455/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated455/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 20-1-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. 3/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 224/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 455/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Παπαγγελή.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "...", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Καραγεώργο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-1-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 20-1-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. 3/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 224/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του Α.Κ., οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 813/ 1978 (ήδη άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995) εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως από τον μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 12 Π.Δ. 34/1995) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχωρήσεως απαιτήσεων και αναδοχής χρέους, κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή.
Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσεως, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στην σχέση αυτή και, ως εκ τούτου, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από την μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτον ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.
Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρίας είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση).
Έτσι η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε, ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με την σύσταση εταιρίας. Έναντι όμως του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρο 481 Α.Κ.).
Επομένως και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής να είναι μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων.
Έτσι από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσεως δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ` αυτόν και, επομένως, ο παραχωρησιούχος δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχωρήσεως της χρήσεως σε εταιρία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών ή στην οποία θα συμμετέχει και ο μισθωτής.
Μόνο αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και παραχωρησιούχου, η έξοδος από την σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση του παραχωρησιούχου (οπότε όμως πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και όχι για παραχώρηση της χρήσεως), ο τελευταίος παίρνει την θέση του μισθωτή με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1226/2012, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 1957/2006).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Κατά την διάταξη άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αριθμός 1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.
Μόνη η μη αναφορά των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. στην απόφαση δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που αυτές προβλέπουν. Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δηλώσεως, δεν προσφεύγει σ’ αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 10/2015, ΑΠ 934/ 2014, ΑΠ 772/2014).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως και "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.). Ως αιτιολογίες όμως κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 437/2002).
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 1208/2008).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 61, 455, 471 και 361 του Α.Κ.
και 23 του Εμπ.Ν., αλλά και κατά παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της, την κατά του αναιρεσιβλήτου από 25.7.2012 αγωγή της περί αναπροσαρμογής, κατ’ άρθρο 288 του Α.Κ., του μισθώματος του εις αυτήν ειδικότερα αναφερομένου ακινήτου, δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρία) δεν κατέστη καθολική διάδοχος της αρχικής μισθώτριας Κ.
Κ., η οποία και μετά την σύσταση αυτής (ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρίας) εξακολουθεί να παραμένει μισθώτρια του μισθίου ακινήτου, νομιμοποιούμενη ενεργητικά και παθητικά στην άσκηση αξιώσεων και δικαιωμάτων συναφών ή ευθέως απορρεόντων από την μισθωτική σχέση, αφενός παρά την μη συνδρομή των από τις διατάξεις των ως άνω άρθρων του Α.Κ.
και του Εμπ.Ν. οριζομένων και αφετέρου κατά παράβαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων, κατά την ερμηνεία του 13ου όρου της συμβάσεως μισθώσεως, καθόσον η ερμηνευτικώς εξενεχθείσα κρίση αυτής περί της αληθούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως των συμβληθέντων, αντικρούεται από τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν προς ανεύρεσή της.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...29.11.2010 διακήρυξη του Δημάρχου ..., ως Προέδρου της δημοτικής επιχείρησης, με την επωνυμία "... ... Δ.Ε", εκτέθηκε σε φανερό πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκμίσθωση, πλην άλλου, του υπό στοιχ. Α’ αναψυκτηρίου, που βρίσκεται πλησίον της στάσης των λεωφορείων, στην αρχή του δάσους των ... ..., σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που ορίζονταν στην άνω διακήρυξη και με καθορισθέν ως ελάχιστο όριο πρώτης προσφοράς για το ετήσιο μίσθωμα αυτού το ποσό των 90.000 ευρώ.
Στο διενεργηθέντα στις 17.12.2010 διαγωνισμό πλειοδότησε η Κ. Θ. Κ., κάτοικος ...υ, με προσφερθέν ετήσιο μίσθωμα 90.500 ευρώ. Μετά την επικύρωση των πρακτικών του διαγωνισμού από το Διοικητικό Συμβούλιο της άνω δημοτικής επιχείρησης καταρτίσθηκε η υπ’ αριθμ. πρωτ. ...28.12.2010 σύμβαση μίσθωσης αναψυκτηρίου - περιπτέρου, δυνάμει της οποίας η δημοτική επιχείρηση "... ...
Δ.Ε" εκμίσθωσε στην Κ. Κ. το προαναφερθέν υπό στοιχ. Α αναψυκτήριο, που είναι ισόγειο, κατασκευασμένο από ειδικό ξύλο, εμβαδού 24 τετρ. μέτρων, καθώς και εμβαδού 50 τετρ. μέτρων του πέριξ χώρου εκατέρωθεν αυτού, με τον υπάρχοντα εξοπλισμό (ξύλινα τραπεζοκαθίσματα), έναντι του προαναφερθέντος ετήσιου μισθώματος των 90.500 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου κατ’ έτος σύμφωνα με το μέσο όρο του ετήσιου πληθωρισμού του προηγούμενου έτους και για το από της υπογραφής της σύμβασης μέχρι στις 31.10.2015 χρονικό διάστημα.
Το ετήσιο μίσθωμα του πρώτου μισθωτικού έτους καταβλήθηκε με την υπογραφή της σύμβασης στο Ταμείο της Δημοτικής Επιχείρησης, το δε μίσθωμα των επόμενων τεσσάρων ετών συμφωνήθηκε να καταβάλλεται το 30% την 28.02 κάθε έτους, το 30% την 30.6 και το υπόλοιπο 40% την 31.07 κάθε έτους... Με την υπ’ αριθμ. ... απόφαση της Γενικής Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 764/06.05.2011 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 269 του ν. 3463/2006 και άρθρου 111 του ν. 3852/2010, λύθηκε αυτοδικαίως η αμιγής δημοτική επιχείρηση, με την επωνυμία "... ...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 7 εδ.
τελευταίο του ίδιου ως άνω νόμου τη δραστηριότητά της ανέλαβε ο οικείος Δήμος ..., καταστάς καθολικός διάδοχος αυτής και ως εκ τούτου υπεισήλθε αυτοδικαίως ως εκμισθωτής στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συγκεκριμένης σύμβασης μίσθωσης. Παράλληλα η μισθώτρια Κ. Κ., κάνοντας χρήση του υπ’ αριθμ. … όρου της σύμβασης μίσθωσης, δυνάμει του οποίου επιτρέπεται η σύσταση προσωπικής εταιρείας με σκοπό την εκμετάλλευση του μίσθιου καταστήματος, στην οποία ο μισθωτής θα συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 50%, στις 09.02.2011 από κοινού με τη Μ.
Κ. Ν., κάτοικο ..., συνέστησε ετερόρρυθμη εταιρεία, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Βόλου. Ομόρρυθμη εταίρος της εταιρείας αυτής είναι η μισθώτρια Κ. Κ., με ποσοστό συμμετοχής της στο εταιρικό κεφάλαιο 50%, σκοπός της δε η εκμετάλλευση της επιχείρησης αναψυκτηρίου - περιπτέρου, το οποίο είχε μισθώσει προηγουμένως η ομόρρυθμη εταίρος της.
Το γεγονός, όμως, ότι η μισθώτρια συνέστησε εταιρεία με σκοπό την εκμετάλλευση του μισθίου, δεν σημαίνει ότι αλλοιώθηκε υποκειμενικά η μισθωτική σχέση και ότι έπαυσε να είναι μισθώτρια η ίδια. Η συσταθείσα ετερόρρυθμη εταιρεία δεν κατέστη καθολικός διάδοχος της αρχικής μισθώτριας, όπως αυτή υποστηρίζει, ιδιότητα υπό την οποία άσκησε την ένδικη αγωγή, υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης.
Μισθώτρια και μετά τη σύσταση της ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρείας εξακολουθεί να παραμένει η Κ. Κ. ως φυσικό πρόσωπο, η οποία μόνη νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά στην άσκηση δικαιωμάτων και αξιώσεων συναφών ή ευθέως απορρεόντων από τη μισθωτική σχέση, όπως η ένδικη αγωγή αναπροσαρμογής του μισθώματος.
Διάφορη συμφωνία μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων και δη περί δυνατότητας μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης δεν υπήρξε, όπως από τη σαφή διατύπωση του σχετικού όρου της σύμβασης μίσθωσης προκύπτει, στον οποίο γίνεται αναφορά μόνον ότι η τυχόν συσταθησόμενη εταιρεία θα ευθύνεται εις ολόκληρο με το μισθωτή για όλους τους όρους της σύμβασης.
Ουδέ από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι έλαβε χώρα εκχώρηση και αναδοχή χρέους με μεταγενέστερη συναίνεση της αρχικής εκμισθώτριας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης.
Συνεπώς, η ετερόρρυθμη εταιρία δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία για τον λόγο αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη". Αφού έκρινε δηλαδή το Εφετείο ανελέγκτως, ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως, με τον συνδυασμό εκχωρήσεως απαιτήσεων και αναδοχής χρέους, κατόπιν μεταγενέστερης, της καταρτίσεως της μισθωτικής συμβάσεως, συναινέσεως της εκμισθώτριας και δεχόμενο περαιτέρω ότι:
α) το γεγονός ότι η αρχική μισθώτρια Κ. Κ. συνέστησε ετερόρρυθμη εταιρία, με σκοπό την εκμετάλλευση του μισθίου, στην οποία συμμετείχε αυτή ως ομόρρυθμη εταίρος, με ποσοστό 50% και στην οποία (ετερόρρυθμη εταιρία) παραχώρησε την χρήση του μισθίου, δεν αλλοίωσε υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολούθησε να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, β) η συσταθείσα ετερόρρυθμη εταιρία δεν κατέστη μισθώτρια και γ) και μετά την σύσταση της ετερόρρυθμης εταιρίας μισθώτρια εξακολούθησε να παραμένει η Κ.
Κ., ως φυσικό πρόσωπο, η οποία νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την μισθωτική σύμβαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 455 επ., 471, 593 του Α.Κ., που εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το μέρος που αφορά τα παραπάνω. Οι ίδιοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 23 του Εμπ.Ν.
και 61 του Α.Κ., είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθ’ όσον στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
με την επίκληση ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της μείζονος προτάσεως, κατά την οποία "αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εν λόγω εταιρία..." και της προεκτεθείσας ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ήτοι στις ουσιαστικές παραδοχές και όχι στη μείζονα πρόταση αυτού.
Τέλος, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβληθέντων ως προς το αληθές περιεχόμενο του 13ου όρου της μισθωτικής συμβάσεως και επομένως δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Τούτο (το γεγονός δηλαδή ότι το Δικαστήριο δεν διέγνωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας) καθίσταται περισσότερο εμφανές από το ότι το Δικαστήριο, για την αληθινή έννοια του επίμαχου όρου, δεν κατέφυγε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως θα έπραττε στην αντίθετη περίπτωση, όπως τούτο προκύπτει σαφώς από το προεκτεθέν περιεχόμενο της κρίσιμης σχετικής παραδοχής του Εφετείου, κατά την οποία "....Μισθώτρια και μετά τη σύσταση της ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρείας εξακολουθεί να παραμένει η Κ.
Κ. ως φυσικό πρόσωπο, η οποία μόνη νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά στην άσκηση δικαιωμάτων και αξιώσεων συναφών ή ευθέως απορρεόντων από τη μισθωτική σχέση, όπως η ένδικη αγωγή αναπροσαρμογής του μισθώματος. Διάφορη συμφωνία μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων και δη περί δυνατότητας μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης δεν υπήρξε, όπως από τη σαφή διατύπωση του σχετικού όρου της σύμβασης μίσθωσης προκύπτει, στον οποίο γίνεται αναφορά μόνον ότι η τυχόν συσταθησόμενη εταιρεία θα ευθύνεται εις ολόκληρο με το μισθωτή για όλους τους όρους της σύμβασης", ενώ από τις περαιτέρω παραδοχές αυτής (προσβαλλομένης απόφασης) "Ουδέ από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι έλαβε χώρα εκχώρηση και αναδοχή χρέους με μεταγενέστερη συναίνεση της αρχικής εκμισθώτριας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης", δεν προκύπτει ανάγκη του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει την διατύπωση των όρων της συμβάσεως μισθώσεως ως προς το σημείο της μεταβολής ή μη στο πρόσωπο του μισθωτή στην περίπτωση που αυτός συστήσει εταιρία προσωπική για την εκμετάλλευση του μισθίου, καταφεύγοντας σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά αντίθετα (προκύπτει) η επιβαλλόμενη εκ μέρους του έρευνα για την διαπίστωση αν, μετά την κατάρτιση της μισθωτικής συμβάσεως, έλαβε χώρα εκχώρηση απαιτήσεων και αναδοχή χρέους, με μεταγενέστερη συναίνεση της εκμισθώτριας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως.
Κατ’ ακολουθίαν, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι συναφείς πρώτος και δεύτερος, κατά το οικείο μέρος τους, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αυτή πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για σφάλματα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., τα οποία οδήγησαν στην από εκείνο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, (κατ’ αρχήν), να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 628/2010, ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008).
Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559, και όχι εκείνον του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 1097/2013).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο κήρυξε το απαράδεκτο, απορρίπτοντας την αγωγή της, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω έχουν εκτεθεί, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του διαδίκου αφορά στο ουσιαστικό απαράδεκτο, ενόψει του ότι κατ’ αρχήν νομιμοποιείται ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος, ο οποίος, κατά το ουσιαστικό δίκαιο εμφανίζεται ως δικαιούχος ή υπόχρεος και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και όχι στο δικονομικό απαράδεκτο, το οποίο ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι ουσιώδεις και γι’ αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). "Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.
ΑΠ 22/2005, ΑΠ 165/2014). Γι’ αυτό η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 356/2013).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/ 2007, ΑΠ 2068/2007). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δικ., δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 του ίδιου Κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.
Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποιήσεως ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση (ΑΠ 772/2014, ΑΠ 137/2008).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δικ., το οποίο ορίζει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, προκύπτει ότι, εφόσον το εφετείο κρίνει παραδεκτή την έφεση και υπάρχει λόγος επί της ουσίας, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς λόγο εφέσεως, μεταξύ άλλων, και τη νομιμοποίηση των διαδίκων, αρκεί να μη καθίσταται χείρων η θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 1774/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, επικαλούμενη παραβίαση από τους αριθμούς 8 και 14 (ο τέταρτος λόγος) και 9 (ο πέμπτος λόγος) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αποδίδοντας στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι, παρά το νόμο, έκρινε αυτεπαγγέλτως την αγωγή της, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής της νομιμοποιήσεως, η οποία (αγωγή) είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη πρωτοδίκως, μολονότι ο εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, ούτε πρωτοδίκως, ούτε κατ’ έφεση, προέβαλε οποιονδήποτε ισχυρισμό, σχετικό με την μεταβολή ή μη του προσώπου της αρχικής μισθώτριας και την υπεισέλευση ή μη αυτής (ενάγουσας -εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας) στην θέση της, αιτούμενος απλώς την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως για άλλους λόγους, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβανόταν το απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της, και ότι, συνεπώς, το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, ήτοι ανύπαρκτο λόγο εφέσεως, επιδικάζοντας, επομένως, με το να απορρίψει την αγωγή της για την προεκτεθείσα αιτία, περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Οι λόγοι αυτοί, εκ των οποίων ο πρώτος θεμελιώνεται αληθώς μόνον επί του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναφερόμενες πλημμέλειες εκ του ότι, ενεργώντας στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τη νομιμοποίηση της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας και απέρριψε την αγωγή της κατά του εναγομένου-εκκαλούντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως καθολικού διαδόχου της αρχικώς εναγομένης αμιγούς δημοτικής επιχειρήσεως, με την επωνυμία "... ...
Δημοτική Επιχείρηση", λόγω ελλείψεως ενεργητικής της νομιμοποιήσεως, αφού, όπως επίσης συνάγεται από την επισκόπηση της εφέσεως του εναγομένου - εκκαλούντος, υπάρχει λόγος εφέσεως, που αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα στην εν μέρει ουσιαστική παραδοχή της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που αφορά στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, ήτοι ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα", δηλαδή ανύπαρκτο λόγο εφέσεως - ο οποίος, συνεπώς, δεν προτάθηκε - κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι, εξαιτίας της φύσεως της νομιμοποιήσεως ως διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η από τον εναγόμενο αμφισβήτηση των επικαλουμένων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεώς του περιστατικών, το μεν δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, το δε συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος και φέρει προς τούτο το βάρος αποδείξεως, συνακολούθως δε, ενόψει της φύσεως του ισχυρισμού αυτού ως αρνήσεως της βάσεως της αγωγής, δεν αποτελεί αυτός (ισχυρισμός) "πράγμα", που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.1.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2015 αίτηση για αναίρεση της 224/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ