Legislator Case Law & Legislation
455/2016 AI generated

455/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 455/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 455 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2016

Legislator headnote

AI generated

455/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 455 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 455 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Ε. και 2) Ό. χας Γ. Ι., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2013 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 5-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 15-1-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. .../2-3-2016 και .../2-3-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κερκύρας Ε. Γ. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 25/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, με πράξη καταθέσεώς της στο ως άνω Εφετείο, πράξη ορισμού δικασίμου και εισηγητή και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Το τεκμήριο ωφέλειας του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό (άρθρο 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου) και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το φορέα του έργου, τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή... (παρ. 3)... Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης... (παρ. 6)...". Εξάλλου, με το άρθρο 37 εδ. α' του αυτού Ν. 2971/2001 που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του. Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρου 37 εδ. α' του Ν. 2971/2001, καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το άρθρο 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...". Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρο 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (Ολ.ΑΠ 6/2007). Αντίθετα, το άρθρο 37 εδ. α' του Ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη, κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ίδιου νόμου, αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφαντικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς, ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 33, που αφορούν κατ' αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες. Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδ. α' του Ν. 2971/ 2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου, προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τα ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ' αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το Ν. 2971/2001, δηλαδή, είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης, είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004). Επομένως, ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 33 και 37 εδ. α' του Ν. 2971/ 2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Έτσι, ειδικότερα οι διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α' του Ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλουν στην γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου. Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών τους, όσο και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου, με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά. Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδ. α' του ως άνω νόμου, δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα, προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.

Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του Ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ.ΑΠ. 7/2013, 11 και 12/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: "Με την 1108009/6636/0010/26-9-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., η οποία νόμιμα δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "...διάνοιξη της Εγνατίας Οδού από Ηγουμενίτσας - Ιωαννίνων, Τμήμα Ηγουμενίτσα - Βροσίνα, από κόμβο Λαδοχωρίου έως Κρυσταλλοπηγή...", έκταση συνολικού εμβαδού 697.195,68 τ. μέτρων που βρίσκεται στο νομό Θεσπρωτίας, όπως αυτή εμφαίνεται στο από Ιούλιο του έτους 2003 και υπό το στοιχείο Κ1 κτηματογραφικό διάγραμμα με τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., τα οποία συνέταξε η "ΓΕΩΑΝΑΛΥΣΗ Α.Ε." και θεώρησε ο διευθυντής της αρμόδιας υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου. Μεταξύ των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, περιλαμβάνονται και ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγόντων και ειδικότερα του πρώτου αυτών: α) ένας ελαιώνας που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας "..." του Δήμου Παραμυθιάς, εμβαδού 7.000,90 τ. μέτρων, που έλαβε στον παραπάνω κτηματολογικό πίνακα και το σχετικό κτηματογραφικό διάγραμμα αριθμό ιδιοκτησίας…, αποτελεί δε τμήμα μείζονος ακινήτου συνολικής έκτασης 12.600 τ. μέτρων περίπου, β) ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού του Δ.Δ/τος Νεοχωρίου του Δήμου Παραμυθιάς εμβαδού 1.314,60 τ. μέτρων, που έλαβε στα παραπάνω κτηματολογικά στοιχεία αριθμό ιδιοκτησίας…, αποτελεί δε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου συνολικής επιφάνειας 4.000 περίπου τ. μέτρων. Της δεύτερης αυτών (εναγόντων), ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού του Δ.Δ/τος Νεοχωρίου του Δήμου Παραμυθιάς εμβαδού 1.394,30 τ. μέτρων, που έλαβε στα ίδια παραπάνω κτηματολογικά στοιχεία αριθμό ιδιοκτησίας…, αποτελεί δε τμήμα μείζονος ακινήτου συνολικής έκτασης 4.000 περίπου τ. μέτρων. Στη συνέχεια και με τη με αρ. 297/1997 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας καθορίστηκε η ανά τ. μέτρο οριστική τιμή μονάδος για την αποζημίωση των ιδιοκτητών των παραπάνω απαλλοτριωθέντων τμημάτων και ειδικότερα για τη με αρ. …ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος, το ποσό των 2.000 δραχμών ή 5,87 ευρώ και για τις με αρ. …και ιδιοκτησίες του ίδιου και της δεύτερης ενάγουσας αντίστοιχα, το ποσό 4.500 δραχμών ή 13,21 ευρώ. Ακολούθως και με τη με αρ. 280/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας οι ενάγοντες, ως πραγματικοί ιδιοκτήτες των ανωτέρω ακινήτων, αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της ως άνω και υπό τις αναφερθείσες διακρίσεις αποζημιώσεως. Για τις απαλλοτριωθείσες αυτές εκτάσεις, τις οποίες το εναγόμενο και όπως το ίδιο συνομολογεί από τη μη προς τούτο σχετική αμφισβήτηση κατέλαβε πριν από το έτος 1999, κατέβαλε στους ενάγοντες μέρος μόνον της κατά τα άνω ορισθείσας αποζημίωσης, παρακρατώντας από τον πρώτο: α) την αποζημίωση που αναλογεί σε δύο απαλλοτριωθέντα τμήματα της με αρ. …ιδιοκτησίας του εμβαδού 1.442,50 και 2.092,70 τ. μέτρων και συνολικά 3.535,20 τ. μέτρων, αξίας κατά τα άνω 7.070.400 δραχμών (3.535,20 επί 2.000) ή 20.749,52 ευρώ, β) την αποζημίωση που αναλογεί σε απαλλοτριωθέντα τμήματα της με αρ. …ιδιοκτησίας του εμβαδού 357,70 και 732,01 τ. μέτρων και συνολικά 1.089,71 τ. μέτρων, αξίας κατά τα άνω 4.358.840 δραχμών (1.089,71 επί 4.000) ή 12.791,90 ευρώ, γ) το ποσό των 267.750 δραχμών ή 785,77 ευρώ, λόγω της υποτιθέμενης υποχρέωσης του ίδιου να αποζημιώσει τμήματα των με αρ…και … ιδιοκτησιών των δικαιούχων Ό. Ι. (δεύτερης ενάγουσας) και Ε. Ν. εμβαδού αντίστοιχα 46,90 και 12,60 τ. μέτρων, ήτοι το συνολικό ποσό των 34.327,19 ευρώ (20.749,52 συν 12.791,90 συν 785,77) και από τη δεύτερη αυτών την αποζημίωση που αναλογεί σε απαλλοτριωθέντα τμήματα της με αρ. …ιδιοκτησίας της, εμβαδού 431,38 και 648,94 τ. μέτρων και συνολικά 1.080,32 τ. μέτρων, αξίας κατά τα άνω 4.321.280 δραχμών (1.080,32 επί 4.000) ή 12.681,67 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά, τα οποία και πάλι συνομολογούνται από τη μη αμφισβήτηση του εναγομένου, προκύπτουν και από τον οικείο προς τούτο κτηματολογικό πίνακα. Το τελευταίο προέβη στην παρακράτηση αυτών, με την επικαλούμενη πρωτόδικα και τώρα στο Εφετείο αιτιολογία, ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των εναγόντων αυτοαποζημιώνονται κατά τα ανωτέρω αντίστοιχα ποσά, καθώς αυτά και κατ' εφαρμογήν του τεκμηρίου του άρθρου 1 του ν. 653/ 1977 αποκτούν "πρόσωπο" επί της διανοιγόμενης Εγνατίας Οδού και συνακόλουθα οι ίδιοι είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες. Πλην όμως και από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό και κυρίως την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, αλλά και τις προσκομισθείσες με την επιμέλειά τους κατά τα άνω φωτογραφίες, προέκυψε ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση επίμαχα εδαφικά τμήματα, από την κατασκευή του αναφερθέντος έργου δεν αποκτούν ωφέλεια, αφού: α) δεν αποκτούν "πρόσωπο" επί της διανοιγείσας Εγνατίας Οδού, το ύψος της οποίας σε σχέση μ' αυτά κυμαίνεται από δέκα (10) έως τριάντα (30) μέτρα από την επιφάνεια του εδάφους και β) δεν υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας τους με την Οδό, καθώς, κατά μήκος αμφοτέρων των πλευρών της και επί των σημείων που γειτνιάζει με τα εν λόγω τμήματα, κλείνεται από συνεχόμενες μεταλλικές μπάρες που συνδέονται σταθερά με το έδαφος και εκτείνονται σε ύψος τουλάχιστον ενός μέτρου. Έτσι οι ενάγοντες, πέραν της έμμεσης ωφέλειας που προκύπτει από την κατασκευή της Εγνατίας Οδού για τους ίδιους και τους λοιπούς κατοίκους της περιοχής, όπως και τους εν γένει χρήστες της, δεν αποκτούν άλλη άμεση ωφέλεια και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες με την έννοια του ν. 653/1977 ώστε να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση. Περαιτέρω και σύμφωνα: α) με την υπό στοιχεία Δ12α/φ35/34210 απόφαση του διευθυντή του τμήματος απαλλοτριώσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., β) το με αρ. 20388/26.11.1999 γραμμάτιο του Τ.Π.Δ. και γ) της επίδοσης της αγωγής στο εναγόμενο στις 7.7.2009 (βλ. σχ. τη με αρ. .../ 7.7.2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Μ.), αποδείχθηκε ότι η αποζημίωση όλων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με την αναφερθείσα κοινή Υπουργική απόφαση, καταβλήθηκε στις 26-11-1999". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001, εφόσον η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του ως άνω νόμου. Επομένως, ορθώς το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως με την αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 12 (αντί του ορθού 14) του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του, μαχητού πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των προαναφερόμενων ακινήτων, διότι δεν συντρέχει γι' αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 § 3 του Ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων τους προσώπου επί των διανοιγόμενων οδών, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνο τότε θα έπρεπε να εξετασθούν και άλλα στοιχεία (οικοδομησιμότητα, δυνατότητες χρήσεως των ακινήτων κ.λπ.) (ΑΠ 653/2014). Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει αιτιολογία, άλλως αυτή είναι ανεπαρκής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Αντικείμενο της παρούσης δίκης είναι η αποκατάστασης της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης στην ουσία, δηλαδή πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες, δηλαδή, των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του Ν. 2881/2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κώδικα. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου για την καταβολή της αποζημίωσης και είναι πλήρης, δηλαδή ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης που επιδικάζεται και συγκεκριμένα σε 2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα. Αντίθετα, στη δίκη αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 2 του Ν. 3693/1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει. Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 411/2015, ΑΠ 2161/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό (λόγο εφέσεως) του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος περί επιβολής από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ύψους 1.850 ευρώ, αντί αυτής των 300 ευρώ, που έπρεπε να επιβληθεί. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 13/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, επί της οποίας εκδόθηκε κατ' έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κερκύρας (υπ' αριθμ. 25/ 2013), έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειάς τους από την προαναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, στον πρώτο το ποσό των 34.327,19 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 12.619 ευρώ, ενώ καταδικάσθηκε και στη δικαστική τους δαπάνη ύψους 1.850 ευρώ. Με την έφεσή του το αναιρεσείον, ειδικά ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, αντέταξε τα εξής: "Διότι όχι ορθά και παρά το νόμο η εκκαλουμένη επέβαλε σε βάρος μου τα δικαστικά έξοδα τα οποία καθόρισε στο εξωφρενικό, υπέρογκο και εξωπραγματικό ποσό των (1.850,00) ευρώ και τούτο διότι η εν λόγω δίκη δεν είναι αμιγώς απαλλοτριωτική και τα δικαστικά έξοδα δεν είναι νόμιμο να καθορισθούν όπως παραπάνω αναφέρεται και ειδικότερα διαλαμβάνεται εις την εκκαλουμένη". Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο λόγος αυτός της εφέσεως απορρίφθηκε ως αόριστος, διότι το εκκαλούν δεν προσδιόρισε το νομικό σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τον προσδιορισμό των εξόδων, τα οποία άλλωστε και κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 176 ΚΠολΔ, επέβαλε σε βάρος του ως ηττωμένου διαδίκου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς με την κύρια αιτιολογία του απέρριψε τον ως άνω λόγο εφέσεως ως αόριστο, αφού πράγματι δεν καταλογιζόταν μ' αυτόν συγκεκριμένο σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς τον καθορισμό των εξόδων, κατά δε την επικουρική, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις περί δικαστικής δαπάνης στην προκείμενη δίκη.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω ελλείψεως σχετικού αιτήματος εκ της μη παραστάσεως των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ