-ασφαλιστική εταιρία.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, όταν ασκήθηκε η αγωγή, πριν δηλαδή αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 741/23-3-2016 απόφαση με την οποία α) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.Α." και έδρα την Αθήνα, ενώ β) δέχθηκε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ως παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 648, 649, 653, 382, 385, 338, 336, 340 ΑΚ και άρθρο 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955) και περαιτέρω και ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον καθένα από τους ενάγοντες συγκεκριμένα χρηματικά ποσά με τους νόμιμους τόκους που αναλογούσαν σε αυτά.

Η πρώτη εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" και έδρα την Αθήνα, άσκησε κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 20-12-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./21-12-2016 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή εναντίον της.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 6509/22-11-2019 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή που είχαν ασκήσει οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες κατά της εκκαλούσας-εναγομένης ως νομικά αβάσιμη.

Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ειδικότερα δέχθηκε τα εξής : " (...) η αγωγή [πρέπει να απορριφθεί] ως μη νόμιμη ως προς την πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα [αναιρεσίβλητη], καθόσον κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά, η ως άνω σύμβαση ομαδικής ασφάλισης και οι τροποποιήσεις της ενσωματώθηκε στην από 31/12/2004 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕπΣΣΕ) με θέμα το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης των εργαζομένων, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και όλων των Σωματείων Εργαζομένων σε αυτήν, μέλη των οποίων ήταν και οι ενάγοντες.

Κατέστη δηλ. όρος της ως άνω ΕπΣΣΕ, η οποία καταργήθηκε από 17-12-2010 με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθ. 1 παρ. 4 του Ν. 3899/2010 (...) και μαζί με αυτήν κάθε προσδοκία δικαιώματος των εναγομένων, οι οποίοι, όπως εκτίθεται στην αγωγή, κατά το χρόνο καταγγελίας της ως άνω σύμβασης ομαδικής ασφάλισης από την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (2/6/13) ήταν εν ενεργεία εργαζόμενοί της.

Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έδωσε έρεισμα της κρινόμενης αγωγής στις διατάξεις των άρθρων 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955, 648,649, 653, 382, 385, 338 και 336 ΑΚ και παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις των άρθ. 20 παρ. 2 και 21 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθ. 1 παρ. 4 του Ν. 3899/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε (...) αφού η καταγγελία της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης φέρεται ότι έλαβε χώρα στις 2/6/2013, οπότε πλέον είχαν καταργηθεί οι ευνοϊκότερες για αυτούς ρυθμίσεις του άρθ. 10 της από 31/12/2004 ΕπΣΣΕ και οι προγενέστερες ενσωματωθείσες σε αυτήν του άρθ. 15 παρ. 1 και 3 του κεφ.

Β της ΕπΣΣΕ του έτους 2001. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως (" ... Αν όμως η εκκαλουμένη ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε, το νόμο, εκτιμούσε και αξιολογούσε το προσαχθέν και επικληθέν υλικό θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εκκαλούσας ως νόμω αβάσιμη, εφόσον δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, δεν έχει πληρωθεί η αναβλητική αίρεση και δεν έχουν συμπληρωθεί οι προβλεπόμενες αχό την σύμβαση ομαδικής ασφάλισης προϋποθέσεις(...) καθώς οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι εργάζονται στην εκκαλούσα και επικαλούνται ότι δεν (...) έχουν αποχωρήσει από αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (συνταξιοδότηση [...]), προϋπόθεση που ήταν απαραίτητη για την γέννηση της επικαλούμενης αξιώσεως τους αρχικώς για καταβολή της εφάπαξ παροχής από την ασφαλιστική εταιρεία και δευτερογενώς για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω ανώμαλης εξελίξεως της συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως και ματαιώσεως της καταβολής σε αυτούς της ως άνω παροχής με υπαιτιότητα της εταιρείας μας (...)". 4.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, α) αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό δικαίου, προσέδωσε δηλαδή σε αυτόν διαφορετική έννοια από την αληθινή ή β) δεν τον εφάρμοσε, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή γ) τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές είτε επειδή απαίτησε περισσότερα, είτε για το λόγο ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή δ), τέλος, αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (...).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία.

Ο έλεγχος αυτός ενεργείται μόνο με βάση της παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 3/2023). Περαιτέρω αν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται με αναίρεση στηρίζεται περισσότερες ισοδύναμες, κύριες ή επικουρικές, αιτιολογίες, ο λόγος αναίρεσης που πλήττει τη μια μόνο από αυτές απορρίπτεται ως αλυσιτελής, επειδή το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται στις λοιπές αυτοτελείς παραδοχές της οι οποίες δεν προσβάλλονται με την αναίρεση (άρθρα 68, 573 παρ. 1, 556 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 968/2023).

Από το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 2496/1997 - στο οποίο γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης - συνάγεται ότι ομαδική ασφάλιση είναι η μορφή ασφάλισης με την οποία με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις. Με τη σύμβαση ειδικότερα αυτή ο ασφαλιστής συμβάλλεται με έναν μόνο αντισυμβαλλόμενο, αλλά οι ασφαλιστικές σχέσεις που δημιουργούνται είναι περισσότερες, επειδή οι ασφαλισμένοι υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση μπορεί να αφορά και στο προσωπικό μιας επιχείρησης και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλισμένος κίνδυνος, ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο). Η ασφάλιση αυτή έχει διαχειριστικό χαρακτήρα και αποτελεί επενδυτική εργασία (ΑΠ 830/2019).

Από τις διατάξεις εξάλλου των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει στον εργοδότη.

Όταν περαιτέρω ο εργοδότης καταρτίζει με ασφαλιστή σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ποσού του προσωπικού της επιχείρησής του, συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρα 410 και 411 ΑΚ). Όταν ο εργοδότης καταβάλλει ο ίδιος το ασφάλιστρο είτε πλήρως, είτε μερικώς, η ασφαλιστική αυτή σύμβαση, αν αποτελέσει όρο της σύμβασης εργασίας με τους εργαζομένους, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στην προσδοκία δικαιώματος που αποκτά ο εργαζόμενος, όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης να εισπράξει από τον ασφαλιστή ένα εφάπαξ χρηματικό ποσό ως ασφαλιστική αποζημίωση.

Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της γνήσιας αυτής σύμβασης υπέρ τρίτου ( άρθρα 410 και 411), μπορεί ο εργαζόμενος (τρίτος) να στραφεί κατά του εργοδότη (δέκτη της υπόσχεσης) και να ζητήσει αποζημίωση, όταν ο εργοδότης ματαιώνει υπαίτια την καταβολή της παροχής από τον ασφαλιστή (υποσχεθέντα)‚ επειδή αθετεί συμβατική του υποχρέωση από τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με τους εργαζομένους ( άρθρα 201, 204, 335, 338 και 382 ΑΚ).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν ο εργοδότης δεν καταβάλλει στον ασφαλιστή τα ασφάλιστρα, δηλαδή δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του έναντι του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση που κατάρτισε με αυτόν, με αποτέλεσμα ο ασφαλιστής να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να επιφέρει με τον τρόπο αυτό τη λύση της με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να μην μπορεί πλέον να αξιώσει από τον ασφαλιστή την πρόσθετη αυτή παροχή κατά τη λήξη της εργασιακής του σχέσης με τον εργοδότη (ΑΠ 1265/2021).

Ο εργαζόμενος όμως αποκτά τη δευτερογενή αυτή αξίωση αποζημίωσης κατά του εργοδότη, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή, όταν λυθεί η σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με αυτόν, επειδή τότε μπορεί να διαπιστωθεί αν υπό αίρεση δικαιούχος υπέστη ζημία και σε ποια έκταση. Η ευθύνη εξάλλου που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 204 ΑΚ προϋποθέτει την επέλευση συγκεκριμένης ζημίας.

Η ζημία αυτή - και ειδικότερα η αδυναμία του εργαζομένου-ασφαλισμένου να απαιτήσει από τον ασφαλιστή την πρόσθετη συνταξιοδοτική παροχή - συνιστά όρο τόσο για να γεννηθεί, όσο και για να ασκηθεί η αξίωση αποζημίωσης (πρβλ. ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 514/2009). Το γεγονός ότι ο εργοδότης προσέβαλε την προσδοκία δικαιώματος, όσο εκκρεμούσε η αίρεση, δεν ασκεί έννομη επιρροή (άρθρο 204 ΑΚ, ΑΠ 843/2004).

Στον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, επειδή δέχθηκε ότι η επίδικη παροχή την οποία αιτήθηκαν από την αναιρεσίβλητη με την αγωγή τους είχε περιληφθεί στην από 31-12-2004 ΕπΣΣΕ με τον δέκατο όρο της και ότι συνεπώς εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 ν. 3891/2020 και 1 παρ. 4 ν. 3899/2010 ως αποζημίωση κατά την έννοια του ν. 2112/1920, μολονότι επρόκειτο για αξίωση αποζημίωσης κατά της εργοδότριάς τους, η οποία έπαυσε να καταβάλλει τα ασφάλιστρα με συνέπεια η ασφαλιστική εταιρία να καταγγείλει τη σύμβαση ασφάλισης και να προκαλέσει με τον τρόπο αυτό τη λύση της, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να ματαιωθεί η προσδοκία δικαιώματος να λάβουν από την ασφαλιστική εταιρία, όταν θα συνταξιοδοτούντο, την πρόσθετη συνταξιοδοτική παροχή, όπως ειδικότερα αναφέρουν σε αυτόν.

Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 204, 209, 298, 382, 335, 338, 336, 410, 411, 648, 649, 653 ΑΚ, 195, 221-225 ΕμπΝ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, επειδή δεν περιέχει παραδοχές οι οποίες θα μπορούσαν να στηρίξουν το διατακτικό της ότι δεν δικαιούνται την επίδικη παροχή - που είχαν αιτηθεί από την αναιρεσίβλητη με την αγωγή τους και η οποία δεν ενέπιπτε στις ρυθμίσεις της από 31-12-2004 ΕπΣΣΕ - από τη σύμβαση ασφάλισης που είχε καταρτισθεί με την ασφαλιστική επιχείρηση, όπως ειδικότερα αναφέρουν σε αυτόν.

Στον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ και υπέπεσε συνεπώς στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε την ένδικη αξίωσή τους κατά της αναιρεσίβλητης-εργοδότριάς τους ως μη νόμιμη, μολονότι, όπως είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή τους, η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης την οποία είχε καταρτίσει η αναιρεσίβλητη με την ασφαλιστική επιχείρηση είχε καταστεί σιωπηρά όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους σύμφωνα με επιχειρησιακή συνήθεια που είχε διαμορφωθεί στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας με συνέπεια να μπορούν αξιώσουν από την εργοδότριά τους την επίδικη παροχή, όπως ειδικότερα αναφέρουν σε αυτόν.

Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 551 αριθμός 1 ΚΠολΔ, επειδή παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ν. 53/1974) που κατοχυρώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, όπως ειδικότερα αναφέρουν σε αυτόν.

Η αναιρεσιβαλλομένη ωστόσο απόφαση, όπως προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με δύο επάλληλες και κύριες αιτιολογίες και, συγκεκριμένα, α) επειδή η αξίωση των αναιρεσειόντων-εργαζομένων κατά της αναιρεσίβλητης-εργοδότριάς τους να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτούς αποζημίωση για το λόγο ότι υπαίτια αθέτησε συμβατικό όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, ο οποίος συνίστατο στην υποχρέωσή της να καταβάλλει τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική εταιρία (άρθρα 201, 204, 207, 648, 649, 653, 382, 385, 338 και 336 ΑΚ), ενέπιπτε στη ρύθμιση των άρθρων 20 παρ. 2 και 21 ν. 3891/2010 και 1 παρ. 4 ν. 3899/2010 ως αποζημίωση υπό την έννοια του ν. 2112/1920 και β) επειδή, επιπλέον, οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες, όταν άσκησαν την αγωγή τους κατά της εκκαλούσας-εναγομένης στις 20-12-2003, εξακολουθούσαν, όπως ομολογούσαν στην αγωγή τους, να παρέχουν σε αυτή την εργασία τους και συνεπώς από την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης-εργοδότριάς τους - που είχε παραβεί συμβατική της υποχρέωση έναντί τους από τη σύμβαση εργασίας τους - δεν είχε προκληθεί ακόμη ζημία σε βάρος τους, η οποία θα επερχόταν με τη συνταξιοδότησή τους.

Οι αναιρεσείοντες ωστόσο δεν προσβάλλουν με λόγο αναίρεσης τη δεύτερη αυτή, κύρια, αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, μολονότι η έννομη συνέπεια που απήγγειλε σε βάρος της αναιρεσείουσας, εκκαλούσας - εναγομένης, στηρίζεται αυτοτελώς και σε αυτή, αλλά μόνο την πρώτη από τις δύο ισοδύναμες αιτιολογίες της. Σύμφωνα επομένως με όσα προαναφέρθηκαν όλοι οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς (άρθρα 68, 573 παρ. 1, 556 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 5. Η αίτηση αναίρεσης επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη (άρθρα 573 παρ. 1, 106, 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα, Ν. Β. του Κ., το δέκατο από αυτούς, Γ. Γ. του Ι., κατοίκους ….., το δέκατο τέταρτο, Ε. Γ. του Δ., κάτοικο ..., το δέκατο έκτο, Π. Δ. του Κ., κάτοικο ..., το δέκατο έβδομο, Μ. Δ. του Ε., κάτοικο ... και τον εικοστό αναιρεσείοντα, Ι. Δ. του Κ., κάτοικο ...

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1-3-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 6509/22-11-2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσείοντες που προαναφέρθηκαν

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ