Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling arguments were inadmissible or irrelevant to the judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding inheritance distribution. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts and evidence, but the Court ruled these points were inadmissible or irrelevant. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 C.P.C.; Art. 559 C.P.C.: An appeal argument is inadmissible if it relies on claims not properly raised in the trial court, or if the alleged error does not affect the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι.-Σ. θυγατέρας Ι. Κ., κατοίκου … (Μεσσηνίας) , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπελογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων:
1. Α. Σ., χήρας Κ. Κ.,
2. Ι. Κ. Κ., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Κ. Κ., κατοίκων ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Λύτρα
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.02.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/1999 εν μέρει οριστική και 126/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 54/2017 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 02.04.2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 02.04.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 54/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με αυτήν απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη έφεση της αναιρεσείουσας, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, κατά των 228/1999 κατά ένα μέρος οριστικής και προδικαστικής και 126/2014 οριστικής αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Το τελευταίο, δικάζοντας την από 16.02.1999 αγωγή της αναιρεσείουσας περί κλήρου, για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, ως νόμιμης μεριδούχου επί της κληρονομιάς του πατέρα της κατά το αναφερόμενο ποσοστό, καθώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μεταποβιώσασας μητέρας της, επίσης κατά το αναφερόμενο ποσοστό – η οποία στρεφόταν κατά του αρχικά εναγομένου αδελφού της, στη δικονομική θέση του οποίου μετά το θάνατο του που επήλθε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης υπεισήλθαν και συνέχισαν αυτήν οι ήδη αναιρεσίβλητες (σύζυγος και τέκνο του, αντίστοιχα) ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του – απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημα και ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς το πρώτο αίτημα (ως νόμιμης μεριδούχου επί της κληρονομιάς του πατέρα της), κατά παραδοχή ένστασης του αρχικά εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας - αναιρεσείουσας.
[II] Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 148/2006).
Περαιτέρω, και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 386/2017) και εκείνον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 (α) ΚΠολΔ (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1215/2014).
[III] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 (γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Γ. Π. που περιέχεται στην 28/2009 εισηγητική έκθεση, την οποία δεν έπρεπε να λάβει υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, ως απαράδεκτη και άκυρη για τις αναφερόμενες αιτίες (ως εκπρόθεσμη και άκυρη λόγω παρόδου των νόμιμων προθεσμιών και χωρίς νόμιμη παράταση για την κατάθεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 148 και 149 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν το ν. 2915/2001• και λόγω μη περάτωσής της ως ημιτελή κατάθεση), απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που προέβαλε με τον πρώτο λόγο έφεσής της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν, ήτοι τις επικαλούμενες αιτίες περί απαραδέκτου και ακυρότητας με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ επίσης δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει σε κάποιες από τις εξαιρέσεις του 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, καθόσον αφορά στην «ημιτελή κατάθεση», αυτή δεν είναι απαράδεκτη ή άκυρη, αλλά λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 81/2007), η δε αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση «Εξάλλου η κατάθεση αυτή ουδέποτε τελείωσε και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη» δεν αποτελεί και ισχυρισμό περί απαραδέκτου του εν λόγω αποδεικτικού μέσου «ως επώνυμου», και ως δικαστικού τεκμηρίου, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το σκέλος αυτό.
[IN] Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, μόνον, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 54/2017), ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ενστάσεις ή αντενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς θεμελιώνει το λόγο αυτό (ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 483/2011).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση καν αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 74/2018, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 74/2018, ΑΠ 841/2017) όπως η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων (ΑΠ 1534/2017). Δεν ιδρύεται ο λόγος, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη γεγονότα προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, αν δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 50/2008).
Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και λόγο έφεσης, και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 812/2018, ΑΠ 545/2019).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθ. 9, άλλως 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που προέβαλε με το δεύτερο λόγο έφεσης, για στάθμιση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Γ. Π., ενώπιον Εισηγητή Δικαστή, την οποία δέχθηκε εσφαλμένα ως αληθή και αξιόπιστη, παρά τον άνω ισχυρισμό της τον οποίο (επικουρικά) εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και ως προς τις δύο αιτιάσεις:
(α) ως προς μεν την αποδιδόμενη από τον αριθ. 9 του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι η μη απάντηση στον ισχυρισμό «για στάθμιση της κατάθεσης του μάρτυρα» δεν αποτελεί αίτηση που να εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο, ώστε ως «αίτηση» που αφέθηκε αδίκαστη να ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης•
(β) ως προς δε την αποδιδόμενη από τον αριθ. 8 του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός «για στάθμιση της κατάθεσης μάρτυρα» και η αξιολόγηση από το δικαστήριο της κατάθεσης αυτής ως «αληθούς και αξιόπιστης» δεν αποτελούν «πράγματα» ώστε να ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
[V] Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Γ. Π. ενώπιον Εισηγητή Δικαστή, ως προς την έναρξη της κατάθεσης, τις διάφορες αναβολές, τις διακοπές και την ολοκλήρωση αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος και, κατά συνέπεια, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), ενώ μάλιστα ουδεμία επίκληση γίνεται για «παραβίαση» διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
[VI] Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα μέσα αυτά, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 293/2016, ΑΠ 434/2016).
Με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης , αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη της αγωγής της και την αβασιμότητα της ένστασης των αναιρεσιβλήτων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της και ειδικότερα, δεν έλαβε υπ’ όψιν:
(α) ως δικαστικά τεκμήρια τις 8452/1998, 8453/1998 και 8454/1998 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενώπιον Συμβολαιογράφου που λήφθηκαν σε σχετική δίκη ασφαλιστικών μέτρων (5ος λόγος) και
(β) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της Π. Μ. που περιλαμβάνεται στην 41/2000 εισηγητική έκθεση του Ειρηνοδίκη Αθηνών (6ος λόγος), παρά την ρητή αναφορά ότι τα έλαβε υπ’ όψιν.
Όπως, όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα και αναλυτικά αναφερόμενα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, και αποδεικτικά μέσα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, στην οποία, μάλιστα, γίνεται ρητή αναφορά των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα , αφού έλαβε υπόψη του και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις (ως δικαστικά τεκμήρια) και την ένορκη κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.
[VII] Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2, 270 παρ. 1 και 2, 341 παρ. 1, 2 και 3, και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ , όπως ίσχυαν πριν το ν. 2915/2001 προκύπτει ότι επί υπόθεσης δικαζομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, τότε ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό, ούτε στο δεύτερο, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 860/2011).
Με τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα με επίκληση το πρώτο ενώπιον του Εφετείου …/19-1-2017 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της αναιρεσείουσας ενώπιον Συμβολαιογράφου και μετά προηγούμενης κλήτευσης των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στη δίκη εκείνη, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού πρόκειται για υπόθεση (αγωγή από 16.02.1999) Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία, όπως δε προκύπτει από το αντίγραφο αυτής, στο τέλος της πράξης κατάθεσης αυτής με αριθ. 52/19-2-1999, υπάρχει πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, διότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής, ενώ εξάλλου επί της ένδικης υπόθεσης τηρήθηκε η εν λόγω διαδικασία και εκδόθηκε η προαναφερόμενη 228/1999 κατά ένα μέρος οριστική και προδικαστική απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου και, συνεπώς, η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
[VIII] Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο άφησε «αδίκαστη αίτηση» και, ειδικότερα, άφησε αδίκαστο τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, αναφορικά με τη μη λήψη υπόψη από την εκκαλούμενη «ομολογίας» των αναιρεσιβλήτων ως προς την αβασιμότητα της ένστασής τους για την καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, συναγομένης από την «σιωπή» αυτών να απαντήσουν σε ισχυρισμό της ότι μετά την έκδοση της προδικαστικής απόφασης «της προτάθηκε συμβιβαστική λύση της διαφοράς». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν ιδρύεται αν αφέθηκαν αδίκαστοι λόγοι έφεσης, σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη που προεκτέθηκε κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Περαιτέρω, απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος είναι και ο συναφής όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη (επικουρικά) η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη, κατ’ εκτίμηση, στο ότι δεν έλαβε υπόψη την παραπάνω συναγόμενη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προσαχθέντα με νόμιμη επίκληση αποδεικτικά μέσα.
[IX] Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Όπως, δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των ίδιων προσώπων με την αυτή ιδιότητα και μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν λογικά αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Δεν αφορά, συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος (ΑΠ 1710/2012).
Περαιτέρω, οι από τα άρθρα 1880 και 304 ΑΚ αξιώσεις του κληρονόμου κατά του νομέα της κληρονομιάς για παροχή πληροφοριών για την κατάσταση της κληρονομιάς και την τύχη των κληρονομιαίων καθώς και για την εγχείριση καταλόγου των στοιχείων της κληρονομιάς συνιστούν παρεπόμενες και επιβοηθητικές αξιώσεις της κυρίας περί κλήρου αγωγής, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν ταυτόχρονα με τη κυρία (περί κλήρου) αγωγή ή με χωριστό δικόγραφο• υποκείμενο δε των παρεπομένων αυτών αξιώσεων είναι ο ισχυριζόμενος ότι είναι φορέας του κληρονομικού δικαιώματος για τη νομιμοποίηση του οποίου αρκεί η διαπίστωση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου υπό την έννοια της συγγενικής σχέσης με τον κληρονομούμενο (ΑΠ 298/2013, ΑΠ 1638/2005). Η διάγνωση με τελεσίδικη απόφαση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος των εν λόγω αξιώσεων σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται ως προκριματικώς και παρεμπιπτόντως αναγκαίως κριθέν ζήτημα, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα 324 και 331 του ΚΠολΔ, με τη διάγνωση της αξίωσης του νόμιμου μεριδούχου για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, αφού με την πρώτη (τελεσίδικη απόφαση των παραπάνω αξιώσεων) κρίνεται παρεμπιπτόντως η κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος στο μέτρο, και μόνο, που αρκεί για τη νομιμοποίησή του για την άσκηση των εν λόγω αξιώσεων, χωρίς να παράγεται δεδικασμένο στην περί κλήρου αγωγή για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα:
«| Στις 19.09.1982 απεβίωσε στην … (Μεσσηνία) ο Ι. Γ. Κ., υιός του ιδρυτή της ανώνυμης εταιρείας «… … Α.Ε.», πατέρας της ενάγουσας και του αρχικά πρώτου εναγομένου, στη δικονομική θέση του οποίου μετά τον επελθόντα στις 23.12.2010 θάνατο του υπεισήλθαν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η σύζυγος του και η θυγατέρα του. Ο κληρονομούμενος Ι. Κ., κάτοικος εν ζωή … (Μεσσηνία), κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς του, τη σύζυγο του Ν. Κ. και τα δύο τέκνα του, την Ι. - Σ. Κ. (ενάγουσα) και τον Κ. Κ. (αρχικό εναγόμενο). Με την από 26.11.1975 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, με το υπ’ αριθμ. …/12.04.1984 πρακτικό, ο Ι. Κ. κατέλειπε την ψιλή κυριότητα της περιουσίας του στον υιό του, Κ. (Κ.) και την επικαρπία αυτής στη σύζυγο του, Ν. (Κ.), στη δε θυγατέρα του, Ι. – Σ. (Κ.) ό,τι της είχε αφήσει με εν ζωή παροχές. Στην κληρονομιαία περιουσία του Ι. Κ. περιλαμβάνονταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, εκτός των άλλων στοιχείων αυτής, 424.150 ανώνυμες μετοχές της ανώνυμης εταιρείας «… … Α.Ε.», οι οποίες, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Επιπλέον, ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν συγκύριος κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο (τα υπόλοιπα ιδανικά μερίδια ανήκαν στους αδελφούς του) επί τριών ακινήτων, ήτοι επί:
(α) ακινήτου επιφάνειας 1.633 τετρ. μέτρων, κείμενου επί των οδών ..., ... και ... στην … (Μεσσηνίας) με την επ’ αυτού διώροφη παλαιά κατοικία,
(β) αγροτικού ακινήτου (πορτοκαλεοπεριβόλου), επιφάνειας 63.680 τετρ. μέτρων, κείμενο στη θέση ... του Δήμου … (Μεσσηνίας) – (πρώην Κοινότητα ...), συνορευόμενο ανατολικά με αγροτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Σ. και Ν. Κ., νότια με αγροτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες Π. Ζ. και κληρονόμων Π. Ν., δυτικά με χείμαρρο "..." και βόρεια με την επαρχιακή οδό ... και
(γ) οικοπέδου συνολικής επιφανείας 611 τετρ. μέτρων, αποτελούμενο από δύο συνεχόμενα οικόπεδα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της … (Μεσσηνίας), όπως αυτά απεικονίζονται με τους αριθμούς … και … στο από 28.12.1924 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Β. Ε., το οποίο είναι προσαρτημένο στο υπ’ αριθμ. …/1925 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π. Καλλιάνη, συνορευόμενο ανατολικά με πλατεία ..., νότια με δημοτική οδό ..., δυτικά με οικόπεδο πρώην ιδιοκτησίας Γ. Σ. και ήδη ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Α. και βόρεια με οικόπεδο ιδιοκτησίας κληρονόμων Π. Μ.. Οι αξίες των ακινήτων αυτών, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου (19.09.1982), ανέρχονται για το πρώτο ως άνω ακίνητο σε 68.580.000 δραχμές (αξία 1/3 ιδανικού μεριδίου 22.860.000 δραχμές), για το δεύτερο ακίνητο σε 85.540.000 δραχμές (αξία 1/3 ιδανικού μεριδίου 28.513.333 δραχμές) και για το τρίτο ακίνητο σε 66.000.000 δραχμές (αξία ιδανικού μεριδίου 22.000.000 δραχμές).
Συνεπώς, η συνολική αξία του ποσοστού κυριότητας 1/3 εξ αδιαιρέτου των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου ανερχόταν στο ποσό των 73.373.333 δραχμών, όπως οι αξίες αυτές εκτιμήθηκαν από τη Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας με αξιόπιστα και αντικειμενικά στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη συγκριτικά στοιχεία από πωλήσεις και κάθε είδους μεταβιβάσεις παρεμφερών ακινήτων, πλησίον των κληρονομιαίων, προκειμένου να υπολογιστεί ο φόρος κληρονομιάς, οι οποίες ανταποκρίνονται στις πραγματικές τους αξίες κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς και όχι σε άλλο χρόνο (δηλαδή μεταγενέστερο του θανάτου του κληρονομούμενου), όπως αβασίμως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης ότι δήθεν η πραγματική αξία τους ανέρχεται στο διπλάσιο σχεδόν της προσδιορισθείσας από τη Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας, σύμφωνα δηλαδή με την προσκομιζόμενη από την ίδια έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτων του κτηματομεσίτη Π. Τ., η οποία ελέγχεται για την αξιοπιστία της, καθόσον συνετάγη κατόπιν δικής της αποκλειστικά πρωτοβουλίας. Επίσης αποδεικνύεται ότι ο κληρονομούμενος κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του, κινητά πράγματα, τα οποία βρίσκονταν εντός της κατοικίας του επί της οδού ..., ήτοι το σύνολο των επίπλων αυτής, η αξία των οποίων αποτιμάται σε 7.943.808 δραχμές, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ποσό το οποίο δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο.
Ακολούθως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο πατέρας της κατά το χρόνο θανάτου του, κατέλιπε μετρητά ποσού 38.302.075 δραχμών, προερχόμενο από μερίσματα ετών 1981 και 1982 από την εταιρεία «… … Α.Ε.». Ωστόσο, η ύπαρξη του ποσού αυτού, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, δεν αποδείχθηκε με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα δε και με την υπ’ αριθμ. 1/1992 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, το οποίο αποφάνθηκε για τη φορολογητέα αξία της κληρονομικής μερίδας του εναγομένου, Κ.
Κ., έκρινε ότι αν και ο κληρονομούμενος Ι. Κ. με τις υπ’ αριθμ. 1/9.1.1981, υπ’ αριθμ. 3, 4 και 5/10.7.1981 και υπ’ αριθμ. 57 και 58/2.9.1982 αποδείξεις είσπραξης μερισμάτων ετών 1980, 1981 και 1982 καθώς και την από 30.12.1981 απόδειξη είσπραξης μερίσματος, είχε εισπράξει το συνολικό ποσό των 39.587.446 δραχμών (η φορολογική αρχή Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας αφαίρεσε ποσό 1.237.446 δραχμών, ως ποσό που δαπανήθηκε για τη συντήρηση της οικογένειας του κληρονομούμενου), τελικά (δέχθηκε ότι) μόνο το ποσό των 11.664.125 δραχμών, το οποίο εισέπραξε μόλις (17) ημέρες πριν το θάνατο του στις 02.09.1982 και δεν πρόλαβε να το αναλώσει, παρέμεινε στην κληρονομιά του και αποτελεί στοιχείο αυτής, το υπόλοιπο δε ποσό των μετρητών χρημάτων δαπανήθηκε για την πολυτελή διαβίωση αυτού και της οικογενείας του, καθόσον αυτός ως βιομήχανος με μεγάλη οικονομική επιφάνεια προέβαινε σε ασυνήθεις για τον κοινό επιτηδευματία δαπάνες, απορριπτόμενου, συνακόλουθα κάθε αντίθετου ισχυρισμού της ενάγουσας καθώς και του σχετικού λόγου έφεσης, ως ουσία αβάσιμου και αναπόδεικτου.
Επίσης, στον κληρονομούμενο, κατά το χρόνο θανάτου του, ανήκαν κατά κυριότητα 424.150 ανώνυμες μετοχές της ανώνυμης εταιρείας «… … Α.Ε.», επί συνόλου 1.380.000 μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ακολούθως, έχει παγίως νομολογηθεί ότι προκειμένου περί κληρονομιαίων μετοχών εταιρείας εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, η φορολογητέα αξία τους προσδιορίζεται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν.Δ. 118/1973, σύμφωνα με το οποίο «επί εισηγμένων εις το Χρηματιστήριο μετοχών ως αξία αυτών λαμβάνεται ο μέσος όρος της τιμής των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων εντός του προ του θανάτου του κληρονομούμενου εξαμήνου» (βλ. ad hoc ΣτΕ 366/2007, ΣτΕ 2167/2003, ΣτΕ 1390/2000 – όλες δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ• επίσης ΔΕφΑθ 11/2015, ΔΕφΑθ 399, 400, 401, 402/2014 – δημ.
ΝΟΜΟΣ.). Σύμφωνα δε με τη διενεργηθείσα από 21.11.2000 αριθμ. 102/2000 ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος με την υπ’ αριθμ. 228/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας Β. Α. (υπαλλήλου της Τράπεζας της Ελλάδος στο Υποκατάστημα Καλαμάτας), η πραγματική αξία της μετοχής, κατά το χρόνο της επαγωγής, συνέπιπτε με τη χρηματιστηριακή της τιμή, που ήταν κατά μέσο όρο 368 δραχμές.
Συνεπώς, η αξία των μετοχών, που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά το χρόνο του θανάτου του ανερχόταν στο συνολικό ποσό των (424.150 ανώνυμες μετοχές x 368 δραχμές =) 156.087.200 δραχμών, απορριπτομένου ως αβάσιμου κάθε αντίθετου ισχυρισμού και σχετικού λόγου έφεσης περί διαφορετικού υπολογισμού της φορολογητέας αξίας των υπό κρίση, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, μετοχών.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, μεταβίβασε προς την ενάγουσα θυγατέρα του λόγω προίκας με τα υπ’ αριθμ. .../23.08.1967, .../17.4.1971 και …/14.11.1976 προικοσύμφωνα συμβόλαια, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ενόψει του γάμου της με τον Θ. Κ., κατά πλήρη κυριότητα ένα παραλιακό οικόπεδο, έκτασης 1.122 τετρ. μέτρων με πρόσοψη στην … της … (Μεσσηνία), ένα νεόδμητο τότε διαμέρισμα του 5ου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού … στην … (Μεσσηνία), εμβαδού 137,80 τετρ. μέτρων καθώς και το 1/3 ιδανικό μερίδιο σε (33) οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα και γραφεία) σε πολυκατοικία επί των οδών … και … στην Αθήνα και σε (23) επίσης οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα και γραφεία) σε πολυκατοικία επί της οδού … αριθμ. … στην Αθήνα, με τον ρητό όρο του καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα της.
Ωστόσο, επειδή από το χρόνο των ανωτέρω παροχών (1967,1971 και 1976, αντίστοιχα) μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου (1982) επήλθε ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας της δραχμής, θα πρέπει οι παροχές αυτές να αναχθούν στο ισάξιο σε δραχμές στο χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, σύμφωνα με την αρχή του άρθ. 288 ΑΚ, με αναγωγή στην τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας (βλ. ad hoc ΑΠ 502/2014 – δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 874/2011 – δημ. ΝΟΜΟΣ). Η αξία των προαναφερθέντων προικώων ακινήτων, κατά το χρόνο σύστασης τους, ανήρχετο σε 241.620 δραχμές για το πρώτο ακίνητο – οικόπεδο (έτος 1967), σε 695.000 δραχμές για το δεύτερο ακίνητο – διαμέρισμα (έτος 1971) και σε 12.240.000 δραχμές για τα λοιπά ακίνητα – οριζόντιες ιδιοκτησίες (έτος 1976). Η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας ανήρχετο στις 23.08.1967 σε 307,50 δραχμές, στις 17.04.1971 σε 301,90 δραχμές και στις 14.11.1976 σε 1.653,86 δραχμές, κατά δε το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου (19.09.1982) σε 7.090 δραχμές.
Συνεπώς, η αξία της πρώτης παροχής αντιστοιχεί, κατά το χρόνο σύστασης της, σε 785,756 χρυσές λίρες, της δεύτερης σε 2.302,08 χρυσές λίρες και της τρίτης σε 7.400,86 χρυσές λίρες. Ακολούθως, οι 785,756 χρυσές λίρες του χρόνου της πρώτης παροχής αντιστοιχούν σε 228,65 λίρες του χρόνου της επαγωγής και αντίστοιχα σε 1.621.128,5 δραχμές, οι 2.302,08 χρυσές λίρες του χρόνου της δεύτερης παροχής αντιστοιχούν σε 589,33 λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου και αντιστοίχως σε 4.178.367,28 δραχμές, οι δε 7.400,86 χρυσές λίρες του χρόνου της τρίτης παροχής αντιστοιχούν σε 4.906,77 λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου και αντιστοίχως σε 34.789.000 δραχμές.
Συνεπώς, η αξία των προικώων ακινήτων, που υποχρεούται η ενάγουσα να συνεισφέρει, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα της, ανέρχεται σε (1.621.128 δραχμές + 4.178.367 δραχμές + 34.789.000 δραχμές =) 40.588.495 δραχμές. Ακολούθως, η πραγματική αξία της κληρονομιάς ανέρχεται σε (73.373.333 δραχμές + 11.664.125 δραχμές + 7.943.808 δραχμές + 156.087.200 δραχμές = ) 249.068.466 δραχμές, αφαιρουμένου δε του 1/4 μεριδίου της συζύγου του κληρονομούμενου, Ν. Κ., επί των υπολοίπων τα οποία περιέρχονται στα τέκνα του αποβιώσαντος και αντιστοιχούν σε 186.801.349 δραχμές, θα γίνει ο υπολογισμός για να προσδιοριστεί η εξ αδιαθέτου μερίδα της ενάγουσας.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι η μερίδα που της αναλογεί από την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της ανέρχεται σε (186.801.349 δραχμές + 40.588.495 δραχμές ÷ 2 =) 113.694.922 δραχμές. Από την εξ αδιαθέτου αυτή μερίδα θα αφαιρεθεί η αξία των προικώων, κατ’ άρθ. 1895 ΑΚ, ήτοι 113.694.922 – 40.588.495 δραχμές = 73.106.427 δραχμές.
Συνεπώς, η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας ανέρχεται σε (73.106.427 ÷ 2 =) 36.553.213 δραχμές. Στη συνέχεια αφαιρείται το ήμισυ της καταλογιστέας παροχής, ήτοι το ποσό των 20.294.247 δραχμών και το ποσό που απομένει, εκ 16.258.966 δραχμών είναι η αξία της υπολειπόμενης νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, η οποία μετέχει ως συγκυρία σε όλα τα αντικείμενα της κληρονομιάς κατά ποσοστό 16.258.966/24.068.466 (βλ.
σχετικά Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές κληρονομικού δικαίου, 1995, τ.Β. σελ. 57 επ.). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τη βούληση του κληρονομούμενου, Ι. Κ. τα κληρονομιαία περιουσιακά του στοιχεία να περιέλθουν (μετά και το θάνατο της συζύγου του) στον εναγόμενο – υιό του ήταν γνωστή στην ενάγουσα ήδη από το έτος 1976, όταν αυτή ρητά παραιτήθηκε με το υπ’ αριθμ.
…/1976 προικοσύμφωνο συμβόλαιο από κάθε τυχόν δικαίωμά της στα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία, που θα υπήρχαν στην περιουσία του πατέρα της κατά το θάνατο του και είχε υποσχεθεί να μην εγείρει κληρονομικές αξιώσεις ως προς αυτά, είχε δε αποδεχτεί και έμπρακτα τη βούληση αυτή του διαθέτη – πατέρα της, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι η δημοσίευση της επίμαχης διαθήκης έγινε δύο περίπου έτη μετά το θάνατο του, κατά τη συνεδρίαση της 12ης.04.1984 του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, κατόπιν αίτησης του τότε συζύγου της Θ.
Κ., διεκπεραιώνοντας αυτός μια απλή, κοινώς αποδεκτή, οικογενειακή υπόθεση. Εάν η ενάγουσα αισθανόταν αδικημένη από το περιεχόμενο της διαθήκης, όπως αυτή πλέον ισχυρίζεται, δεν θα επιμελείτο ο σύζυγος της τη δημοσίευσή της, αντιθέτως η ενέργειά του αυτή υποδηλώνει πλήρη αποδοχή του περιεχομένου της από όλα τα μέλη της οικογένειας του κληρονομούμενου, όπως ορθά διαλαμβάνει η εκκαλούμενη απόφαση.
Αποδεικνύεται, επίσης ότι οι σχέσεις της ενάγουσας, η οποία τυγχάνει μόνιμος κάτοικος … (Μεσσηνίας), με τον αντίδικο – αδελφό της, καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ήταν άριστες με συχνή ανταλλαγή επισκέψεων μεταξύ τους και απολύτως αρμονική, ουδέποτε δε είχε αυτή παραπονεθεί στον αδελφό της ή είχε διαμαρτυρηθεί σε οποιονδήποτε τρίτο ή είχε καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκφράσει την παραμικρή δυσαρέσκεια για τη διαθήκη του πατέρα της, η οποία την έβρισκε απολύτως σύμφωνη.
Επίσης, η ενάγουσα γνώριζε και παρακολουθούσε ως θεατής τη ανάπτυξη της εταιρείας «… … Α.Ε.», η οποία μετά το θάνατο του πατέρα της χάρη στις προσπάθειες και ικανότητες του εναγόμενου αδελφού της, γνώρισε πολύ μεγάλη ανάπτυξη και αλματώδη κερδοφορία, δεν αναμείχθηκε ποτέ με οποιονδήποτε τρόπο στη διαχείρισή της, ούτε διεκδίκησε συμμετοχή σ’ αυτήν ως μεριδούχος όταν μάλιστα κατά το έτος 1989 έλαβε χώρα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της διπλασιάζοντας τον αριθμό των μετοχών του σε 848.300, έναντι αρχικών κληρονομιαίων 424.150, ούτε αντέδρασε όταν ο αδερφός της (εναγόμενος) κατά το έτος 1987 μεταβίβασε με το υπ’ αριθμ.
…/9.2.1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δ. Τσαπόγα προς την ανωτέρω εταιρεία το 1/3 ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του πατέρα του επί του προαναφερόμενου κληρονομιαίου οικοπέδου, κείμενου στην …, εμβαδού 611 τετρ. μέτρων (επί του οποίου δώδεκα έτη αργότερα αξιώνει δικαίωμα ελλείπουσας νόμιμης μοίρας), περιοριζόμενη οικειοθελώς στην εκμετάλλευση και κάρπωση των ωφελημάτων της προίκας της.
Συνεπώς, η ενάγουσα, καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των δέκα επτά ετών από το θάνατο του πατέρα της και των δεκατριών ετών από το θάνατο της μητέρας της, επέδειξε πλήρη αδράνεια και αδιαφορία, ουδέποτε αξίωσε με οποιονδήποτε τρόπο, δικαστικό ή εξώδικο, κληρονομικό δικαίωμα, ούτε αμφισβήτησε το κύρος της επίμαχης διαθήκης, αν και ήταν σε θέση λόγω της πολύ καλής οικονομικής της κατάστασης, να προβεί έγκαιρα στην άσκηση του δικαιώματος της για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, δημιουργώντας με την ξεκάθαρη αυτή συμπεριφορά της την εύλογη, σε κάθε περίπτωση, και δικαιολογημένη πεποίθηση στον αντίδικο, αδελφό της, ότι έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα της αυτό, όπως άλλωστε, είχε δεσμευτεί ήδη σε χρόνο προ του θανάτου του κληρονομούμενου – πατέρα τους και αρκέσθηκε σε ό,τι της άφησε ο τελευταίος ως προίκα. Η δε αιφνίδια, και μετά από δέκα επτά έτη, διεκδίκηση της νόμιμης μοίρας της συμπίπτει χρονικά με την εξέλιξη μιας σφοδρής αντιδικίας μεταξύ του εναγόμενου αδελφού της και του γαμβρού της, Π. Μ. αναφορικά με την τύχη της κοινής εταιρείας τους, πετρελαιοειδών «… Α.Ε.», συνέπεια της οποίας διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων αδελφών και αποτέλεσε το κίνητρο για την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα αυτό της ενάγουσας ασκείται όλως καταχρηστικά κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει συνακόλουθα η υπό κρίση αγωγή της να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, αφού, εκτός των προαναφερόμενων περιστατικών, η τυχόν ικανοποίησή του θα προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντα του εναγομένου, ο οποίος στηριζόμενος στο περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης και έχοντας προσηλωθεί με τις προσωπικές του δυνάμεις όλα αυτά τα χρόνια στη διοίκηση της εταιρείας, συνέβαλε στην αλματώδη ανάπτυξη και κερδοφορία της και στην ανατροπή μιας εδραιωμένης, από πολλών ετών, κατάσταση, όταν μάλιστα η ίδια η ενάγουσα είχε λάβει σταδιακά παροχές από τον εναγόμενο, ύψους 28.000.000 δραχμών περίπου ως ένδειξη συμπαράστασης και αφοσίωσης στο πρόσωπο της, και όχι έναντι δήθεν οφειλομένων μερισμάτων, όπως αυτή αβασίμως ισχυρίζεται|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως απορριπτέα την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς το πρώτο αίτημα, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας και, ειδικότερα, για αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος ως νόμιμης μεριδούχου επί της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της κατά το ελλείπον ποσοστό και την υποχρέωση του αρχικά εναγομένου για απόδοση των κληρονομιαίων κατά το ελλείπον ποσοστό, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης του τελευταίου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας – αναιρεσείουσας, αφού απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια καθώς και ένσταση περί δεδικασμένου ως μη νόμιμη.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του ΚΠολΔ , που συνίσταται στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (απορρίπτοντας ρητά τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προτάθηκε με πρόσθετο λόγο έφεσης) και, ειδικότερα, δεδικασμένο που παράγεται: (α) από την 120/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 18/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, και αμετάκλητη με την 1638/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, για το κληρονομικό της δικαίωμα στην κληρονομιά των γονέων της Ι. (Κ.) και Ν.
Κ., η ύπαρξη του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς της, αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, με τις αποφάσεις αυτές, μετά από άσκηση δύο αγωγών της κατά και του ήδη αρχικά εναγόμενου αδελφού της για αξιώσεις της, σύμφωνα με τα άρθρα 1880 και 304 ΑΚ, και με βάση (το κριθέν κατά τους ισχυρισμούς της προδικαστικό ζήτημα) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να παράσχει πληροφορίες για τα στοιχεία της κληρονομιάς, ώστε να δυνηθεί αυτή να ασκήσει την ένδικη περί κλήρου αγωγή, και (β) για όλες τις ενστάσεις περί παραίτησης ή αποδυνάμωσης του κληρονομικού της δικαιώματος και καταχρηστικής άσκησής του και περί ανυπαρξίας ή ικανοποίησής του με παροχές του κληρονομουμένου, οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο που παράγεται από τις δεσμευτικές παραδοχές της ανωτέρω απόφασης.
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός περί δεδικασμένου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, είναι μη νόμιμος, όπως ορθά κρίθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος.
[X] Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά τη διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ωστόσο, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ’ αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ’ αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνταν αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 645/2016, ΑΠ 860/2018).
Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη. Αν δε, το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση – αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ένστασης είναι αόριστο – αλλά προβαίνει στην κατ’ ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ – και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ – που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 856/2017, ΑΠ 1014/2010). Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της ένστασης, όπως και της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (πρβ ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 860/2018), όπως τα ανωτέρω αναφέρονται και στη μείζονα σκέψη της παρούσας κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αρχικώς εναγόμενος προς απόκρουση της ένδικης εναντίον του αγωγής, πρόβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, την οποία και επανέφεραν και στη μετ’ απόδειξη συζήτηση, καθώς και στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσίβλητες με τις προτάσεις τους, με αίτημα την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό. H ένσταση αυτή θεμελιώνεται στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για τα οποία τέθηκε και με την προαναφερόμενη 228/1999, κατά ένα μέρος οριστική, απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικό θέμα απόδειξης σε βάρος του αρχικώς εναγομένου πλέον της επίκλησης (χωρίς να τεθεί θέμα απόδειξης) και της ρητής παραίτησης της ενάγουσας από κληρονομικές αξιώσεις με δήλωσή της σε προικοσύμφωνο του έτους 1976 ως περιστατικού καταχρηστικής συμπεριφοράς και όχι ως ένσταση παραίτησης. Ειδικότερα, η ένσταση θεμελιώνεται ως ακολούθως:
«| Ότι η ενάγουσα, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, το έτος 1982, μέχρι του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αγωγής ήτοι επί 17 συναπτά έτη, αδράνησε πλήρως, ουδέποτε προέβαλε κληρονομικό δικαίωμα, αμφισβητώντας το κύρος της διαθήκης, ή εκφράζοντας παράπονο για όσα της κατελήφθησαν, ουδέποτε διεκδικώντας συμμετοχή στην υπό τα όμματά της συντελεσθείσα ανάπτυξη της εταιρίας, στην οποία δεν συνέβαλε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία στον εναγόμενο εύλογης πεποίθησης ότι ανεγνώρισε την εγκυρότητα του περιεχομένου της διαθήκης του πατρός των και ότι δεν επρόκειτο να εγείρει δικαιώματα συμπλήρωσης της νομίμου μοίρας της αφενός και αφετέρου την εδραίωση μίας κατάστασης που διήρκεσε επί μακρόν, με ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες σε περίπτωση ενδεχομένης ανατροπής• χρησιμοποιεί δε την υπό κρίση αγωγή ως μέσο πίεσης για την επίτευξη συμβιβασμού σε αντιδικία μεταξύ του εναγομένου και του συζύγου της κόρης της Π. Μ.|».
Με τέτοιο περιεχόμενο, η ένσταση αυτή, για τη θεμελίωση της οποίας προβάλλονται τα παραπάνω αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, είναι ορισμένη και νόμιμη διότι περιέχει όλα τα αναγκαία για τη στήριξη του ισχυρισμού στοιχεία.
Συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δέκατος τρίτος και εικοστός πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια κατ’ εκτίμηση των διαλαμβανομένων σε αυτές ισχυρισμών, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της ένστασης αυτής ως αόριστης, και ειδικότερα (με τον δέκατο τρίτο λόγο) «ως απαράδεκτης» λόγω ποσοτικής αοριστίας, (με τον εικοστό πρώτο) και «ως μη νόμιμης, λόγω του ότι αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα των απαιτούμενων», ήτοι λόγω νομικής αοριστίας, όπως τους ισχυρισμούς αυτούς προέβαλε με λόγους έφεσης «που σιωπηρά απορρίφθηκαν», είναι αβάσιμοι.
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν περί αοριστίας της ένστασης με την προσθήκη των προτάσεών της κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, ενώ επίσης δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει σε κάποιες από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα νομική σκέψη, καθώς και τα προαναφερόμενα κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης.
Περαιτέρω, ο εικοστός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολ λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών είναι προεχόντως αόριστος και, κατά συνέπεια, απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, ενώ δεν γίνεται μάλιστα ουδεμία επίκληση για «παραβίαση» διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και κατά την έρευνα του τρίτου λόγου και επιπρόσθετα, δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών.
[ΧI] Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ’ ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ω αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό της που στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν το ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (περ. α) ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά (περ. β). Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς, στην πρώτη περίπτωση να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1991/2017), στη δεύτερη περίπτωση χωρίς να διατάξει τακτική απόδειξη ενώ ήταν υποχρεωμένο για τα πράγματα αυτά.
Με τους δέκατο και ενδέκατο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10α και 10β αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται, κατ’ εκτίμηση, στο ότι:
(1) με το δέκατο λόγο, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της ένστασης του αρχικώς εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της (για τα οποία τάχθηκε απόδειξη) και ιδία το περιστατικό ότι αυτή «δήθεν χρησιμοποιεί την αγωγή ως μέσον πίεσης για την επίτευξη συμβιβασμού σε αντιδικία μεταξύ του εναγομένου και του συζύγου της κόρης της Π. Μ.»,
(2) με τον ενδέκατο λόγο, το Εφετείο δέχθηκε χωρίς να διαταχθεί απόδειξη, πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ίδια παραπάνω ένσταση των αναιρεσιβλήτων και, ειδικότερα, ως προς τα περιστατικά «για τη δήθεν αδράνειά της»:
(α) ως προς το διπλασιασμό, σε 848.300, των αρχικά κληρονομιαίων 424.150 μετοχών το 1989,
(β) την οριστική μεταβίβαση ακινήτου στην πλατεία της … το 1987,
(γ) της παραίτησης από το κληρονομικό δικαίωμα.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι., ο μεν δέκατος προεχόντως ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμα, ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ)• ο δε ενδέκατος, προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε αναλυτικά, ως προς το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του με το να δεχθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική, εκτός των παραπάνω περιστατικών, που αφορά ο λόγος αυτός, και σε άλλα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν αναλυτικά και προτάθηκαν από τον αρχικώς εναγόμενο, για τα οποία τάχθηκε απόδειξη και, «αθροιστικά» λαμβανόμενα θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση και στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό, ενώ η παραδοχή επί πλέον περιστατικών (χωρίς να διαταχθεί απόδειξη) δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
[XII] Με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και, ειδικότερα, δέχθηκε για τη θεμελίωση της ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της τα αναφερόμενα αμέσως παραπάνω κατά την έρευνα του ενδέκατου λόγου υπό στοιχείο 2 (α), (β) και (γ) πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, δεν προτάθηκαν από τον αρχικώς εναγόμενο με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε παραπάνω κατά την έρευνα του ενδέκατου λόγου και, ειδικότερα, διότι, εκτός των παραπάνω πραγματικών περιστατικών που αφορά ο λόγος αυτός, προτάθηκαν παραδεκτά για τη θεμελίωσή του και άλλα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, «αθροιστικά» λαμβανόμενα, θεμελιώνουν και στηρίζουν την εν λόγω ένσταση, ενώ η παραδοχή επί πλέον μη προταθέντων περιστατικών δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
[XIII] Με τους δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 9 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι:
(1) με το δέκατο τέταρτο λόγο, από τον αριθ. 9, το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον έκτο λόγο έφεσής της, αναφορικά με παράπονά της «ότι ουδέποτε είτε κύρια είτε επικουρικά προβλήθηκαν από τον αρχικώς εναγόμενο ισχυρισμοί περί παραίτησής της από το δικαίωμά της ή αποδυνάμωσης αυτού»•
(2) επικουρικά, με το δέκατο πέμπτο λόγο, από τον αριθ. 8, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τον έκτο αυτόν λόγο έφεσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο μεν από τον αριθ. 9, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται αν αφέθηκαν αδίκαστοι λόγοι έφεσης, σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη που προεκτέθηκε κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο δε από τον αριθ. 8, προεχόντως ως αλυσιτελής, για τους ίδιους λόγους που προεκτέθηκαν κατά την έρευνα των ενδέκατου και δωδέκατου λόγων αναίρεσης.
[ΧΙV] Με το δέκατο έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο άφησε «αδίκαστο» λόγο έφεσης, αναφορικά με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμου του σωρευομένου αιτήματος στην αγωγή της περί αναγνώρισης του κληρονομικού της δικαιώματος στην εξ αδιαθέτου διαδοχή του αναλογούντος στη μετέπειτα αποβιώσασα μητέρα της ποσοστού νομίμου μοίρας εκ της πατρικής περιουσίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται αν αφέθηκαν αδίκαστοι λόγοι έφεσης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στον αμέσως παραπάνω λόγο αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και όσα η ίδια η αναιρεσείουσα εκθέτει, το Εφετείο απάντησε στο λόγο αυτό και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο, δεχθέν με βάση τις αναφερόμενες νομικές διατάξεις τη μη νομιμότητα του παραπάνω αιτήματος.
[ΧV] Με τους δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19, αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται, κατ’ εκτίμηση των διαλαμβανόμενων ισχυρισμών στο ότι:
(1) με το δέκατο έβδομο λόγο, από τον αριθ. 1, το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ως αόριστη και απορριπτέα την προβληθείσα από αυτήν και προς αντίκρουση ένστασης του αρχικά εναγομένου περί παραγραφής της αξίωσής της για απόδοση μερισμάτων των κληρονομιαίων μετοχών των ετών 1985-1992, αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος εκ μέρους του δια γενόμενων καταβολών•
(2) με το δέκατο όγδοο , από τον αριθ. 19, το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ως αόριστη και απορριπτέα την παραπάνω ένσταση, σχετικά με τις καταβολές μερισμάτων σε αυτήν.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αλυσιτελείς, αφού η ένδικη αγωγή περί κλήρου, που αφορά και τις κληρονομιαίες μετοχές, απορρίφθηκε ως καταχρηστική, και οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, αναφορικά με αξιώσεις, παρεπόμενες της κύριας αξίωσης (απόδοση ωφελημάτων- καρπών), δεν επιδρούν στο διατακτικό της. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι, ο μεν δέκατος έβδομος, από τον αριθ. 1, ως αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται για το ορισμένο ποιες είναι οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και ποιο το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 259/2019)• ο δε δέκατος όγδοος, από τον αριθ. 19, διότι το Εφετείο δεν προέβη στην κατ’ ουσίαν έρευνα της αντένστασης, αλλά την απέρριψε ως αόριστη, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 44/1990, ΟλΑΠ 3/1997).
[XVI] Με το δέκατο ένατο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 9 και 10α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν το ν.2915/2001, που συνίστανται, κατ’ εκτίμηση των διαλαμβανομένων, στο ότι:
(α) από τον αριθ. 9, το Εφετείο άφησε αδίκαστο σχετικό λόγο έφεσης, αναφορικά με το ότι οι γενόμενες προς αυτήν παροχές από τον αρχικά εναγόμενο ύψους 28.000.000 δρχ. έγιναν προς ένδειξη συμπαράστασης και αφοσίωσης στο πρόσωπο της και όχι έναντι οφειλομένων μερισμάτων κατά τα από αυτήν υποστηριζόμενα•
(β) από τον αριθ. 10α , το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα, ότι οι παραπάνω παροχές προς αυτήν από τον αρχικά εναγόμενο έγιναν από αδελφική αλληλεγγύη και ένδειξη συμπαράστασης στο πρόσωπο της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος: (1) ως προς την από τον αριθ.9 πλημμέλεια, διότι δεν ιδρύεται αν αφέθηκαν αδίκαστοι λόγοι έφεσης, σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη που προαναφέρθηκε κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης και (2) ως προς την από τον αριθ. 10α πλημμέλεια, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν αποτελούν «πράγματα», σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη που προαναφέρθηκε κατά την έρευνα των δέκατου και ενδέκατου λόγων αναίρεσης.
[XVII] Με τον εικοστό λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι από το θάνατο του πατέρα της, μέχρι την άσκηση προηγούμενης όμοιας αγωγής της, από την οποία παραιτήθηκε, και όχι μέχρι την άσκηση της ένδικης, παρήλθε συνολικός χρόνος 16 έτη και δύο μήνες και όχι 17 έτη, ο δε ισχυρισμός της αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή ως προς τη χρονική «δήθεν» αδράνεια για την άσκηση των δικαιωμάτων της. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα αναφερόμενα περιστατικά δεν αποτελούν «πράγματα», σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη που προαναφέρθηκε κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της ένστασης του αρχικά εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ήδη αναιρεσείουσας με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός.
[XVIII] Με τον εικοστό δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της αποδιδόμενης από αυτήν μεγαλύτερης αξίας των κληρονομιαίων μετοχών και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη εκθέσεις του τεχνικού της συμβούλου Β. Σ., τεχνικές εκθέσεις του λογιστή Π. Β. και του ορκωτού ελεγκτή Γ.Κ., και ομολογία των αναιρεσιβλήτων,. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, αφού η ένδικη περί κλήρου αγωγή, που αφορά και τις κληρονομιαίες μετοχές, απορρίφθηκε ως καταχρηστική και η αποδιδόμενη πλημμέλεια, καθώς και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αξία αυτών, την οποία εκτίμησε σε 156.087.200 δρχ. για τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας της αναιρεσείουσας και το ελλείπον ποσοστό αυτής, δεν επιδρούν στο διατακτικό της.
[XIX] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.04.2018 αίτηση της Ι. – Σ. Κ. για αναίρεση της 54/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ