Supreme Court dismisses appeal on copyright claim, ruling the defendant was not a co-author of the academic article.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' rejection of his copyright infringement claim. The appellant argued he co-authored a published article, but the court found his contribution was merely technical, such as formatting and bibliographic enrichment, rather than creative. Consequently, the court determined the appellant was not a co-author and rejected his claim for damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 2 of Law 2121/1993: A work is protected if it is an original intellectual creation; mere technical assistance or formatting without creative input does not constitute co-authorship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. - Α. Λ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκαβέλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2982/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2891/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/1/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 2891/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αριθ.3ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 2121/1993 "οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ' αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα)".
Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις, με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα, με μουσική ή χωρίς, οι φωτογραφίες, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών, οι εικονογραφήσεις, οι χάρτες, τα τρισδιάστατα έργα που αναφέρονται στη γεωγραφία, την τοπογραφία, την αρχιτεκτονική ή την επιστήμη".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα, λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από τις εν λόγω και λοιπές διατάξεις του νόμου αυτού, εφ' όσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφ' όσον είναι πρωτότυπο.
Η "πρωτοτυπία", η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικώς από το νόμο, είναι η κρίση ότι, υπό παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο "δημιουργικού ύφους", κάποια απόσταση δηλαδή από τα ήδη γνωστά ή αυτονόητα (ΑΠ 1625/2014).
Η κρίση για την πρωτοτυπία κάθε έργου στηρίζεται στην "ατομικότητά" του, η οποία αντανακλά την ιδιαιτερότητα της δημιουργικής διαδικασίας του δημιουργού του και η οποία συνίσταται και αποδεικνύεται με τη διευθέτηση των μερών της εργασίας του, τη μέσω αυτής σχηματοποίηση της δημιουργικής ιδέας του, τη σπουδή κάθε μέρους της, την προσαρμογή και εναρμόνιση του ενός με το άλλο, έτσι ώστε να απαρτίζουν ένα αρμονικό σύνολο, να διαθέτει "στατιστική μοναδικότητα".
Επομένως, αν ένα πνευματικό δημιούργημα είναι πρωτότυπο ή όχι αποτελεί ζήτημα πραγματικό, που υπόκειται σε απόδειξη, και για το οποίο αποφαίνονται ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 196/2010, 1248/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 αριθ. 1 του ως άνω νόμου έργα συνεργασίας θεωρούνται όσα έχουν δημιουργηθεί με την άμεση σύμπραξη δύο ή περισσότερων δημιουργών.
Οι δημιουργοί ενός έργου, που είναι προϊόν συνεργασίας, είναι οι αρχικοί συνδικαιούχοι του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώματος επί του έργου. Αν δεν συμφωνήθηκε αλλιώς, το δικαίωμα ανήκει κατά ίσα μέρη στους συνδημιουργούς. Ειδικότερα στην περίπτωση κατά την οποία για τη δημιουργία ενός έργου συμπράττουν δύο ή περισσότεροι δημιουργοί, κατά τρόπο που ο ένας επηρεάζει το έργο του άλλου και όλοι μαζί το τελικό αποτέλεσμα, αυτός καθίσταται συνδικαιούχος του ηθικού και περιουσιακού δικαιώματος επί του έργου (ΑΠ 1251/2003).
Τέλος, κατά το άρθρο 10 του ίδιου ως άνω νόμου τεκμαίρεται ως δημιουργός του έργου το πρόσωπο, του οποίου το όνομα εμφανίζεται πάνω στον υλικό φορέα του έργου κατά τον τρόπο, που συνήθως χρησιμοποιείται για την ένδειξη του δημιουργού. Το ίδιο ισχύει και αν εμφανίζεται ψευδώνυμο, εφόσον το ψευδώνυμο δεν αφήνει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του προσώπου....
Κατά των τεκμηρίων των προηγούμενων παραγράφων επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη. Η ανωτέρω διάταξη καθιερώνει μαχητό τεκμήριο υπέρ του δημιουργού, κατά το οποίο, από το εξωτερικό γεγονός ότι το όνομά του αναφέρεται ή έχει επιτεθεί επάνω στο έργο, συνάγεται, ότι συντρέχουν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν την ιδιότητα του δημιουργού, στο πρόσωπο, το όνομα του οποίου αναγράφεται στο έργο.
Επομένως, από το τεκμήριο αυτό καλύπτεται η υλική πράξη της δημιουργίας, με έννομη συνέπεια την πρωτογενή κτήση πνευματικής ιδιοκτησίας (ΑΠ 509/2015, ΑΠ 1493/2009).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,2,7,10 του Ν 2121/1993, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αναγραφή του ονόματος του αναιρεσείοντος επί του επίμαχου άρθρου δεν τον καθιστά συνδημιουργό αυτού, απορρίπτοντας το τεκμήριο του άρθρου 10 του ως άνω νόμου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: <Η ενάγουσα είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια, απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικών-Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ.
Κατά τα έτη 2012-2016 φοίτησε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα MSC του Κολλεγίου Ανθρωπιστικών Επιστημών ICPS σε συνεργασία με Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, το οποίο χρηματοδοτείτο από την εταιρεία ATCOM SA, στην οποία εργαζόταν από το 2014. Για την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών σπουδών της απαιτείτο η εκπόνηση μεταπτυχιακής εργασίας...
Το θέμα της εργασίας αυτής της ενάγουσας ήταν έξω από τα συνηθισμένα που σχεδιάζουν και υλοποιούν οι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές και προσφερόταν για πρωτοποριακά ευρήματα και συνδυασμούς μεταβλητών... Το θέμα της εργασίας ήταν <Είναι σε θέση η προσωποκεντρική προσέγγιση να συνεισφέρει στην εφαρμογή της επιχειρησιακής προπονητικής στελεχών στην ανάπτυξη δεξιοτήτων συναισθηματικής και κοινωνικής νοημοσύνης εντός του εργασιακού περιβάλλοντος>, την οποία υπέβαλε σε ηλεκτρονική και σε έντυπη μορφή και εγκρίθηκε από το ως άνω Πανεπιστήμιο στις 21-9-2016.
Η εν λόγω εργασία βασίστηκε στην εφαρμογή ενός ετήσιου προγράμματος προσωποκεντρικής επιχειρησιακής προπονητικής σε δύο ομάδες εργαζομένων της παραπάνω εταιρείας που είχε ως στόχο την ανάπτυξη των δεξιοτήτων της συναισθηματικής και κοινωνικής νοημοσύνης. Η ενάγουσα διεξήγαγε 640 ατομικές συνεδρίες για ένα έτος σε 52 εργαζομένους....
Κατά το στάδιο της συγγραφής της μεταπτυχιακής εργασίας, ο εναγόμενος καθοδηγούσε την ενάγουσα και αντήλλασσε μαζί της επιστημονικές απόψεις σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας της, προσέφερε βοήθεια στο στάδιο της τεχνικής επεξεργασίας των αποτελεσμάτων, προέβαινε σε διορθώσεις και πρότεινε συμπληρωματική βιβλιογραφία.
Κατόπιν προτροπής του εναγομένου, η ενάγουσα συμπεριέλαβε στην εργασία της ένα άρθρο αυτού με τίτλο < Ψυχοεκπαιδευτικό πρόγραμμα στην διαχείριση θυμού>. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι συνέβαλε καθοριστικά στη συγγραφή της εργασίας της ενάγουσας, αφού εφάρμοσε ο ίδιος συγκεκριμένη επιστημονική μέθοδο στατιστικής ανάλυσης και επεξεργασίας δεδομένων.
Όμως η ενάγουσα εφάρμοσε τελικά το SPS πρόγραμμα στατιστικής ανάλυσης που εγκατέστησε στον υπολογιστή στον χώρο της εργασίας της και εξήγαγε η ίδια τα αποτελέσματα στατιστικής ανάλυσης της εργασίας της. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι ο εναγόμενος προέβαινε σε διορθώσεις των γραφομένων της ενάγουσας και πρότεινε συμπληρωματική βιβλιογραφία, χωρίς να λάβει κάποια πρωτοβουλία στον πνευματικό τομέα.
Έτσι η ενάγουσα είχε αποκλειστικά την πρωτοβουλία στον πνευματικό τομέα, καθόσον αυτή είχε συλλάβει την ερευνητική ιδέα, ανηύρε τον ερευνητικό πληθυσμό, διεξήγαγε τις ανωτέρω συνεδρίες, με τη χρήση επιστημονικού εργαλείου για τη χρήση του οποίου ήταν ειδικά εξουσιοδοτημένη και ολοκλήρωσε τη μελέτη της μετά από ενδελεχή αναζήτηση, αξιολόγηση και συστηματοποίηση του επιστημονικού υλικού.
Κατόπιν των ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι αποκλειστική πνευματική δημιουργός της ως άνω μεταπτυχιακής εργασίας είναι η ενάγουσα, γεγονός δε που συνομολογεί και ο εναγόμενος. ... Η ενάγουσα, κατόπιν και της παρότρυνσης του εναγομένου, αποφάσισε τον Σεπτέμβριο του 2016 να προβεί στη δημοσίευση σε επιστημονικό περιοδικό άρθρου σχετιζόμενου με την διπλωματική της εργασία.
Έτσι ο εναγόμενος ανέλαβε να ανεύρει για λογαριασμό της ενάγουσας το επιστημονικό περιοδικό που θα έκανε την μεγαλύτερη έκπτωση, προκειμένου να γίνει η δημοσίευση του άρθρου, λόγω της γνωριμίας του και μακροχρόνιας συνεργασίας του με επιστημονικά περιοδικά. Τελικά συντάχθηκε το άρθρο με τον τίτλο < Η επίδραση της προσωποκεντρικής προσεγγίσεως παρέμβασης προπονητικής στην ανάπτυξη δεξιοτήτων συναισθηματικής και κοινωνικής νοημοσύνης εντός του εργασιακού περιβάλλοντος> που απεστάλη προς δημοσίευση την 1-11-2016 στο περιοδικό ..., στο οποίο ο εναγόμενος διατηρεί την ιδιότητα του κριτικού.
Από την αντιπαραβολή του εν λόγω άρθρου στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική, με τα σχετικά αποσπάσματα της ως άνω μεταπτυχιακής εργασίας της ενάγουσας συνάγεται ότι αυτό αποτελεί αυτούσια απόδοση των αντίστοιχων σελίδων της εργασίας της, χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση στο περιεχόμενο του κειμένου, στη δομή του, στην παρουσίαση των δεδομένων, στους τίτλους των επιμέρους ενοτήτων.
Δηλαδή στο επίδικο άρθρο αποκρυσταλλώνεται ολόκληρη η επιστημονική έρευνα της ενάγουσας, η δημιουργική της έκφραση αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα της μεταπτυχιακής της εργασίας, καθώς και η επιστημονική της ικανότητα και πείρα. Το συγκεκριμένο άρθρο διακρίνεται από μία μοναδικότητα και πρωτοτυπία λόγω της ιδιαίτερης ευρηματικότητας του επιστημονικού θέματος που αναλύεται διεξοδικά, της πολυπλοκότητας και της ικανής επεξεργασίας των παραμέτρων που χρησιμοποιήθηκαν, προκειμένου να εξαχθούν επιστημονικά συμπεράσματα, ώστε να κρίνεται ότι κάτω από τις ίδιες συνθήκες, τα ίδια δεδομένα και τους ίδιους στόχους κανείς άλλος δημιουργός δεν θα ηδύνατο να δημιουργήσει το ίδιο ακριβώς άρθρο.
Για τους λόγους αυτούς κρίνεται ότι αποκλειστικά πνευματική δημιουργός του επίδικου άρθρου είναι η ενάγουσα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος παρείχε συνδρομή στην ενάγουσα, η οποία αφορά στον εμπλουτισμό της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, στη διενέργεια επουσιωδών διορθώσεων, στην κατάτμηση του περιεχομένου της μεταπτυχιακής εργασίας σε τρία επιμέρους κείμενα, τα οποία θα δημοσιεύονταν χωριστά, σε κάποιες αλλαγές στην παράθεση των παραγράφων της μεταπτυχιακής εργασίας και ουσιαστικά στην τεχνική μετατροπή από απόψεως δομής και μορφής της μεταπτυχιακής εργασίας της ενάγουσας σε επιστημονικό άρθρο συμβατό προς δημοσίευση σε επιστημονικά περιοδικά.
Η συμβολή όμως αυτή του εναγομένου κρίνεται μη ουσιαστική αλλά τεχνικής μορφής από απόψεως πνευματικής ιδιοκτησίας. Σημειώνεται ότι το αποσταλέν άρθρο στο ως άνω επιστημονικό περιοδικό έφερε ως συγγραφείς αμφότερα τα ονόματα των διαδίκων, με πρώτο αναγραφόμενο αυτό της ενάγουσας και δεύτερο το όνομα του εναγομένου, με τη συναίνεση της ενάγουσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την αποστολή του επίδικου άρθρου προς δημοσίευση στο περιοδικό εκ μέρους του εναγομένου την 1-11-2016, η ενάγουσα άλλαξε γνώμη, θεωρώντας ότι υπήρχε περιθώριο περαιτέρω ερευνητικής εργασίας επί του διαπραγματευόμενου επιστημονικού θέματος και για το λόγο αυτό έπρεπε να παύσει η διαδικασία δημοσίευσης, γνωστοποίησε δε την απόφασή της αυτή στον εναγόμενο με ηλεκτρονικό μήνυμα στο τηλέφωνό του στις 30-12-2016.
Ο τελευταίος, αγνοώντας την επιθυμία της ενάγουσας, συνέχισε την επικοινωνία με τους αρμόδιους του περιοδικού, ζητώντας την επιτάχυνση της διαδικασίας δημοσίευσης. Στις 9-1-2007 ενημερώνει την ενάγουσα ότι η κριτική των συντακτών του περιοδικού σχετικά με το προς δημοσίευση άρθρο είναι έτοιμη και ζητά να ενημερώσει η ίδια το περιοδικό για την απόφασή της περί απόσυρσης της δημοσίευσης, γεγονός που η τελευταία πράττει με ηλεκτρονικά μηνύματά της ....
Ωστόσο ο εναγόμενος, εξακολουθώντας να αδιαφορεί για την επιθυμία της ενάγουσας, επικοινωνεί στις 21-2-2012 με τους αρμόδιους του περιοδικού και τους ενημερώνει πως ο ίδιος συμφωνεί με την ελάσσονα αναθεώρηση του άρθρου και ότι προσβλέπει σε μια επιτυχημένη συνεργασία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η δημοσίευση μπορεί να πραγματοποιηθεί κανονικά, ενώ αναφέρεται στην ενάγουσα ως < συν-συγγραφέα>.
Τελικώς η δημοσίευση του άρθρου δεν έλαβε χώρα κατόπιν αποστολής στους υπεύθυνους του περιοδικού νέας επιστολής από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας. Ο εναγόμενος αντιδρώντας στην απόσυρση του άρθρου απέστειλε προς το περιοδικό ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο ρητώς αναφέρεται στην ιδιότητά του ως συνδημιουργού του επίδικου άρθρου και προβαίνει σε περιγραφή της δικής του συμβολής στη σύνταξή του, συνισταμένη, κατά τους ισχυρισμούς του, στην ολόκληρη εκ μέρους του επεξεργασία των αποτελεσμάτων και στην παρέμβασή του τόσο στο κεφάλαιο με τον τίτλο <Συζήτηση> όσο και στο θεωρητικό τμήμα του άρθρου.
Στη συνέχεια προέβη στην αποστολή εξώδικης δήλωσης-διαμαρτυρίας προς την ενάγουσα, στην οποία ρητά αναφέρει ότι η συγγραφή του επίδικου άρθρου έγινε με την κοινή συμβολή και συνεργασία των δύο τους. Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, η ενάγουσα κρίνεται αποκλειστικά πνευματική δημιουργός του επίδικου έργου, καταρριπτομένου του τεκμηρίου του άρθρου 10 παρ.2 Ν 2121/1993.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν ο πρώτος λόγος της εφέσεως. Επίσης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αποκλειστική πνευματική δημιουργό του επίδικου άρθρου την ενάγουσα και όχι συνδημιουργό αυτού τον εναγόμενο, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος...
και πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της>. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,2,7,10 του Ν 2121/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ο αναιρεσείων δεν ήταν συνδημιουργός του επίμαχου άρθρου, αφού η συμβολή του στη δημιουργία του δεν ήταν ουσιαστική, ανατρεπομένου του τεκμηρίου του άρθρου 10 αριθ.2 του Ν 2121/1993.
Ειδικότερα, κατά το στάδιο της συγγραφής της μεταπτυχιακής εργασίας της, η αναιρεσίβλητη είχε αποκλειστικά την πρωτοβουλία στον πνευματικό τομέα, καθόσον αυτή είχε συλλάβει την ερευνητική ιδέα, είχε ανεύρει τον ερευνητικό πληθυσμό, διεξήγαγε τις συνεδρίες και ολοκλήρωσε τη μελέτη της μετά από ενδελεχή αναζήτηση, αξιολόγηση και συστηματοποίηση του επιστημονικού υλικού, της συμμετοχής του αναιρεσείοντος συνισταμένης σε διορθώσεις των γραφομένων της και υποδείξεις συμπληρωματικής βιβλιογραφίας, έτσι ώστε η αναιρεσίβλητη να είναι αποκλειστική πνευματική δημιουργός της μεταπτυχιακής εργασίας της, το δε άρθρο που απεστάλη προς δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό αποτελεί αυτούσια απόδοση των αντίστοιχων σελίδων της μεταπτυχιακής εργασίας της αναιρεσίβλητης, χωρίς ουσιώδεις διαφοροποιήσεις στο περιεχόμενο του κειμένου, στη δομή του, στην παρουσίαση των δεδομένων και στους τίτλους των ενοτήτων.
Δηλαδή στο ως άνω άρθρο αποτυπώνεται ολόκληρη η επιστημονική έρευνα της αναιρεσίβλητης, η δημιουργική της έκφραση, σε σχέση με το θέμα της μεταπτυχιακής της εργασίας και η επιστημονική ικανότητα και πείρα της, διακρίνεται δε το άρθρο από πρωτοτυπία και μοναδικότητα λόγω της ιδιαίτερης ευρηματικότητας του επιστημονικού θέματος, της πολυπλοκότητας και της ικανής επεξεργασίας των παραμέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για να εξαχθούν επιστημονικά συμπεράσματα, έτσι ώστε η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστική πνευματική δημιουργός του επίμαχου άρθρου.
Από δε το γεγονός ότι το επίμαχο άρθρο έφερε ως συγγραφείς τα ονόματα και των δύο διαδίκων, με πρώτο αναγραφόμενο αυτό της αναιρεσίβλητης και δεύτερο το όνομα του αναιρεσείοντος, δεν τεκμαίρεται ως συνδημιουργός του άρθρου ο αναιρεσείων, διότι η συμβολή του στην σύνταξη του άρθρου δεν ήταν ουσιαστική, αλλά τεχνικής φύσεως, καθόσον αυτός ασχολήθηκε με τον εμπλουτισμό της ήδη υπάρχουσας βιβλιογραφίας, με τη διενέργεια επουσιωδών διορθώσεων, με την κατάτμηση του περιεχομένου της μεταπτυχιακής εργασίας της αναιρεσίβλητης σε τρία επιμέρους κείμενα για να δημοσιευθούν χωριστά, με κάποιες αλλαγές στις παραγράφους και γενικά με την τεχνική μετατροπή, από απόψεως δομής και μορφής, της μεταπτυχιακής εργασίας σε επιστημονικό άρθρο,συμβατό προς δημοσίευση σε επιστημονικό περιοδικό.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 2891/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ