455/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated455/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η προβλεπόμενη από αυτήν ως άνω αναστολή των προθεσμιών κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών ισχύει και για την κατάθεση της προρρηθείσης, κατά το άρθρο 12 § 2 του ν. 2298/1995, θετικής γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ν. Μ., κατοίκου ..., 2) Α. χήρας Δ. Σ., και 3) Γ. Δ. Σ., κατοίκου .... Οι 1η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Βγόντζα και Χριστίνα Αθανασά, οι οποίοι δήλωσαν ότι η 2η απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον 3ο, ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τους ίδιους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/1993 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/1996 μη οριστική, 38/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2005 του Εφετείου Αιγαίου/Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21/5/2008 αίτησή του και τους από 27/1/2014 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15/3/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 179/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου / Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 § 2 του ν. 2298/1995, που καταργήθηκε με το άρθρο 13 § 9 του ν. 3790/2009 αλλ' εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, "Το αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ.
μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της και για το παραδεκτό και βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο δικαστήριο που απευθύνεται ...".
Τέλος, κατά το άρθρο 12 του ν. 3514/2006 "Σε όλες τις δίκες του δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του δημοσίου είτε εις βάρος άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεως ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων, ούτε, τέλος, για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.
Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η προβλεπόμενη από αυτήν ως άνω αναστολή των προθεσμιών κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών ισχύει και για την κατάθεση της προρρηθείσης, κατά το άρθρο 12 § 2 του ν. 2298/1995, θετικής γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ.
για το παραδεκτό και το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού δημοσίου και των κατ'ιδίαν λόγων της.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 179/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε την 9-6-2005 και δεν επιδόθηκε από κανέναν διάδικο στον αντίδικό του, ασκήθηκε την 4-6-2008, ήτοι προ της συμπληρώσεως της ειρημένης νόμιμης προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, την δε 22-10-2008 κατατέθηκε αρμοδίως στη γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου η υπ' αριθμ. 952 και από 9-10-2008 θετική γνώμη του Ν.Σ.Κ. για το παραδεκτό και το βάσιμο της ασκηθείσης αναιρέσεως και των κατ'ιδίαν λόγων της. Η κατάθεση της θετικής αυτής γνώμης του Ν.Σ.Κ. είναι εμπρόθεσμη, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, λαμβανομένης υπόψη της αναστολής (και) της οικείας ως άνω προθεσμίας κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1-7-2008 έως 15-9-2008, και η περί του αντιθέτου και εντεύθεν του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού δημοσίου ένσταση των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών ανήκει στο δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σε αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).
Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "περί γαιών", σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που τον εξουσιάζει για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση, επ' ονόματί του, τίτλου (ταπίου), ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο.
Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή του αγρού αναγνώρισε και το υπ' αριθ. 2468 διάταγμα της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2), το οποίο κυρώθηκε με τον ν.1072/1917, και ο ν.2052/1920 (άρθρο 50), εφόσον η 10ετία έχει συμπληρωθεί μέχρι 20 Μαΐου 1917. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61 και 71 του αυτού ως άνω νόμου "περί γαιών" προκύπτει ότι το προμνησθέν άρθρο 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων και δασών, τα οποία εξουσιάζονται μόνον με ταπί.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 49 παρ.1 του ν. 2052/1920 σ' αυτούς που είχαν το παραπάνω δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως παραχωρήθηκε κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα κυριότητας που ανήκε εξολοκλήρου στο δημόσιο και το οποίο από 20-5-1917 το απέκτησαν (οι ανωτέρω) αυτοδικαίως, στη συνέχεια δε με τα άρθρα 101-114 του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, παραχωρήθηκε σ' αυτούς και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως επί μία δεκαετία μέχρι την 20-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν καθ'ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου.
Τέλος, όσον αφορά τις Νέες αυτές χώρες, η επίκληση διακατοχικών πράξεων πριν ή μετά την προσάρτησή τους στην Ελλάδα δεν έχει έννομη επιρροή (εκτός από την ως ανωτέρω επί δεκαετία καλλιέργεια αγρού μέχρι την 20-5-2017), αφού ούτε υπό το Οθωμανικό δίκαιο ούτε υπό το Ελληνικό που εφαρμόστηκε μετά την 20-5-1917, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας δημοσίων γαιών με χρησικτησία.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμό 421/10-5-1919 απόφαση του Γενικού Διοικητή Λέσβου χορηγήθηκε στους αδελφούς Χ. συζ. Μ. Κ., το γένος Α. Μ., και Ν. Α. Μ., το δικαίωμα (και καταργήθηκε η ως τότε ισχύουσα κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα απαγόρευση) να πωλήσουν στον Κ.
Χ. Γ. μια ακαλλιέργητη και θαμνώδη εδαφική έκταση περίπου 60 στρεμμάτων, περιέχουσα και περί τα 80 μικρά ελαιόδενδρα, ευρισκόμενη στη θέση ... της περιφερείας του χωριού ... του Δήμου … της νήσου Λέσβου του Νομού Λέσβου και συνορεύουσα με τις ιδιοκτησίες: ανατολικά του Ν. Κ., δυτικά του Γ. Κ., βόρεια του Γ. Β. και νότια του Ε.
Β.. Η εν γένει απαλλοτρίωση της ανωτέρω έκτασης, πριν από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, είχε απαγορευθεί δυνάμει του άρθρου 1 του ν. 924/14-9-1917 περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων των Νέων Χωρών, στις οποίες ανήκει και η νήσος Λέσβος.- Την έκταση αυτή, που συμπίπτει και ταυτίζεται, όπως προκύπτει από την (προαναφερόμενη) πραγματογνωμοσύνη, με την επίδικη έκταση (...), κατείχαν και εξουσίαζαν με ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας συνεχώς και αδιάκοπα χωρίς αμφισβητήσεις με καλή πίστη και με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα κυριότητας τρίτων και του Ελληνικού Δημοσίου και με διάνοια κυρίου από το έτος 1885, οπότε υπεισήλθαν στην εξ αδιαθέτου κληρονομία του πατέρα τους, έως και την 25-5-1919, συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα στο ακίνητο ελαιόδενδρα.
Στο ίδιο ακίνητο ο πατέρας των ανωτέρω, δηλαδή ο Α. Μ., ασκούσε τις παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής τουλάχιστον από το έτος 1870.
Συνεπώς οι ανωτέρω αδελφοί είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι εξουσίαζαν χωρίς διακοπή το ακίνητο με τα προσόντα αυτής (έκτακτης χρησικτησίας) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών έως την 11-9-1915, ακόμη και αν το επίδικο ακίνητο ανήκε προηγουμένως στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού από το συνδυασμό των άρθρων 51 του ΕισΝΑΚ, των σχετικών διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του άρθρου 1 του ν.
της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" προκύπτει ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, χωρεί έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη με συνυπολογισμό και του χρόνου όμοιας νομής του καθολικού ή ειδικού διαδόχου και συνεχώς για 30 έτη.
Επομένως οι ισχυρισμοί του εναγόμενου, οι συνδεόμενοι και με το λόγο της έφεσης, ότι το ίδιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με την ιδιότητα του διαδόχου των δικαιωμάτων του Τουρκικού Δημοσίου δυνάμει της από 30-1-1923 συμβάσεως της Λωζάνης περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία, δεδομένου ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το επίδικο και πριν την 28-10-1912 και πριν από την απελευθέρωση της Λέσβου, που πραγματοποιήθηκε στις 8-11-1912, αλλά και μετά την ως άνω ημερομηνία έως την 25-5-1919, οπότε οι ως άνω αδελφοί Μ.
μεταβίβασαν το επίδικο λόγω πωλήσεως στον Κ. Γ., όπως αναφέρεται παρακάτω, ανήκε ως αγρόκτημα - ελαιόκτημα κατά κυριότητα στους αδελφούς Μ. και πριν από αυτούς στον πατέρα τους και όχι σε υποκείμενους σε υποχρεωτική ανταλλαγή έλληνες υπηκόους μουσουλμανικού θρησκεύματος, οι οποίοι μάλιστα ήταν εγκατεστημένοι στα ελληνικά εδάφη και εγκατέλειψαν αυτά από 28-10-1912 ή επρόκειτο να τα εγκαταλείψουν εξ αιτίας της ανωτέρω ανταλλαγής.
Η άποψη του δικαστηρίου ότι το επίδικο ανήκε ως ιδιωτική περιουσία στους αδελφούς Μ. ενισχύεται περισσότερο από την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Γενικού Διοικητή Λέσβου, με την οποία καταργήθηκε η ισχύουσα ως τότε απαγόρευση μεταβίβασης του επιδίκου σε τρίτους, επειδή το τελευταίο βρισκόταν στις νέες χώρες, προκειμένου οι ανωτέρω ιδιοκτήτες του να το μεταβιβάσουν στον Κ.
Γ., αναγνωρίζοντας το Ελληνικό Δημόσιο με τον τρόπο αυτό (βλ προσκομιζόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στο όνομα του "Βασιλείου της Ελλάδος"), εμμέσως πλην σαφώς, τόσο την κυριότητα-των αδελφών στο επίδικο ακίνητο και το δικαίωμα αυτών να το μεταβιβάσουν, όσο και την έλλειψη δασικού χαρακτήρα στο ακίνητο, εφόσον αυτό εμφανίζεται ως χέρσα και θαμνώδης γη περιέχουσα και 80 περίπου μικρά ελαιόδενδρα και όχι ως δάσος ή ως βοσκότοπος.
Άλλωστε οι ισχυρισμοί του εναγομένου, οι συνδεόμενοι επίσης με το λόγο της εφέσεως ότι η επίδικη έκταση είναι δασική και ως εκ τούτου ανήκει κατά κυριότητα στο ίδιο (εναγόμενο), ελέγχονται ως μη νόμιμοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", κατά τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, δεν ισχύουν στις περιφέρειες των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 62 του ν. 998/1979.
Εξάλλου από την έλλειψη του χαρακτήρα της ανωτέρω επίδικης έκτασης ως δάσους ή βοσκοτόπου συνάγεται ότι οι ανωτέρω αδελφοί Μ. απέκτησαν το δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο με ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτό δεν αποτελούσε καθαρή ιδιωτική γη, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, α) εξουσίαζαν το επίδικο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως την 20-5-1917, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ 4 του ν. 147/1914, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφου ταπίου" της 7 Σαμπάν 1276, απέκτησαν το δικαίωμα εξουσιάσεως, το οποίο αναγνωρίσθηκε τόσο με το άρθρο 2 του υπ' αριθμό 2467 διατάγματος της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, όσο και από το άρθρο 50 του ν. 2052/1920, μόνο με την επί δεκαετία έως την 20-5-1917 πραγματική κατάσταση της κατοχής και εν ευρεία εννοία καλλιέργειας αυτού χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δηλαδή χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση στο όνομά τους τίτλου (ταπίου), το οποίο ήταν απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο, και β)δυνάμει του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 έως 104 του δ/τος της 11/12-11-1929, που τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14, 18 και 19 του ν. 1540/1938 και εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 2 του ν. 4229/1929, στο ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου αμετάκλητης κυριότητας του επιδίκου που αποκτήθηκε από τους ανωτέρω αδελφούς Μ., συνεπεία του ως άνω δικαιώματός τους εξουσιάσεως αυτού, προστέθηκε αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του ως άνω δ/τος και μάλιστα χωρίς ανάγκη εγγραφής στα βιβλία των μεταγραφών και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου δικαίωμα συγκυριότητας και συγκατοχής που απέκτησε κατ' αρχήν το Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί του εναγομένου οι συνδεόμενοι επίσης με το λόγο της έφεσης ότι την κυριότητα του επιδίκου δεν απέκτησαν τα παραπάνω πρόσωπα επειδή το δικαίωμα αυτό δεν κατοχυρώθηκε με την έκδοση τίτλου (ταπίου) ελέγχονται ως αβάσιμοι και εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της αιτήσεως των ανωτέρω αδελφών Μ., δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Γενικού Διοικητή Λέσβου, αλλά και της τελευταίας αποφάσεως, οι ανωτέρω συγκύριοι του επιδίκου, με το .../25-5-1919 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Μυτιλήνης Πέτρου Οικονομοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, επώλησαν και μεταβίβασαν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο στον Κ.
Χ. Γ. αντί τιμήματος 200 δραχμών. Ο ανωτέρω αγοραστής από την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου εγκαταστάθηκε στο επίδικο και ασκούσε επ' αυτού συνεχώς, αδιάκοπα και χωρίς να αμφισβητείται το δικαίωμα κυριότητας αυτού, έως το χρόνο του θανάτου του κατά το έτος 1941, με καλή πίστη, ήτοι με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου και με διάνοια κυρίου και με νόμιμο τίτλο, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο και ειδικότερα προέβαινε στη συλλογή του ελαιοκάρπου από τα ευρισκόμενα εντός αυτού ελαιόδενδρα, τα οποία φρόντιζε και καθάριζε το ακίνητο από τα χαμόκλαδα.
Μετά το θάνατο του Κ. Γ. στη νομή του επιδίκου, το οποίο ανήκε στα κληρονομιαία στοιχεία αυτού, εγκαταστάθηκε ο υιός αυτού Π., που συνέχισε να ασκεί σ' αυτό τις παραπάνω πράξεις που ασκούσε και ο πατέρας του συνεχώς έως την 21-8-1952, καθιστάμενος και αυτός με τη σειρά του κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού η με τα προσόντα της τελευταίας νομή αυτού, στην οποία προσμετράται και η νομή του πατέρα του, υπερβαίνει συνολικά, μέχρι τον τελευταίο χρόνο (21-8- 1952), τα 32 έτη.
Στη συνέχεια, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο Π. Γ. του Κ., δυνάμει του .../21-8-1952 συμβολαίου του συμβ/φου Μυτιλήνης Αναστασίου Παπανικόλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το επίδικο, με ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στους αδελφούς Γ. και Ε. Γ. του Κ.. Από την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου και μέχρι την 12-7-1963 οι ανωτέρω αγοραστές ασκούσαν με καλή πίστη και δυνάμει του παραπάνω τίτλου κυριότητας επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο.
Ειδικότερα οι ανωτέρω αγοραστές περιέφραξαν το επίδικο με σιδερένιους πασσάλους, φύτευαν νέα ελαιόδενδρα και ανέθεταν την εκμετάλλευση αυτού σε τρίτους, οι οποίοι φρόντιζαν τα ελαιόδενδρα και συγκέντρωναν τον καρπό τους έναντι ποσοστού επί του τελευταίου. Μάλιστα, μεταξύ των προσώπων στα οποία ανατέθηκε κατά καιρούς η εκμετάλλευση του επιδίκου περιλαμβάνονται και οι Μ.
Σ., Α. Κ., Θ. Τ. και άλλα. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ' αριθμό .../12-7-1963 προσυμφώνου πωλήσεως αγροτικού ακινήτου του συμβ/φου Μυτιλήνης Ιορδ. Χαχπαλόγλου, οι Γ. και Ε. Γ. του Κ. ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν το επίδικο, με ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στην πρώτη ενάγουσα Α.
συζ. Ν. Μ., το γένος Γ. Σ., και στο Δ. Σ. του Γ., δηλαδή στο σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας και πατέρα του τρίτου ενάγοντος. Σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι κατάρτισαν σύμβαση πωλήσεως, που καταγράφηκε στο επίσης νόμιμα μεταγεγραμμένο .../26-7-1963 συμβόλαιο που συνέταξε ο ίδιος συμβ/φος που συνέταξε και το προσύμφωνο.
Με το τελευταίο οριστικό συμβόλαιο οι αδελφοί Α. και Δ. Σ. απέκτησαν, με ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντί συνολικού τιμήματος 312.336 δραχμών το παραπάνω ακίνητο που περιγράφεται στα παραπάνω συμβόλαια. Από την κατάρτιση του ανωτέρω προσυμφώνου οι ως άνω οριστικοί αγοραστές έλαβαν στην κατοχή τους το ακίνητο αυτό και από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου άρχισαν να ασκούν επ' αυτού, με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την απόκτηση της νομής του δεν προσβάλλεται το επί του εν λόγω ακινήτου δικαίωμα κυριότητας τρίτου και με διάνοια κυρίων δυνάμει του ως άνω τίτλου αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο.
Συγκεκριμένα, συντηρούσαν την περίφραξη αυτού, ανέθεταν, έναντι αμοιβής, την περιποίηση των ελαιοδένδρων και τη συλλογή του ελαιοκάρπου στον εκ των πωλητών του Γ. Γ., κατά το έτος 1975 αντικατέστησαν την παλαιά περίφραξη με νέα χρησιμοποιώντας προς τούτο και δικτυωτό συρματόπλεγμα και κατά το έτος 1979 επέτυχαν την ηλεκτροδότηση αυτού.
Με τον παραπάνω τρόπο οι ανωτέρω αγοραστές κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με δικαιοπραξία (πώληση), όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι ασκούσαν με καλή πίστη, διάνοια κυρίων και με νόμιμο τίτλο τη νομή του ακινήτου αυτού περισσότερο από 10 έτη μετά την κατάρτιση του ανωτέρω οριστικού συμβολαίου.
Περαιτέρω προκύπτει ότι ο ανωτέρω εκ των δύο τελευταίων συγκυρίων Δ. Σ. του Γ. απεβίωσε στις 7-1-1990 και δυνάμει της από 4-3-1981 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθμό 2401/19-7-1991 πρακτικό του και κηρύχθηκε κυρία με την 740/1991 απόφαση αυτού, εγκατέστησε κληρονόμους του στο επίδικο ακίνητο τους δεύτερη και τρίτος ενάγοντες, δηλαδή τη σύζυγο και τον υιό αυτού, με ποσοστό 1/4 του 1/2 εξ αδιαιρέτου την πρώτη και 3/4 του 1/2 εξ αδιαιρέτου το δεύτερο, δηλαδή αντίστοιχα σε ποσοστό 1/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, εφόσον το υπόλοιπο 1/2 ή 4/8 αυτού ανήκει στην πρώτη ενάγουσα.
Την ανωτέρω κληρονομία αποδέχθηκαν οι ανωτέρω δεύτερη και τρίτος ενάγοντες με την υπ' αριθμό .../16-10-1992 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Αθηνών Λάμπρου Βλάχου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επομένως οι ενάγοντες είναι συγκύριοι με τα παραπάνω ποσοστά του επιδίκου ακίνητου και ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα με τους τρόπους που περιγράφονται παραπάνω και οι λοιποί ενάγοντες με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή (...)".
Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους τελευταίους κυρίους του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 54216 τ.μ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο α) παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις μη ειδικώς αναφερόμενες αλλά προφανώς εφαρμοσθείσες διατάξεις του βυζαντινορωμαΐκού δικαίου που αναφέρονται στην κτήση κυριότητας με χρησικτησία κατά τον πρό της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα χρόνο (άρθρ. 51 του ΕισΝΑΚ) και οι οποίες (διατάξεις) δεν είχαν εφαρμογή εν προκειμένω, ενόψει του ότι η νήσος Λέσβος, όπου ευρίσκεται το επίδικο, απελευθερώθηκε από τον Τουρκικό ζυγό την 8-11-1912 (όπως αναφέρεται και στην αναιρεσιβαλλομένη) και μέχρι τότε δεν ήταν δυνατή, κατά τα προεκτεθέντα, η κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με τον άγνωστο στο Οθωμανικό δίκαιο θεσμό της χρησικτησίας, χωρίς προηγούμενη κτήση κυριότητας με τεσσαρούφ μέχρι το έτος 1917, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, από δε το έτος 1915 δεν είναι νόμιμη η χρησικτησία των ακινήτων του Δημοσίου, και β) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προταθούν και ειδικότερα ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων έγιναν κύριοι του επιδίκου και κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ΟθωμΝ περί Γαιών και των ν. 1072/1917 και 2052/1920, ενώ, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι δεν περιέλαβαν σ'αυτήν τέτοια βάση, ιστορική και νομική, κατά τους βάσιμους περί τούτων, αντίστοιχα, πρώτον, του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1, και πρώτον πρόσθετο, από τον αριθμό 8, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως του Ελληνικού δημοσίου.
Πρέπει επομένως, κατά παραδοχήν αυτών των λόγων, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ και 22 ν. 3653/57).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 179/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου/Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ