455/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated455/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος §13 σχετικά με τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, το επ’ αυτής σχεδιάγραμμά της, τις προσκομισθείσες φωτογραφίες της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας]. Η σύγκρουση, δε, αυτή οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα των οδηγών των εν λόγω οχημάτων [ΑΠ 1305/2013 ΤΝΠ, ΔΣΑ] και συγκεκριμένα σε ποσοστό 20% του οδηγού της μοτοσικλέτας, B.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 455/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Δ., χας Κ. Σ., 2) Ε. Σ. του Κ., 3) Δ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., 4) Ε. χας Π. Σ., 5) Γ. Σ. του Π., κατοίκων ... και 6) Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θαλή Καραγιαννόπουλο και οι 4η, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θαλή Καραγιαννόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1330/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5391/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-9-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 παρ. 3 και 104 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως (ΑΠ 877/2015). Στην προκείμενη περίπτωση η έκτη των αναιρεσειόντων παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θ. Κ., χωρίς όμως να αποδεικνύεται η χορήγηση σ’ αυτόν πληρεξουσιότητος με συμβολαιογραφική πράξη. Επομένως, αυτή δεν παρέστη με νόμιμο τρόπο και άρα, εφόσον δεν προκύπτει κλήτευσή της, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτή, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 100/2015).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 5391/2014 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 24η Νοεμβρίου 2011 και περί ώρα 15.20 ο Κ. Σ. (σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης και τρίτης, γιος της τετάρτης, αδελφός του πέμπτου και γαμπρός της έκτης των εναγόντων, η οποία κατόπιν των όσων εκτέθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη περιλαμβάνεται στην έννοια της οικογένεια) οδηγώντας τη, με αριθμό κυκλοφορίας ..., δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, την οποία δεν είχε, ως όφειλε (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 489/1976) ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη (βλ.
σχετικά την από 24.11.2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανά του τμήματος τροχαίας Ν. Ιωνίας, τα οποία επελήφθησαν του συμβάντος σε συνδυασμό με το αντίγραφο ασφαλιστηρίου του οχήματος στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", από όπου προκύπτει χρόνος έναρξης της διάρκειας ασφάλειας η 25.11.2011] έχων άδεια ικανότητας οδηγού δίκυκλου, φωτοτυπία της οποίας προσκομίζεται για πρώτη φορά στη Δευτεροβάθμια δίκη, όχι όμως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια των εναγόντων [άρθρο 529 § 1 και 2 ΚΠολΔ.] και γνωρίζοντας πραγματικά να οδηγεί, εκινείτο, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα, και πάντως εντός του προβλεπομένου στο σημείο επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλιομέτρων την ώρα, στην περιοχή της Ν.
Ιωνίας και ειδικότερα επί της οδού ..., η οποία είναι δρόμος (ευθεία) διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, στο σημείο που αυτή συμβάλλεται με την οδό ... [δηλαδή με κατεύθυνση προς την οδό ...] και όπου, προ της συμβολής αυτής, υπάρχει πινακίδα Ρ-2 [STOP], την ίδια στιγμή ο πρώτος εναγόμενος B.
W. [για τον οποίο η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη] οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ασφαλισμένη, με έγκυρη ασφαλιστική εταιρεία, στερούμενος της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης, εκδοθείσης από αρμόδια ελληνική αρχή, κατά παράβαση του άρθρου 94 του Ν. 2696/1999 ως ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, γεγονός που μείωνε την ικανότητά του περί την οδήγηση, [χωρίς να αναιρείται η μειωμένη ικανότητά του από το φερόμενο δίπλωμα οδήγησης εκδοθέν από το ΙΡΑΚ, χώρα καταγωγής του, το οποίο επισυνάπτεται σε φωτοτυπία στην από 21.2.2012 έκθεση αρχής στην οποία μηνύεται ο εν λόγω οδηγός για τη σχετική παράβαση, αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια αν πρόκειται για δίπλωμα οδήγησης αυτοκινήτου ή μηχανής] κινείτο, με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων την ώρα και εντός του ανωτέρω επιτρεπομένου ορίου, επί της οδού ...
και ειδικότερα στο ρεύμα αυτής προς Ηράκλειο. Η ανωτέρω οδός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης [ευθεία] με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος μήκους 09,30 μέτρων, φέρουσα διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο ύψος της οδού ..., επιτρέποντας στους χρήστες της να πραγματοποιήσουν δεξιά στροφή, προκειμένου να κατευθυνθούν προς Αθήνα, ενώ τόσο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα [λίγα μέτρα μετά τη διασταύρωσή της με την οδό ...] όσο και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο [απέναντι από τη συμβολή της με την οδό ...] υπάρχουν πινακίδες Ρ-3 [οδός προτεραιότητας], Ρ-39 [απαγόρευση στάθμευσης] και Π-21 [διάβαση πεζών], το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο είναι το προβλεπόμενο (άρθρο 20 § 1) από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας [ΚΟΚ] (50km/h) λόγω κατοικημένης περιοχής.
Κατά την ως άνω χρονική στιγμή, η κίνηση στην οδό ..., όπου έβαινε ο Κ. Σ., ήταν αραιή, η κατάσταση της ασφάλτου επί της οποίας κινείτο ξηρά ενώ υπήρχε φυσικός φωτισμός [λόγω ημέρας], η δε ορατότητα για τους κινούμενους επί της οδού ήταν 200 μέτρα. Αντίστοιχες συνθήκες κυκλοφορίας επικρατούσαν εξ άλλου κατά τον ίδιο χρόνο και επί της οδού ..., όπου κινείτο ο B.
W., με τη διαφορά ότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική για τη συγκεκριμένη ώρα [μεσημέρι, καθόσον η σχετική οδός τυγχάνει κεντρικός δρόμος (βλ. σχετικά την από 24.11.2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος μετά του επ’ αυτής πρόχειρου σχεδιαγράμματος κατά τα ανωτέρω). Κατά την προμνησθείσα χρονική στιγμή, πρόθεση του επί της οδού ...
κινούμενου οδηγού [Κ. Σ.] ήταν να στρίψει αριστερά, στη συμβολή της οδού με την οδό ..., προκειμένου να εισέλθει στο ρεύμα προς Ηράκλειο ενώ ο κινούμενος ήδη, επί της οδού ... με κατεύθυνση προς Ηράκλειο οδηγός [B. W.], προτίθετο να συνεχίσει την πορεία του ευθεία, στην ίδια κατεύθυνση. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ωστόσο ότι στο ύψος της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών και ενώ στην πορεία του Κ.
Σ. [κινούμενου από αριστερά] υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας σήμανση με πινακίδα STOP και ο θανών κατά άρθρα 26 § 4 και 5 ΚΟΚ όφειλε να διακόψει την πορεία του οχήματός του και να παραχωρήσει προτεραιότητα στους οδηγούς που κινούνται στην άλλη, την έχουσα προτεραιότητα οδό ... με κατεύθυνση προς Αθήνα [όπου υπήρχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος πινακίδες Ρ-3] όμως ο τελευταίος από επιπολαιότητά του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει υπό τις επικρατούσες ανωτέρω συνθήκες, ως μέσος συνετός οδηγός, σταμάτησε μεν αρχικά πριν να εισέλθει στην διασταύρωση, ελέγχοντας μόνο την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα της οδού ...
προς Αθήνα και αφού διέσχισε κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 20 χιλιόμετρα την ώρα, εν συνεχεία επιχείρησε να διασχίσει κάθετα χωρίς να βεβαιωθεί [δεξιός έλεγχος] για την τυχόν κίνηση οχήματος κινούμενου σε ασφαλή απόσταση στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο, στο οποίο επιθυμούσε να εισέλθει, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την ερχόμενη από δεξιά του δίκυκλη μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο B.
W., που κινείτο πλησίον της διασταύρωσης και με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα. Σημειωτέον, ότι ο θανών μπορούσε να αντιληφθεί ή όφειλε να αντιληφθεί την κινούμενη μοτοσυκλέτα του αλλοδαπού σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων. Η, δε, ορατότητα δεν εμποδίζετο από την διέλευση άλλων οχημάτων, με συνέπεια με την δέουσα και μέση επιτηδειότητα είχε τη δυνατότητα, έστω κατά την κίνηση του οχήματός του, να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, είτε να λάβει άλλο αποφευκτικό μέτρο (μείωση ταχύτητας ή διακοπή πορείας) για την αποφυγή του ατυχήματος, λόγω όμως της επιπολαιότητάς του στην οδήγηση, προέβη σε πλημμελή υπολογισμό της απόστασης που τον χώριζε από την κινούμενη μοτοσυκλέτα και υπερεκτίμησε τη δυνατότητά του να διέλθει από την διασταύρωση με ασφάλεια, χωρίς να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία και χωρίς να εκθέσει σε κίνδυνο τον οδηγό, B.
W., της μοτοσυκλέτας. Συνέπεια της άκαιρης και χωρίς επαρκή προηγούμενο έλεγχο εισόδου του στη διασταύρωση με ταχύτητα περί τα 20 χιλιόμετρα την ώρα, υπήρξε η παρεμβολή του στη πορεία, της σε πολύ κοντινή απόσταση ευρισκόμενης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας, κινούμενος με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα και ο οποίος παρ’ ότι είδε από μεγάλη απόσταση [200 μέτρων αρχικώς] και όλες τις κινήσεις της μοτοσικλέτας του θανόντος, από την ώρα που ήταν σταματημένος στην οδό ...
και 20 μέτρα αφού ο θανών ξεκίνησε για να διασχίσει τα 4,65 μέτρα περίπου, που χρειαζόταν για να φτάσει στο ρεύμα προς Ν. Ιωνία, που είχε αναπτύξει, δεν υπολόγισε σωστά ούτε τις αποστάσεις, ούτε το χρόνο που θα τις κάλυπτε, και έτσι προσέγγισε χωρίς να μειώσει περαιτέρω την ταχύτητά του τη μοτοσικλέτα του θανόντος, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστεί, και να μην αντιδράσει ορθά.
Σημειωτέον, ότι αφού με δεδομένο ότι το πλάτος του οδοστρώματος στο ρεύμα προς Ηράκλειο, ήταν 4,65 μέτρα όπως προαναφέρθηκε, γίνεται φανερό ότι ο B. W. είχε μεγάλο περιθώριο να κινηθεί προς τα δεξιά, να τροχοπεδήσει και να επιχειρήσει πετυχημένη προσπέραση από δεξιά, η οποία ήταν εφικτή ενώ αυτός προέβη στον ως άνω ελιγμό χωρίς όμως να αφήσει επαρκή απόσταση από το πλαϊνό τμήμα του οχήματος, που προσπερνούσε, με αποτέλεσμα να προσκρούσει σε αυτό και ειδικότερα στο πόδι του οδηγού του και να ανατραπούν τα δύο οχήματα στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσικλέτας [βλ.
έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος §13 σχετικά με τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, το επ’ αυτής σχεδιάγραμμά της, τις προσκομισθείσες φωτογραφίες της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας]. Η σύγκρουση, δε, αυτή οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα των οδηγών των εν λόγω οχημάτων [ΑΠ 1305/2013 ΤΝΠ, ΔΣΑ] και συγκεκριμένα σε ποσοστό 20% του οδηγού της μοτοσικλέτας, B.
W., και 80% του θανόντος οδηγού της με αριθμό ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Κ. Σ.. Η υπαιτιότητα του πρώτου συνίσταται στο ότι αυτός από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, ενόψει των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αν και εκινείτο με ταχύτητα κάτω του επιτρεπομένου ορίου 40 χλμ/ώρα με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα του θανόντος, αρχικά από απόσταση 200 μέτρων και εν συνεχεία από απόσταση 20 μέτρων να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, αφενός δεν τροχοπέδησε λόγω της διαφοράς της ταχύτητάς του με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του θανόντος, η μοτοσικλέτα του έφτασε σε εγγύτατη απόσταση από τη μοτοσικλέτα του θανόντος (άρθρο 19 § 2 εδ. 2 του ΚΟΚ) και λόγω της ανεπιτηδειότητάς του περί την οδήγηση, προκειμένου να ακινητοποιήσει το όχημά του, ούτε πραγματοποίησε πετυχημένο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή και προς τα αριστερά, για να αποφύγει τη σύγκρουση, πράγμα που ήταν εφικτό, εφόσον είχε στη διάθεσή του σχεδόν 2,30 μέτρα (αν ληφθεί υπόψη ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα περίπου στο μέσον της Λεωφόρου ...
και όλο το ρεύμα της οδού ... και στις δύο κατευθύνσεις της έχει πλάτος 9,30 μέτρα) και δεν αποδείχθηκε ότι την ίδια ώρα εκινείτο άλλο όχημα στην ίδια οδό (κατά παράβαση των άρθρων 12 § 1, 19 § 1, 2 και 20 § 1 ΚΟΚ). Σημειωτέων, ότι ο B. W. αγνόησε ανεξάρτητα ότι αν η οδός στην οποία εκινείτο είναι οδός προτεραιότητας, αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση μείωσης της ταχύτητας έναντι των οδηγών, που έπρεπε να διασχίσουν κάθετα από την οδό ... (άρθρο 19 § 2 του ΚΟΚ) με συνέπεια λόγω του ότι ο B.
W. στερείτο νόμιμης άδειας οδήγησης δεν είχε ούτε την εμπειρία, ούτε την δέουσα επιτηδειότητα για την οδήγηση της μοτοσικλέτας του, αφού το προσκομισθέν σε φωτοτυπία δίπλωμα οδήγησης εκδοθέν από το ΙΡΑΚ δεν παρέχει βεβαιότητα για πραγματική γνώση οδήγησης από τον κάτοχό του και ότι γνωρίζει τον Ελληνικό Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και, δη, τα αμέσως προαναφερόμενα.
Εσφαλμένα, συνεπώς, θεώρησε η εκκαλουμένη απόφαση ότι η μη κατοχή ελληνικής άδειας οδήγησης εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, "δεν συνέβαλε στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος" αλλά αντιθέτως, αποδείχθηκε και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι η έλλειψή της βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια αφού και αυτή η έλλειψη συνετέλεσε στην έλλειψη ικανότητος και μέσης επιτηδειότητας, προς οδήγηση και ως προς τον τρόπο οδηγήσεως και χειρισμού των ως άνω συνθηκών του ατυχήματος.
Η υπαιτιότητα, δε, του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας συνίσταται στο ότι αυτός, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, ενόψει των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει (ΑΠ 579/2010 ΤΝΠ, ΔΣΑ), δεν ακινητοποίησε το όχημά του πριν από τη διασταύρωση κατά τα προαναφερόμενα, αν και στην πορεία του υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας [STOP] (σχετ.
ΑΠ 39/2013 ΤΝΠ, ΔΣΑ, 443/2013 ΤΝΠ, ΔΣΑ) προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στην εκ δεξιών του κινούμενη στην οδό μοτοσικλέτα του B. W. του A. [ως προς τον οποίο η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη] την οποία μπορούσε να την αντιληφθεί ή όφειλε να αντιληφθεί την κινούμενη μοτοσικλέτα σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων η, δε, ορατότητα δεν εμποδίζετο από την διέλευση άλλων οχημάτων, αλλά προχώρησε ανεξέλεγκτα εντός του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου, με τα ως άνω αποτελέσματα.
Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας συνίσταται, ως προαναφέρθηκε, στο ότι αυτός από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, ενόψει των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ωστόσο ότι στο ύψος της διασταύρωσης των ανωτέρω: οδών και ενώ στην πορεία του Κ. Σ. [κινούμενου από αριστερά] υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας σήμανση με πινακίδα STOP αυτός, από επιπολαιότητά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει υπό τις επικρατούσες ανωτέρω συνθήκες, ως μέσος συνετός οδηγός, εισήλθε στην διασταύρωση, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, της οδού ..., προκειμένου, αφού βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο ακινδύνως, να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα και εν συνεχεία να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο, αντιθέτως επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό, έχοντας σταματήσει το όχημά του για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων μόνο ως προς την πορεία του ρεύματος προς Αθήνα [αριστερός έλεγχος] και χωρίς να βεβαιωθεί [δεξιός έλεγχος] για την τυχόν κίνηση οχήματος κινούμενου σε ασφαλή απόσταση στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο, στο οποίο επιθυμούσε να εισέλθει, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την ερχόμενη από δεξιά του δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο B.
W., που κινείτο πλησίον της διασταύρωσης και με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ενώ μπορούσε να την αντιληφθεί ή όφειλε να αντιληφθεί την κινούμενη μοτοσικλέτα σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων, η, δε, ορατότητα δεν εμποδίζετο από την διέλευση άλλων οχημάτων, με συνέπεια με την δέουσα και μέση επιτηδειότητα είχε τη δυνατότητα, έστω κατά την κίνηση του οχήματός του, να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, είτε να λάβει άλλο αποφευκτικό μέτρο (μείωση ταχύτητας ή διακοπή πορείας) για την αποφυγή του ατυχήματος λόγω όμως της έλλειψης προσοχής στην οδήγηση, προέβη, σε πλημμελή υπολογισμό, της απόστασης που τον χώριζε από την κινούμενη μοτοσικλέτα και υπερεκτίμησε τη δυνατότητά του να διέλθει στην λεωφόρο ..., με σκοπό, αφού φτάσει στο διάκενο της διπλής λευκής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής, να στρίψει αριστερά προς Ηράκλειο, πλην όμως βγαίνοντας από την οδό ...
έλεγξε μόνο αριστερά του το ρεύμα κυκλοφορίας της ... προς Αθήνα και αφού το διέσχισε, με ταχύτητα περί τα 20 χιλιόμετρα την ώρα, στο διάκενο της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ώστε να ελέγξει την κίνηση του ρεύματος πορείας της ..., όπου θα εισέρχετο, συνέχισε παραβιάζοντας σαφώς την προτεραιότητα του αλλοδαπού οδηγού διενεργώντας την αριστερή στροφή εισερχόμενος σχεδόν κάθετα και από αριστερά (δηλαδή δεξιά κλίση ως προς την πορεία του B.
W.) στο ρεύμα της ... προς Ηράκλειο, όπου έβαινε και ο αλλοδαπός, προκειμένου να καταλάβει κατόπιν το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας προς Ηράκλειο, με συνέπεια να αποφράξει την προς τα εμπρός ελεύθερη πορεία του B. W., ο οποίος εκινείτο με ταχύτητα 40 χιλιόμετρων την ώρα [σχετ. ΑΠ 39/2013 ΤΝΠ, ΔΣΑ] και να επέλθει η κατά τα ανωτέρω σύγκρουση.
Ο ισχυρισμός, τέλος, των εναγόντων ότι ο B. W., έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα δεν δικαιολογείται από τις μικρής έκτασης βλάβες που υπέστησαν τα οχήματα, όπως ειδικότερα το όχημα του B. W. απεικονίζεται στις μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες επιδείχθηκαν στον επ’ ακροατηρίω του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξετασθέντα μάρτυρα των εναγόντων και δεν αμφισβητήθηκαν], του έκτασης τραυματισμού του παθόντος [κάταγμα κνήμης] και του γεγονότος ότι στο σημείο του ατυχήματος δεν ανευρέθησαν θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, νερά, λάδια, χρώματα, τα οποία μετά βεβαιότητας θα υπήρχαν σε περίπτωση που η σύγκρουση ήταν σφοδρή λόγω μεγάλης ταχύτητας [βλ.
τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη τηρουμένα κατά τη συζήτηση πρακτικά, την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και ειδικότερα την §12 αυτής και τη με αριθμό πρωτ. .../2011 ιατρική βεβαίωση- γνωμάτευση)... Από τα προαναφερθέντα, λοιπόν, αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο θανατωθείς Κ. Σ. του Π. Σ. και Ε., γεννηθείς την 23.9.1960, που πέθανε στην Αθήνα στις 26-11-2011, σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης και τρίτης, γιος της τέταρτης, αδελφός του πέμπτου και γαμβρός της έκτης των εναγόντων, ήταν όσο ζούσε μόνιμος κάτοικος ..., και άφησε την ημέρα που πέθανε πιο κοντινούς συγγενείς:
α. Την εκ του πρώτου νομίμου γάμου σύζυγό του Ε., θυγατέρα Δ. Π. και Δ. Ζ., που εργάζεται και δεν παίρνει σύνταξη από κανένα ταμείο ή οργανισμό του Κράτους και η οποία μέχρι σήμερα είναι χήρα, ο γάμος τους δεν λύθηκε μέχρι την ημέρα που πέθανε. Τα νόμιμα παιδιά του α. Ε. Σ. γεννημένη 1.5.1990, άγαμη και β. Δ. Σ. γεννημένη το 1992, άγαμη.
Επίσης, άφησε τη μητέρα του, Ε. Σ., χήρα Π. Σ., ήταν κατά το χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού του, ηλικίας 55 ετών, έγγαμος. Οι οικογενειακοί τους δεσμοί ήταν άρρηκτοι, όπως και κάθε Ελληνικής οικογένειας. Ο θανών ήταν ένας άριστος σύζυγος και στοργικός πατέρας. Εργάσθηκε από μικρή ηλικία σκληρά και ακατάπαυστα.
Η τελευταία του εργασία ήταν στην επιχείρηση μεταλλικών επίπλων του Δ. Χ., στον Βοτανικό. Λίγο καιρό πριν το μοιραίο ατύχημα έμεινε άνεργος (Σεπτέμβριος 2011) και είχε αρχίσει να λαμβάνει την επιδότηση του ΟΑΕΔ. Η σύζυγός του, πρώτη ενάγουσα, 47 ετών, εργάζεται ως βρεφονηπιοκόμος σε δημοτικό παιδικό σταθμό.
Η δεύτερη ενάγουσα, τεταρτοετής φοιτήτρια στον Βόλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Σχολή μηχανικών χωροταξίας πολεοδομίας και Πολεοδομικής Ανάπτυξης και η τρίτη δευτεροετής φοιτήτρια του ίδιου Πανεπιστημίου στο Οικονομικό Τμήμα, αποστερήθηκαν ξαφνικά και βίαια τον πατέρα τους και η τραγική του απώλεια τους προξένησε βαθύτατη θλίψη.
Ο αιφνίδιος θάνατος του ανωτέρω συζύγου της πρώτης, πατέρα της δεύτερης και τρίτης, γιος της τέταρτης, αδελφός του πέμπτου και γαμβρός της έκτης των εναγόντων, αντίστοιχα, προκάλεσε σ’ αυτούς βαθύτατα πόνο και θλίψη και ως εκ τούτου, ως μέλη της οικογένειας του θύματος αυτού, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 ΑΚ) και ιδίως των συνθηκών του θανάτου του προαναφερθέντος, του μικρού σχετικά βαθμού του πταίσματος του ως άνω υπαίτιου οδηγού, του συντρέχοντος βαρύτερου πταίσματος του θανατωθέντος, της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων φυσικών προσώπων...
της ηλικίας και της ευαισθησίας των δικαιούχων εναγόντων, του βαθμού συγγένειας και των στενών σχέσεων αυτών με τον θανόντα, του βαθμού της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψεως και του ψυχικού πόνου, που δοκίμασε καθένας από αυτούς, η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να τους επιδικαστεί λόγω ψυχικής οδύνης ανέρχεται για καθένα από τους 3 πρώτους ενάγοντες, σύζυγο και τέκνα του αποθανόντος, στο ποσό των 10.000 ευρώ και για πέμπτο ενάγοντα, αδελφό αυτού, το ποσό των 7.000 ευρώ και 4.000 ευρώ για την έκτη των εναγόντων, πεθερά του".
Και με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε, κατόπιν παραδοχής της από 29.10.2013 εφέσεως, την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1330/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί, ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο θανών συγγενής των αναιρεσειόντων και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώθηκε το αναιρεσίβλητο, ως ειδικός διάδοχος της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", να καταβάλλει στους ενάγοντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα εξής ποσά: 1) στην πρώτη (σύζυγο του θανόντος) 10.000 ευρώ, 2) σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη (θυγατέρες) 10.000 ευρώ, 3) στην τέταρτη (μητέρα) 10.000 ευρώ, 4) στον πέμπτο (αδελφό) 5.000 ευρώ, 5) στην έκτη (πεθερά) 2.000 ευρώ, ενώ αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει: 1) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 250 ευρώ για έξοδα κηδείας του θανόντος συζύγου της, 2) στον πέμπτο ενάγοντα το επί πλέον ποσό των 2.000 ευρώ ως επί πλέον χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και 3) στην έκτη ενάγουσα το επί πλέον ποσό των 2.000 ευρώ, για τον ίδιο, όπως αμέσως ανωτέρω λόγο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 330, 300 ΑΚ, 26 παρ. 4 και 5, 19 παρ. 1 και 2, 12 παρ. 1 και 94 του ΚΟΚ, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των διαλαμβανομένων στις ως άνω διατάξεις νομικών εννοιών.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το αποδεικτικό της πόρισμα.
Οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως: 1) ότι το ατύχημα έλαβε χώρα 60-100 μέτρα μετά τη συμβολή της οδού ... με τη Λεωφόρο ... και όχι στη συμβολή αυτών, όπως αναφέρεται στην απόφαση, 2) ότι το δίκυκλο του θανόντος είχε ευθυγραμμιστεί και είχε διανύσει αρκετή απόσταση από τη συμβολή, εκ τούτου δε δεν ανέκυπτε ζήτημα παραχωρήσεως προτεραιότητος στα επί της Λεωφόρου ...
κινούμενα οχήματα, 3) δεν αιτιολογεί η απόφαση γιατί ο οδηγός της λεωφόρου ..., αφού είδε όλες τις κινήσεις του θανόντος, θα έπρεπε να φθάσει στα 20 μέτρα για να αιφνιδιαστεί δήθεν, 4) δεν προσδιορίζει την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα, ούτε αν προσδιορίζεται με σχετική σήμανση ή με άλλο τρόπο και από που ορμώμενη (η απόφαση) απέδωσε σε κάθε όχημα την ταχύτητα που αναφέρει, ελλείψει μάλιστα ιχνών τροχοπεδήσεως, 5) δεν προσδιορίζει την απόσταση στην οποία βρισκόταν η μοτοσικλέτα του B.
W., όταν ο αποθανών εκτελούσε τον ελιγμό προς τα αριστερά και το λόγο του αιφνιδιασμού του, ούτε, για ποιό λόγο ο αποθανών προέβη σε αυτή την αχαρακτήριστη απότομη κίνηση, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην πληρέστερη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Συνακόλουθα, δεν συντρέχει περίπτωση της κατ’ εξαίρεση εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί ελέγχου από το Δικαστήριο τούτο της εκτιμήσεως από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους ενάγοντες (πλην της έκτης) τα προαναφερόμενα ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μετά τη στάθμιση όλων των κρίσιμων κατά τη διάταξη του άρθρου 932 περιστάσεων, δεν παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα ανωτέρω ποσά τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη που δέχθηκε αυτό ότι υπέστησαν οι πέντε ως άνω αναιρεσείοντες-ενάγοντες υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις θανατωθέντος από αδικοπραξία.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι πέντε πρώτοι αναιρεσείοντες: Ε. Π., Ε. Σ., Δ. Σ., Ε. χήρα Π. Σ. και Γ. Σ. στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης, από 7.9.2016, με αρ. καταθ. ...2016, αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την έκτη αναιρεσείουσα Δ. Σ. Π..
Απορρίπτει, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, την ως άνω αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 5391/2014 αποφάσεως του Εφετείου (Μονομελούς) Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναφερόμενους στο σκεπτικό πέντε πρώτους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ