455/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated455/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ` αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της γερμανικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "C. BOMANN GMBH" (Σ. ΜΠΟΜΑΝ ΓΚΕ ΕΜ ΜΠΕ ΧΑ), με έδρα το ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΗΧΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με έδρα τη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Μαρτίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14447/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1582/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαρτίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../19-09-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (03-02-2014), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας.
Η τελευταία, όμως (αναιρεσίβλητη), δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β'ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.
Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Τέλος, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Εκ πλαγίου δε παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 1715/1999, 215/2009, 258/2003).
Ωσαύτως, παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 2185/2009, ΑΠ 79/1996).
Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βούλησης είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1375/2002 ΑΠ 1326/1992, βλ. και Ολ.ΑΠ 11/2000 και Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1229/2004). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1 παρ. 2 και 5§1 του Συντάγματος).
Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.
Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.
Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.
Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1§2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου.
Ενδιάμεσο τύπου προσώπου, που διαμεσολαβεί και αυτό στη λειτουργία του εμπορίου, αποτελεί ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος, δηλαδή το πρόσωπο που ενεργεί τις παραπάνω πράξεις στο όνομά του, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, όχι όμως για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, όπως ακριβώς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος.
Τόσο η σύμβαση αποκλειστικής διανομής όσο και αυτή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου δεν ρυθμίζονται με ειδικές διατάξεις, έχουν όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική κατ` αρχήν εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας (άρθρ. 90 του ΕμπΝ) παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ.
Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ` αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.
Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ` ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας.
Αποκλείεται έτσι και μετά το ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις παραπάνω συμβάσεις, η οποία βέβαια αποκλειόταν και προηγουμένως. Ειδικότερα οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, αφού η κοινοτική αυτή Οδηγία αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρ. 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα απευθείας εκείνου που αντιπροσωπεύουν.
Επομένως η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους επαγγελματιών, που μεσολαβούν με το δικό τους όνομα ή και για δικό τους λογαριασμό στη λειτουργία του εμπορίου, χωρίς η θέσπιση τέτοιων διατάξεων, με τις οποίες γίνεται υπέρβαση του ρυθμιστικού εύρους της Οδηγίας (uberschiessende Umsetzung), να θίγει την εφαρμογή του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίστοιχο δίκαιο ως προς τους επαγγελματίες αυτούς, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα των επαγγελματιών αυτών και ούτε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά σε συμβατικές σχέσεις διαφορετικές από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου δεν γίνεται γενικώς δεκτή η δυνατότητα νομολογιακής εναρμόνισης του δικαίου των κρατών μελών.
Αντίστοιχα και το π.δ/γμα 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, με αντικείμενο μάλιστα δραστηριότητας αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους. Όμως δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της.
Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4§1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι` αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ/γμα 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.
Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ` αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007.
Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις.
Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού) σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο 9 του εν λόγω π.δ/τος αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.
Ειδικότερα, στην περίπτωση λύσεως της αορίστου χρόνου συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει, κατά τα προεκτεθέντα, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ο διανομέας, εκτός από την αναφερόμενη στο άρθρο 9 του π.δ. 219/1991, αποζημίωση πελατείας, δικαιούται, κατά τη ρητή (και αναλογικά εφαρμοζομένη) διάταξη του εδ.
γ'του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ. ΑΠ 16/2013). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Προς τούτο, πρέπει ο ενάγων που επιδιώκει την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους να επικαλεσθεί και να αποδείξει όλα εκείνα τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνο αυτή που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή κατά την επικρατούσα στην ελληνική νομολογία και επιστήμη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, η οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια παράβαση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν μόνη της ικανή και μπορεί κατ` αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει (βλ.
ΑΠ 719/1988, ΑΠ 601/1986). Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει επίσης ότι ο νομοθέτης (πλην εξαιρέσεων, όπως λ.χ. άρθρο 345 εδ. α` ΑΚ ή Ν 2112/1920) επιλέγει τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, ήτοι εκείνης της ζημίας που επέρχεται στο ζημιωθέντα, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών του (Σταθόπουλος, Γεν.
Ενοχ. Δικ., έκδοση 3η, 1998, σ. 174). Έτσι, σε περίπτωση που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του, διά της παροχής αποζημίωσης που να καλύπτει ότι αυτός θα είχε, αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθόλο το συμφωνημένο χρόνο και τίποτε πλέον τούτου.
Συνεπώς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος (ή ο αποκλειστικός διανομέας υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις) δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτια και παράνομη (αντισυμβατική) συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέα, αλλά πρέπει, επιπροσθέτως, η συμπεριφορά του αυτή να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο.
Η ζημία αυτή και όταν ακόμη συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος δεν ταυτίζεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α'του π.δ. 219/1991 προμήθειες, που χάνει ο αντιπρόσωπος. Δηλαδή, η προς ανόρθωση αυτή ζημία έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρoνικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο (ΑΠ 849/2002).
Στην περίπτωση, που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση της συμβάσεως αορίστου διάρκειας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της, κατά τις διατάξεις του π.δ. 219/1991.
Περαιτέρω, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη η παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αξίωση που απορρέει από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, αν η πράξη αυτή διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το άρθρο 914 του ΑΚ γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια άλλο (Ολ.
ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1600/2002). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε, προς το σκοπό ανταγωνισμού γενομένη, πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη. Αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη υπάρχει, όταν αυτή προσκρούει στο αίσθημα και στην αντίληψη κάθε ορθά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στον συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη, δηλαδή όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών.
Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη. Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παραβάσεως. Εξάλλου, η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχειρήσεως και η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργανώσεως μπορεί, με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών, να είναι αθέμιτες.
Επί συμβάσεως δε εμπορικής αντιπροσωπείας, η εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών του και η ανάθεση της πωλήσεως των προϊόντων σε άλλον, μπορεί να αποτελέσει παραβίαση των διατάξεων περί αθέμιτου ανταγωνισμού, όταν γίνεται υπό ειδικές περιστάσεις και κυρίως με δόλιες μεθοδεύσεις, αθέμιτα και κατ` αντίθεση προς τα χρηστά ήθη μέσα με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών για την καθιέρωση των προϊόντων αυτών.
Η αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη μπορεί, παράλληλα, να είναι και αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι οι εξής:
α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες όσο και τις παραλήψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο αναφέρεται ανωτέρω., β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστου και της επελθούσης ζημίας.
Ο δόλος (πρόθεση) αναφέρεται στην επαγωγή ζημίας, όχι στον ανήθικο ή παράνομο χαρακτήρα της πράξεως. Ο δε ζημιώσας πρέπει να γνωρίζει ότι με η συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και να αποδεχόταν την πρόκληση της ζημίας, αρκεί δηλαδή και ο ενδεχόμενος δόλος. Η αντικείμενη δε στα χρηστά ήθη συμπεριφορά είναι αντικειμενικώς παράνομη πράξη, ανεξαρτήτως του εάν αυτή επιτρέπεται από το νόμο (ΑΠ 1805/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) γερμανική εταιρία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία ηλεκτρικών οικιακών μικροσυσκευών και διατηρεί προς τούτο εργοστάσιο στο Κέμπεν της Γερμανίας, ενώ η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία με χονδρικές πωλήσεις ηλεκτρικών συσκευών.
Για τις ανάγκες της δραστηριότητάς της η ενάγουσα συνεργάζονταν ήδη από το 1992 με τη γερμανική εταιρία "CLATRONIC INTERNATIONAL GMBH", η οποία διατηρεί στο Κέμπεν της Γερμανίας εργοστάσιο κατασκευής ηλεκτρικών οικιακών μικροσυσκευών. Η συνεργασία αυτή είχε αρχικά τη μορφή διαδοχικών πωλήσεων, αλλά με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε σε μία άτυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της ανωτέρω εταιρίας στην Ελλάδα, δεδομένου, ότι, από το έτος 1998 και εφεξής, η ως άνω εταιρία πωλούσε τα προϊόντα της μόνο στην ενάγουσα, η οποία τα μεταπωλούσε, στη συνέχεια, σε τρίτους, χωρίς, μάλιστα, αυτή (ενάγουσα) να εμπορεύεται προϊόντα άλλων εταιριών.
Η ανωτέρω συνεργασία εξελίχθηκε ομαλά και με θετικά εμπορικά αποτελέσματα, δεδομένου, ότι η ενάγουσα δημιούργησε ένα σημαντικό πελατολόγιο, έτσι, ώστε τα προϊόντα της ανωτέρω γερμανικής εταιρίας να διακινούνται πλέον σε όλη την ελληνική επικράτεια. Παρά τη θετική, όμως, αυτή εξέλιξη και, ενώ η ενάγουσα βρισκόταν ήδη σε διαπραγματεύσεις με την ανωτέρω προμηθεύτριά της εταιρία, προκειμένου να της ανατεθεί και με γραπτή σύμβαση η αποκλειστικότητα στη διανομή των προϊόντων, στις 14-4-2004 η "CLATRONIC INTERNATIONAL GMBH" γνωστοποίησε αιφνιδιαστικά στην ενάγουσα, ότι θα ανέθετε την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της στην Ελλάδα στην εταιρία με την επωνυμία "….".
Η ενάγουσα, διά του νομίμου εκπροσώπου της αντέδρασε αμέσως και διαμαρτυρήθηκε για την ανωτέρω αιφνιδιαστική μεταβολή, οπότε η ως άνω γερμανική εταιρία της πρότεινε να αναλάβει την αποκλειστική διανομή και προώθηση για την περιοχή της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας των προϊόντων της εναγομένης, η οποία ήταν θυγατρική της.
Η ενάγουσα, μπροστά στον κίνδυνο απώλειας του συνολικού κύκλου των εργασιών της, συμφώνησε και στις αρχές Μαΐου του έτους 2004 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής πενταετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την κατ' αποκλειστικότητα διάθεση στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα των προϊόντων της εναγομένης.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η τελευταία να προμηθεύει - πωλεί, έναντι ορισμένου εκάστοτε τιμήματος, αποκλειστικά στην πτώση για τις άνω περιοχές ηλεκτρικές οικιακές μικροσυσκευές, παραδοτέες στη Θεσσαλονίκη, τις οποίες στη συνέχεια θα μεταπωλούσε στην ελληνική αγορά στο όνομά της και για λογαριασμό της, καθορίζοντας περαιτέρω το τίμημα έτσι, ώστε η διαφορά μεταξύ αυτού και του τιμήματος αγοράς τους να αποτελεί το μικτό κέρδος της.
Επίσης η ενάγουσα ανέλαβε με δικές της δαπάνες την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης στη ελληνική αγορά με διαφημιστικές καταχωρήσεις, πρόσληψη επιπλέον περιοδευόντων πωλητών και αγορά νέων μεταφορικών μέσων έχοντας την ευθύνη οργανώσεως της επιχείρησής της. Ακόμη, με την εν λόγω σύμβαση συμφωνήθηκε να μην πωλεί η ενάγουσα προϊόντα ανταγωνιστικά αυτών της εναγομένης.
Η σύναψη μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αποκλειστικής διανομής προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από τη σαφή κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος απόδειξης, η οποία περαιτέρω ενισχύεται από τα παρακάτω προσκομιζόμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ειδικότερα α) από το από 1-2-2005 μήνυμα της εναγομένης προς την εταιρία "…", με το οποίο ενημερώνει την τελευταία ότι θα πρέπει πλέον να αναθέτει τις παραγγελίες της στην ενάγουσα και β) από τα από 27-4-2005 και 27-6-2005 μηνύματα της εναγομένης προς την ενάγουσα, με την οποία την ενημερώνει, ότι θα επικοινωνήσει με την εταιρία Σ.
και θα συστήσει στην τελευταία να επικεντρώσει τις πωλήσεις της στη Νότια Ελλάδα και την Κύπρο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται κατωτέρω. Άλλωστε, οι συνθήκες, υπό τις οποίες καταρτίστηκε η ανωτέρω σύμβαση, όπως αυτές προπεριγράφηκαν, δικαιολογούν τόσο το χαρακτήρα της συμβάσεως, ως αποκλειστικής διανομής, όσο και την πενταετή διάρκειά της.
Και τούτο, διότι η ενάγουσα, μετά την προαναφερθείσα συμπεριφορά της "CLATRONIC INTERNATIONAL GMBH" απέναντί της και ενόψει της αποκλειστικής εξαπατήσεώς της από τα προϊόντα της εναγομένης, ήθελε πλέον να κατοχυρωθεί για το μέλλον, πράγμα το οποίο μόνο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και, μάλιστα, πενταετούς διάρκειας, θα εξασφάλιζε.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, τον οποίο προέβαλε η εναγομένη, αρνούμενη τη σύναψη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ότι ο συμβατικός δεσμός που συνέδεε τις διάδικες εταιρίες ήταν αυτός των διαδοχικών πωλήσεων, και, μάλιστα, χωρίς τη χρονική δέσμευση της πενταετούς διάρκειάς του, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχτηκε τα ίδια, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και οι σχετικοί λόγοι της από 12-7-2010 έφεσης της εκκαλούσας-εναγομένης πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα από το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής το Μάιο του έτους 2004 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2005 ανέπτυξε επιτυχή επιχειρηματική δράση στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, όπου η εναγομένη πριν την συνεργασία τους είχε πολύ μικρό μερίδιο αγοράς.
Ειδικότερα, κατέστησε γνωστά τα προϊόντα της εναγομένης, μέσω της διαφημιστικής προβολής τους, αλλά και του δικτύου πωλήσεων που οργάνωσε με την πρόσληψη επιπλέον περιοδευόντων πωλητών και δημιούργησε μεγάλο κύκλο πελατών. Τον Απρίλιο όμως του 2005 η ενάγουσα διαπίστωσε, ότι η εταιρία "….", στην οποία η εναγομένη είχε αναθέσει τη διανομή των προϊόντων της για την περιοχή της Νοτίου Ελλάδος και της Κύπρου, πωλούσε τα προϊόντα της και στην περιοχή δικαιοδοσίας της ενάγουσας, ακόμη δε και στη Θεσσαλονίκη και ότι το ίδιο έπραττε και η εταιρία "….", στην οποία η εναγομένη είχε αναθέσει τη διανομή των προϊόντων της για την περιοχή της Αθήνας, με επακόλουθο τη συνεχή μείωση των πωλήσεων και των εσόδων της επιχείρησης της ενάγουσας.
Για τα ανωτέρω ενημέρωσε την εναγομένη με ηλεκτρονικά μηνύματα που της απέστειλε στις 27-4-2005 και στις 23-6-2005, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες συστάσεις προς τις ανωτέρω εταιρίες και να λάβει μέτρα, ώστε αυτές να περιορίσουν τις πωλήσεις των προϊόντων της μόνο στη Νότια Ελλάδα και στην Κύπρο. Η εναγομένη, στην προσπάθειά της να καθησυχάσει την ενάγουσα, της απέστειλε τα από 27-4-2005 και από 27-6-2005 απαντητικά ηλεκτρονικά μηνύματα, στο πρώτο εκ των οποίων ανέφερε ότι προληπτικά σύστησε στον Σ.
να επικεντρωθεί στην Νότια Ελλάδα και στην Κύπρο, ενώ στο δεύτερο ότι από τις αρχές του περασμένου έτους δεν προμήθευε πλέον με προϊόντα την εταιρία "….". Επίσης τον Ιούνιο του έτους 2005 η ενάγουσα διαπίστωσε, ότι η εναγομένη πωλούσε τα προϊόντα της στις προαναφερθείσες εταιρίες σε τιμές χαμηλότερες από αυτές, με τις οποίες τα πωλούσε στην ενάγουσα, γεγονός που ανέφερε στην τελευταία με το ως άνω από 23-6-2005 μήνυμά της.
Το γεγονός όμως αυτό των πωλήσεων σε χαμηλότερες τιμές δεν θεμελιώνει έναντι της ενάγουσας δικαιοπρακτική ή αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, διότι αυτή στα πλαίσια των επί μέρους συμβάσεων που συνήπτε, είχε τη δυνατότητα διαπραγματεύσεως των τιμών πώλησης των προϊόντων της με τους εκάστοτε αντισυμβαλλομένους της σε συνάρτηση με το ύψος των παραγγελιών αυτών......Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τις αρχές περίπου του έτους 2005 η εναγομένη είχε διακόψει τη συνεργασία της με την εταιρία "….".
Έκτοτε λοιπόν η εναγομένη δεν είχε τη δυνατότητα και δεν υποχρεούνταν να προβαίνει σε υποδείξεις προς την ως άνω εταιρία σχετικά με την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας. Με την εταιρία "…." όμως εξακολούθησε να συνεργάζεται στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης διανομής, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο του έτους 2005.
Η εν λόγω δε εταιρία συνέχιζε απρόσκοπτα και εν γνώσει της εναγομένης να πωλεί τα προϊόντα της τελευταίας στη Βόρεια Ελλάδα, αν και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν δικαιούνταν να πράττει τούτο. Παρά ταύτα η εναγομένη αρκέσθηκε σε τυπικές απλώς συστάσεις προς αυτήν, προκειμένου να περιορισθεί στην περιοχή δικαιοδοσίας της.
Ακολούθως δε, ενώ συνεχιζόταν η ως άνω πρακτική, παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο προκειμένου να οριοθετηθούν οι πωλήσεις της εταιρίας "…." στη νότια Ελλάδα και την Κύπρο και δεν σταμάτησε να την προμηθεύει με εμπορεύματα, παραβιάζοντας εμμέσως τη ρήτρα αποκλειστικότητας της ένδικης σύμβασης που είχε συνάψει με την ενάγουσα.
Εξάλλου, την ως άνω συμπεριφορά επέδειξε, ενώ γνώριζε ότι από τις προπεριγραφείσες παραλείψεις της ζημιώνεται η ενάγουσα, λόγω της εκμεταλλεύσεως της φήμης και της πελατείας της εκ μέρους της εταιρίας "Σ.ς Α.Ε." και επέρχεται μείωση των πωλήσεων και των εσόδων της, αποδεχόμενη τούτο. Λόγω της προπεριγραφείσας αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία αντιβαίνει στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, όπως κρίθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, εφόσον δεν προσβάλλεται η κρίση αυτή με λόγο εφέσεως, κατέστη δυσχερέστατη η θέση της ενάγουσας στην ελληνική αγορά, αφού η εταιρία "…." δραστηριοποιούνταν ανενόχλητη στην περιοχή της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας, που είχε ανατεθεί με την ένδικη σύμβαση στην ενάγουσα, πωλώντας μάλιστα τα προϊόντα της εναγομένης ακόμη και σε πελάτες της ενάγουσας με τιμές χαμηλότερες από αυτές, με τις οποίες πωλούσε η τελευταία, ενόψει του ότι τα αγόραζε σε χαμηλότερες τιμές από την εναγομένη, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά ο κύκλος των πελατών της ενάγουσας και κατά συνέπεια το εισόδημά της και να καταστεί ασύμφορη η συνέχιση της συνεργασίας των διαδίκων.
Κατόπιν αυτών η ενάγουσα, η οποία επανειλημμένα είχε διαμαρτυρηθεί στην εναγομένη για την πιο πάνω πρακτική της εταιρίας "Σ.ς Α.Ε." , κατήγγειλε σιωπηρά στα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2005 την ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καθόσον έκτοτε δεν προμηθεύτηκε εμπορεύματα από την εναγομένη, εκδηλώνοντας σαφώς κατ' αυτόν τον τρόπο τη βούλησή της για λύση της παραπάνω σύμβασης.
Η έκτακτη αυτή καταγγελία έγινε κατά τα προαποδειχθέντα για σπουδαίο λόγο, επέφερε τα αποτελέσματά της και η σύμβαση λύθηκε. Εξάλλου, βάσει των προαναφερθέντων δεν είχε νόημα να εμμείνει η ενάγουσα στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού τα κέρδη που αποκόμιζε πλέον από αυτήν μειώνονταν συνεχώς παρά τις προσπάθειες και τις δαπάνες που κατέβαλε.
Συνεπώς, δεδομένου ότι, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, εμφανίζεται δικαιολογημένη για τον μέσο καλόπιστο και εχέφρονα αποκλειστικό διανομέα η καταγγελία της σύμβασης και δεν είναι εύλογο να ζητηθεί από αυτόν η συνέχιση της επίμαχης συμβατικής σχέσης, δικαιολογημένα η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση, αφού εξαναγκάστηκε να προβεί σε καταγγελία λόγω περιστάσεων, που ανήκουν στη σφαίρα δράσης της αντισυμβαλλομένης επιχειρηματία, εναγομένης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ένδικης σύμβασης, ήτοι από το Μάϊο του έτους 2004 έως τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2005, αγόρασε από την εναγομένη εμπορεύματα, συνολικού τιμήματος 319.017,79 ευρώ, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και συνομολογεί η εναγομένη. Τα ανωτέρω εμπορεύματα μεταπώλησε, κατά τη σαφή κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρας απόδειξης, η οποία δεν αναιρείται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, με ποσοστό καθαρού κέρδους 15%, ήτοι αποκόμισε κατά τη διάρκεια της σύμβασης καθαρό κέρδος ποσού (319.017,79 ευρώ Χ 15%) 47.852,66 ευρώ και μηνιαίως ποσού 2.658,48 (47.852,66 ευρώ/18 μήνες) ευρώ.
Με βάση τα αυτά ως άνω στοιχεία, προκύπτει ότι η ενάγουσα θα αποκόμιζε ως καθαρό κέρδος από τη συνεργασία αυτή, αν διαρκούσε καθ' όλο τον συμφωνηθέντα χρόνο ήτοι μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2009, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ποσό των 111.656,22 ευρώ (2.656,48 ευρώ μηνιαίως Χ 42 μήνες), το οποίο απώλεσε λόγω λύσης της ένδικης σύμβασης από υπαιτιότητα της εναγομένης.....
Επίσης, αποδείχτηκε, ότι λόγω της προπεριγραφείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης προσβλήθηκε η εμπορική φήμη και η αξιοπιστία της ενάγουσας, καθόσον, εξαιτίας της πρόωρης λύσης της επίδικης σύμβασης και της κατακόρυφης πτώσης των πωλήσεών της, λόγω της προαναφερθείσας εξαρτήσεώς της από την εναγομένη, η ενάγουσα εμφανίστηκε στον εμπορικό κόσμο, ως αποτυχημένη στον τομέα της, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ήταν γνωστό στους πελάτες της, ότι είχε προηγηθεί και η λύση της συμβάσεως με τη μητρική εταιρία "CLATRONIC INTERNATIONAL GMBH" , με αποτέλεσμα τον σημαντικό κλονισμό της εμπορικής πίστης της, σε βαθμό που οι προμηθευτές της απέφευγαν ή στην καλύτερη περίπτωση δίσταζαν πλέον να συνεργαστούν μαζί της, οι δε πελάτες της, οι οποίοι έβλεπαν, ότι διαδοχικά οι προμηθεύτριες εταιρίες διέκοπταν τη συνεργασία μαζί της, την αντιμετώπιζαν πλέον με δυσπιστία και επιφυλακτικότητα, δεδομένου, ότι δεν γνώριζαν τι ακριβώς είχε συμβεί.
Συνεπώς, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και για το λόγο αυτό, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό αίτημα της αγωγής και να επιδικασθεί σ' αυτήν, για την χρηματική της ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ, που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα της προσβολής, το βαθμό της υπαιτιότητας της εναγομένης και την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε, ότι η ενάγουσα δεν υπέστη ηθική βλάβη και απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος της εφέσεως της εκκαλούσας-ενάγουσας πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, την μεν από 12-7-2010 έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την δε από 28-7-2010 έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε και κατ' ουσίαν, μόνο όμως κατά το μέρος που είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η επιδίκαση στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως δε, για την ενότητα του τίτλου εκτελέσεως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς το επιδικασθέν πρωτοδίκως κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, ποσού 111.565,22 ευρώ, για το οποίο είχαν απορριφθεί οι σχετικοί λόγοι εφέσεως των διαδίκων, και εν συνεχεία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 121.656,22 ευρώ (111.565,22 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 8, 9 παρ. 1 εδ. γ' και 3 του π.δ.219/1991, 361, 197, 200, 288, 297, 298, 914, 932 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στις διατάξεις αυτές, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν παραβίασε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων, ως προς την καταρτσθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής, για την οποία είχαν ανάλογη εφαρμόγή οι προπαρατεθείσες διατάξει του π.δ/τος 219/1991, καθώς επίσης, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η εναγομένη απέναντι στην ενάγουσα με το να μην παρεμποδίσει άλλο αποκλειστικό διανομέα της, σε άλλη περιοχή, να την ανταγωνίζεται στην περιφέρεια που αυτή είχε την αποκλειστική διανομή, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ενώ γνώριζε ότι κατ' αυτόν τον τρόπο συρρικνώνεται η πελατεία που είχε δημιουργήσει με δικές της δαπάνες και μειώνονταν τα έσοδά της εξ αιτίας των ελάχιστων πωλήσεων που πραγματοποιούσε ώστε να καθίσταται ασύμφορη γι' αυτήν η άνω σύμβαση, με συνέπεια να αναγκασθεί να την καταγγείλει για σπουδαίο λόγο, ενόψει της υπαιτιότητας της εναγομένης και να δικαιούται κατόπιν τούτου των διαφυγόντων κερδών που θα απεκόμιζε για τον υπόλοιπο χρόνο διάρκειας της σύμβασης αυτής, αλλά και χρηματικής ικανοποίησης, για την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, πέραν της αντισυμβατικής τοιαύτης, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης:
α) Ότι η εναγομένη γερμανική εταιρία, η οποία είναι θυγατρική της παραγωγού εταιρίας με την επωνυμία "CLATRONIC INTERNATIONAL GMBH", με την οποία από πολλών ετών προηγουμένως είχε εμπορική συνεργασία η ενάγουσα, πρότεινε στην τελευταία, να αναλάβει την αποκλειστική διανομή και προώθηση για την περιοχή της Κεντρικής και Βόρειας Ελάδας των προϊόντων της εναγομένης, και στις αρχές Μαΐου του έτους 2004 αποδέχθηκε την πρότασή της και καταρτίσθηκε μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής πενταετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την κατ' αποκλειστικότητα διάθεση στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα των προϊόντων της εναγομένης και ότι ειδικότερα συμφωνήθηκε η εναγομένη να προμηθεύει-πωλεί, έναντι ορισμένου εκάστοτε τιμήματος, αποκλειστικά στην ενάγουσα για τις άνω περιοχές ηλεκτρικές οικιακές μικροσυσκευές, παραδοτέες στη Θεσσαλονίκη, τις οποίες στη συνέχεια θα μεταπωλούσε στην ελληνική αγορά στο όνομά της και για λογαριασμό της, καθορίζοντας περαιτέρω το τίμημα έτσι, ώστε η διαφορά μεταξύ αυτού και του τιμήματος αγοράς τους να αποτελεί το μικτό κέρδος της, αναλαμβάνοντας συγχρόνως την υποχρέωση με δικές της δαπάνες την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης στη ελληνική αγορά με διαφημιστικές καταχωρήσεις, πρόσληψη επιπλέον περιοδευόντων πωλητών και αγορά νέων μεταφορικών μέσων έχοντας την ευθύνη οργανώσεως της επιχείρησής της, στην οποία θα πωλούσε μόνο δικά της προϊόντα όχι δε και ανταγωνιστικά προϊόντα άλλων επιχειρήσεων, προϋποθέσεις τις οποίες και τήρησε, όπως ακριβώς είχαν συμφωνηθεί, β) ότι η εταιρία "….", στην οποία η εναγομένη είχε αναθέσει την απολκειστική διανομη των προϊόντων της στη Νότια Ελλάδα και στην Κύπρο από τον Απρίλιο του 2005 παραβιάζοντας εμμέσως τη ρήτρα αποκλειστικότητας της ένδικης σύμβασης που είχε συνάψει με την ενάγουσα η εναγομένη, παρά τις επανειλημένες οχλήσεις προς τούτο στην τελευταία να την παρεμποδίσει στην ενέργειά της αυτή, εν τούτοις προέβη μόνο σε τυπικές συστάσεις στην τελευταία, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ γνώριζε ότι από τις προπεριγραφείσες παραλείψεις της ζημιώνεται, λόγω της εκμεταλλεύσεως της φήμης και της πελατείας της εκ μέρους της εταιρίας "…" και επέρχεται μείωση των πωλήσεων και των εσόδων της, αποδεχόμενη τούτο, γ) ότι λόγω της προπεριγραφείσας αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία αντιβαίνει στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, κατέστη δυσχερέστατη η θέση της ενάγουσας στην ελληνική αγορά, αφού η εταιρία "…." δραστηριοποιούνταν ανενόχλητη στην περιοχή της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας, που είχε ανατεθεί με την ένδικη σύμβαση στην ενάγουσα, πωλώντας μάλιστα τα προϊόντα της εναγομένης ακόμη και σε πελάτες της ενάγουσας με τιμές χαμηλότερες από αυτές, με τις οποίες πωλούσε η τελευταία, ενόψει του ότι τα αγόραζε σε χαμηλότερες τιμές από την εναγομένη, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά ο κύκλος των πελατών της ενάγουσας και κατά συνέπεια το εισόδημά της και να καταστεί ασύμφορη η συνέχιση της συνεργασίας των διαδίκων, γεγονός που την υποχρέωσε να καταγγείλει σιωπηρά στα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2005 την ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καθόσον έκτοτε δεν προμηθεύτηκε εμπορεύματα από την εναγομένη, εκδηλώνοντας σαφώς κατ' αυτόν τον τρόπο τη βούλησή της για λύση της παραπάνω σύμβασης και δ) ότι η έκτακτη αυτή καταγγελία έγινε, ενόψει των ανωτέρω, για σπουδαίο λόγο και επέφερε τη λύση της σύμβασης, αφού δεν είχε πλέον νόημα να εμμείνει η ενάγουσα στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δεδομένου ότι τα κέρδη που αποκόμιζε πλέον από αυτήν μειώνονταν συνεχώς παρά τις προσπάθειες και τις δαπάνες που κατέβαλε, ώστε υπό τις παραπάνω συνθήκες να καθίσταται δικαιολογημένη, αφού για τον μέσο καλόπιστο και εχέφρονα αποκλειστικό διανομέα δεν ήταν εύλογο να ζητηθεί από αυτόν η συνέχιση της επίμαχης συμβατικής σχέσης, με δεδομένη την στάση που επεδείκνυε η εναγομένη έναντι του διανομέα της σε άλλη περιοχή, η οποία ενέπιπτε στη δική της σφαίρα ευθύνης και να εξαναγκασθεί έτσι να καταγγείλει τη σύμβαση από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης.
Ούτε, όμως και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές, από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, δέχεται ότι σαφώς προκύπτει ότι η καταρτισθείσα κατά το μήνα Μάιο του 2004 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, συνιστούσε τοιαύτη αποκλειστικής διανομής με αντικείμενο και όρους τα όσα προεκτέθηκαν και δεν διαπίστωσε κανένα κενό ή αμφιβολία στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων ως προς αυτό, προκειμένου να χρειασθεί να προσφύγει στις ως άνω ερμηνευτικές διατάξεις, στις οποίες και δεν προσέφυγε για να καταλήξει στο ανωτέρω πόρισμά του, ώστε να μη δημιουργείται ζήτημα, ότι η ερμηνεία που έδωσε δεν ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης διαγνώσθηκε για το ολοκληρωτικά διάφορο ζήτημα της εύλογης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης η προηγηθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αλλά και αδικοπρακτική, ως αντιβαίνουσα στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση, ήταν τοιαύτη αποκλειστικής διανομής, για την οποία είχαν εφαρμογή αναλογικώς, ενόψει των περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 και ότι, λόγω της προπεριγραφείσας αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία αντιβαίνει στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, κατέστη δυσχερέστατη η θέση της ενάγουσας στην ελληνική αγορά, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά ο κύκλος των πελατών της ενάγουσας και κατά συνέπεια το εισόδημά της και να καταστεί ασύμφορη η συνέχιση της συνεργασίας των διαδίκων, ώστε να υποχρεωθεί η ενάγουσα να καταγγείλει σιωπηρά στα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2005 την ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καθόσον έκτοτε δεν προμηθεύτηκε εμπορεύματα από την εναγομένη, εκδηλώνοντας σαφώς κατ' αυτόν τον τρόπο τη βούλησή της για λύση της παραπάνω σύμβασης, η έκτακτη δε αυτή καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο και επέφερε τα αποτελέσματά της και η σύμβαση λύθηκε, δεδομένου ότι, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, εμφανίζεται δικαιολογημένη για τον μέσο καλόπιστο και εχέφρονα αποκλειστικό διανομέα η καταγγελία της σύμβασης και δεν ήταν εύλογη η συνέχιση της επίμαχης συμβατικής σχέσης, και να δικαιολογείται έτσι η ενάγουσα να καταγγείλει τη σύμβαση, αφού εξαναγκάστηκε να προβεί σ' αυτό λόγω περιστάσεων, που ανήκαν στη σφαίρα δράσης της αντισυμβαλλομένης της εναγομένης, να δικαιούται δε κατόπιν τούτου η ενάγουσα τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε ως καθαρό κέρδος από τη συνεργασία αυτή, αν διαρκούσε καθ' όλο τον συμφωνηθέντα χρόνο, ήτοι μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2009, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω της προεκτεθείσης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης, κατά την σ` αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, καθόσον δεν προκύπτουν, κατά την αναιρεσείουσα, από τα εκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείοσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το π.δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§ 1).
Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως" (§ 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της οδηγίας ευχέρεια ο έλληνας νομοθέτης με το άρθρο 8 παρ. 1α του π.δ. 219/1991 κατά την αρχική διατύπωσή του όρισε τον έγγραφο τύπο ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ. 312/1995, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1991, στην οποία ορίζεται πλέον ότι "l.α)Δια την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως. β) Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.
Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα". Οι ρυθμίσεις αυτές ως προς τον τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη απαιτείται έγγραφος τύπος και με τη δεύτερη το δικαίωμα, από το οποίο μάλιστα τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν, να ζητήσει κάθε μέρος ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της συμβάσεως και τις τροποποιήσεις της.
Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, ορθότερη είναι η άποψη ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει το άρθρο 8 παρ. 1 περ. β'του Π.Δ. 219/1991, δεν συνιστά συστατικό τύπο αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης (AΠ 1301/2006, 635/2004).
Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, το ίδιο δε ισχύει και επί της συμβάσεως διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ` αυτής του εν λόγω π.δ/τος.
Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητά της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων του π.δ 219/1991. Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ.α` του άρθρου 14 του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α` της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Π.Δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητώς ορίζει πλέον ότι "για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου", με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β'του π.δ. 219/1991 της φράσεως "δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα" (άρθρο 14 παρ. 3 β'του ν. 3555/2007) (ΑΠ 1670/2008, αντιθ.
ΑΠ 1739/2009). Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί, όπως από τις παραδοχές του προκύπτει, ότι η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που έγινε ατύπως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 219/1991, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α'και β'του π.δ. 219/1991, το δεύτερο των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του π.δ. 312/1995, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, το "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει η διάταξη αυτή δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκόλυνσης των μερών, σε τρόπον ώστε, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, και κατ' ανάλογη εφαρμογή η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που δεν καταρτίζεται εγγράφως και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 219/1991.
Επομένως, ο αντίθετος όγδοος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι, εφόσον για την σύναψη της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής ήταν αναγκαίος ο έγγραφος τύπος είτε ως συστατικός είτε ως αποδεικτικός, δεν ήταν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο η απόδειξη της κατάρτισης της συμβάσεως αυτής με μάρτυρες, κατά τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δε Εφετείο για την απόδειξη της οποίας έλαβε υπόψη του κυρίως την κατάθεση του μάρτυρος της αποδείξεως, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 εδαφ.
α'του ως άνω άρθρου, υπέπεσε στην από την παραπάνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού σύμφωνα με την προεκτεθείσα παραδοχή, για την κατάρτιση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, προκειμένου να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, δεν είναι αναγκαίο να καταρτισθεί εγγράφως.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Επομένως δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, καθώς και όταν λαμβάνει υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο, έβδομό, κατά το ένα μέρος του, και δέκατο, λόγους του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 8 περ.
α'του ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις α) ότι το Εφετείο δέχθηκε, προκειμένου να κρίνει ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση προσομοιάζει προς αυτήν της εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η απαγόρευση πωλήσεως από την ενάγουσα ανταγωνιστικών προϊόντων προς αυτά που προμηθευόταν από την εναγομένη, χωρίς τέτοιος ισχυρισμός να αναφέρεται στην αγωγή, β) ότι το Εφετείο συνήγαγε από τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια πωλήσεως, ότι είχε συμφωνηθεί από τους διαδίκους ότι τα προϊόντα που προμηθευόταν η ενάγουσα από την εναγομένη να είναι παραδοτέα στη Θεσσαλονίκη, ενώ δεν γίνεται στην αγωγή τέτοια αναφορά και γ) ότι το Εφετείο δέχθηκε, πως "....η ενάγουσα, κατήγγειλε σιωπηρά στα τέλη Οκτωβρίου 2005 την ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής...", παρότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την ενάγουσα.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, σαφώς εκτίθεται στην τελευταία ότι "...η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί...όλα γενικά τα προϊόντα της στην ενάγουσα και ταυτόχρονα να της παρέχει συνεχή υποστήριξη, εφοδιάζοντας αυτήν με τα προϊόντα της, η δε ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά από αυτήν, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος, τα προϊόντα αυτά...", περιστατικά από τα οποία σαφώς συνάγεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η απαγόρευση πωλήσεως από την ενάγουσα ανταγωνιστικών προϊόντων προς αυτά που προμηθευόταν από την εναγομένη.
Επίσης στο δικόγραφο της αγωγής, αναφέρεται ότι "... στις 22-10-2005 εξαναγκάσθηκε η ενάγουσα να δηλώσει προς την εναγομένη ότι δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας τους...", λόγω αρνήσεώς της να παύσει την άνιση αθέμιτη μεταχείρισή της.
Συνεπώς, οι υπό στοιχεία α'και γ' ισχυρισμοί της ενάγουσας περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής της, το δε Εφετείο που έλαβε υπόψη αυτούς, έστω και με διαφορετική εκτίμηση, ενόψει των στοιχείων που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και επομένως οι έκτος και δέκατος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η υπό στοιχ. β' αιτίαση, είναι απαράδεκτος, καθόσον τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο συνάγεται από τις αποδείξεις. Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστα διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος του, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση των επικαλούμενων τιμολογίων πώλησης των προϊόντων της προς στην ενάγουσα που αναφέρονται στην αγωγή και επικαλείται και η ίδια, σύμφωνα με τα οποία τα πωληθέντα προϊόντα ήταν παραδοτέα στο Κέμπεν της Γερμανίας, χωρίς εγγύηση ανταλλακτικά και σέρβις, πληρωτέα προκαταβολικά, και όχι στη Θεσσαλονίκη, τα αναγραφόμενα δε στα άνω τιμολόγια δεν προσιδιάζουν σε στενό συνεργάτη της εναγομένης και μάλιστα με σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως δέχεται το Εφετείο.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν και κυρίως, ότι το άνω Δικαστήριο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση συνιστά τοιαύτη αποκλειστικής διανομής, η οποία προσομοιάζει ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά της προς εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα (τιμολόγια) μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), αφετέρου δε, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων αλλά απέδωσε σ' αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Με το π.δ/μα 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ορίζονται και τα εξής:
α) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση ..." (άρθρο 9 παρ. 1α), β) "το ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου" (άρθρο 9 παρ. 1β), γ) "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί στον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 9 παρ. 1γ).
δ) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωση ζημίας της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του" (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές του άνω ΠΔ/τος, που αποτελούν ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ.2 εδ.α`, β`, γ`, και παρ.3 και 5 της άνω Οδηγίας, σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για κατ` αποκοπή αποζημίωση (αποζημίωση πελατείας) καθώς και η αξίωση αυτού για περαιτέρω αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ, αποσβήνεται αν εντός έτους από τη λύση της σύμβασης δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο την πρόθεσή του να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, θεσπιζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, με την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, η παρέλευση της οποίας λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 280 ιδίου κώδικα.
Τόσο με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.5 της Οδηγίας, όσο και την αντίστοιχη της παρ.2 του άρθρου 9 του άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι ο αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση για κατ` αποκοπή αποζημίωση, καθώς και για περαιτέρω αποζημίωση, αν δεν "γνωστοποιήσει" εντός του έτους στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να καθορίζεται τύπος για την γνωστοποίηση και χωρίς επίσης να προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτής.
Σκοπός της απαιτουμένης γνωστοποίησης από τον αντιπρόσωπο είναι να μη παραμένει εκκρεμής επί μακρό χρονικό διάστημα, η αβεβαιότητα του αντιπροσωπευομένου, σχετικά με τις προθέσεις του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, οι οποίες συνεπάγονται δέσμευση, συνήθως όχι μικρών ποσών κεφαλαίων του υπόχρεου αντιπροσωπευομένου, που έχει περαιτέρω συνέπεια την ουσιαστική αδυναμία του αντιπροσωπευομένου να αξιοποιήσει τα κεφάλαια αυτά για την ανάπτυξη των εμπορικών του δραστηριοτήτων στα πλαίσια συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν στον σχετικό τομέα δραστηριότητας του αντιπροσωπευομένου, οι οποίες επιβάλλουν προγραμματισμό και αξιοποίηση όλων των οικονομικών αυτού δυνατοτήτων.
Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι ο άνω σκοπός που επιβάλλει τη γνωστοποίηση της πρόθεσης του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, πληρούται αν αυτός εντός έτους από τη λύση της σύμβασης καταστήσει γνωστό στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να απαιτείται η εντός του έτους άσκηση σχετικής αγωγής ή άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης και χωρίς επίσης να απαιτείται να προσδιορίζεται, κατά ποσό και αιτία, ποίες αξιώσεις προτίθεται να ασκήσει ο αντιπρόσωπος, αφού οι αξιώσεις του, τόσο για την κατ` αποκοπή αποζημίωση, όσο και για την περαιτέρω αποζημίωση, προσδιορίζονται από το νόμο.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νόμιμα ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις, όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης, περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στην χώρα γενική περί δικαίου αντίληψη (ΟλΑΠ 15/ 2000, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 31/2013).
Ενόψει δε των ανωτέρω, η ως άνω κατ` άρθρο 9 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπάγγελτα κατ` άρθ. 280 ΑΚ, δεν αφορά, όμως, την δημόσια τάξη, διότι καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού, ενώ εξάλλου οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 6-3-2007 και με αριθ. καταθ. 10607/6-3-2007 αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσείουσας, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου μεταξύ τους, ομοιάζουσας κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία λύθηκε με άτυπη καταγγελία στις 22-10-2005 από την αντιπρόσωπο αναιρεσίβλητη για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων αλλά και σε αθέμιτο ανταγωνισμό και σε ενέργειες της αντιπροσωπευόμενης αναιρεσείουσας αντίθετες προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται να της καταβάλει αποζημίωση για απώλεια πελατείας σύμφωνα με το άρθρο 9 ΠΔ 219/1991, καθώς και περαιτέρω αποζημίωση, για θετική και αποθετική ζημία, ως και χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που αυτή υπέστη, επικαλούμενη ταυτόχρινα στην αγωγής της, ότι την πρόθεσή της για την επιδίωξη των άνω αξιώσεών της λόγω της λύσης της σύμβασης, είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) στις 11-10-2006 με fax, καθώς και στις 16-10-2006 με e-mail.
Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 14447/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το ποσό των 111.656,22 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη. Ακολούθως, επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της απόφασης αυτής, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν.
εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, την μεν από 12-7-2010 έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την δε από 28-7-2010 έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε και κατ' ουσίαν, μόνο όμως κατά το μέρος που είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η επιδίκαση στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως δε, για την ενότητα του τίτλου εκτελέσεως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς το επιδικασθέν πρωτοδίκως κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, ποσού 111.565,22 ευρώ, για το οποίο είχαν απορριφθεί οι σχετικοί λόγοι εφέσεως των διαδίκων, και εν συνεχεία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 121.656,22 ευρώ (111.565,22 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).
Η εναγομένη (αναιρεσείουσα), ούτε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε με την έφεση που άσκησε ενώπιον του δευτεροβαθμίου, όπως από την επισκόπηση των δικογράφων αυτών προκύπτει, αμφισβήτησε τον αγωγικό ισχυρισμό περί γνωστοποιήσεως σ' αυτήν από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) κατά τις ως άνω ημερομηνίες την πρόθεσή της να ασκήσει τις αξιώσεις της από τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ομοιάζουσας κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία εμπίπτει εντός έτους από τη λύση της σύμβασης, ούτε και προέβαλε σχετική ένσταση περί παρελεύσεως έτους από του χρόνου λύσης της σύμβασης, χωρίς να μεσολαβήσει τέτοια γνωστοποίηση, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Ήδη, με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση (σε συνδυασμό προς τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πλητομένη απόφαση του Εφετείου την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής, μολονότι από τη σιωπηρή καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, που έγινε περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2005, όπως δέχεται και το Εφετείο, μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής (6-3-2007), παρήλθε η ενιαυσια αποκλειστική περοθεσμία που τάσσεται για την άσκησή της, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, χωρίς να διακοπή εκ του νόμου ή κατά άλλο τρόπο η αποκλειστική αυτή προθεσμία, παραβιάζοντας έτσι την τελευταία αυτή διάταξη.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η άνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", δεν αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξεως, αφού καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και δεν αποβλέπει στην προστασία του γενικού συμφέροντος ή άλλης αξίας ή αντιλήψεως του έννομου βίου.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει το σφάλμα που αποδίδεται σ' αυτήν με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Ούτε, άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, τα περιστατικά, που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, είχαν προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή κατά την έγερση της ένδικης αγωγής είχε παρέλθει έτος από της καταγγελίας και την συνεπεία αυτής λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ερευνόμενος λόγος αναιρέσεως, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή όχι αυτού, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1 εδ. α και 324 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το από τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο καλύπτει το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή τη συγκεκριμένη έννομη σχέση που διαγνώστηκε από την απόφαση ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει, κατά το αντικείμενό της και την ιστορική και νομική αιτία της.
Δεδικασμένο παράγεται και από την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε μ' αυτήν, το οποίο όμως δεν προσβάλλεται με την έφεση που ασκήθηκε από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως διάδικο, όχι όμως και αν προσβάλλεται με την έφεση το κριθέν ζήτημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται ο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 λόγος αναιρέσεως, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την παραγωγή δεδικασμένου ως προς το κριθέν πρωτοδίκως ζήτημα και ακολούθως στην παραδοχή αυτή στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, όχι όμως και όταν ερευνά την έννομη σχέση που κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν, καταλήγει στα όσα έγιναν δεκτά πρωτοδίκως ως προς το κριθέν ουσιαστικό ζήτημα, τα οποία θέτει ως βάση του αποδεικτικού του πορίσματος, και δεν καταλήγει σ' αυτό εξ αιτίας παραγωγής δεδικασμένου από την πρωτόδικη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει κατ` ουσία την ένδικη αγωγή της αναιρεσιβλήτης, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι "λόγω της προπεριγραφείσης αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, όπως κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, εφόσον δεν προσβάλλεται η κρίση αυτή με λόγω εφέσεως.....", με βάση δε το πόρισμά του αυτό, το οποίο στηρίζει στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε και όχι στο δεδικασμένο που επικαλείται ότι παράγεται και από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) τα προαναφερόμενα ποσά για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, ο δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι παράγεται δεδικασμένο ως προς το παραπάνω ουσιαστικό ζήτημα, ενώ με την έφεσή της είχε προσβάλλει την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και ως προς το ζήτημα αυτό και ότι ακολούθως με βάση το δεδικασμένο αυτό έκρινε πως δικαιολογημένα και για σπουδαίο λόγο προχώρησε η αναιρεσίβλητη σε έκτακτη καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως, ώστε να δικαιούται αποζημίωσης διαφυγόντων κερδών καθώς και αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, ανεξάρτητα από το αν υφίστατο δεδικασμένο ή όχι, ως προς το παραπάνω ζήτημα, το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του σ' αυτό, αλλά στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, οι οποίοι είναι νόμιμοι και λυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Εξάλλου κατά το άρθρο 270 § 2 εδ. β του Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1- 2002 ( άρθρο 15 του ν. 2943/2001) το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι κατ` άρθρο 400 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δικ.
εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 731/2011). Με τον δέκατο τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση που υπέβαλε με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη προς αντίκρουση της έφεσης της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης), ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η υπ' αριθ. 235/02-02-2012 ένορκη βεβαίωση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, η οποία το πρώτον προσκομίσθηκε από την εκκαλούσα ενώπιον του Εφετείου και στην οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρός της Ν.
Π., καθόσον ήταν εξαιρετέος μάρτυρας κατ' άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, ".... αφού είναι ο πατέρας του μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της αντιδίκου της (αναιρεσίβλητης) και ταυτόχρονα προσδοκά όφελος από την έκβαση της δίκης δεδομένου ότι κατά δική του δήλωση υπήρξε για χρόνια διαχειριστής της εταιρίας και εργάζεται ακόμη στην εταιρία και βοηθάει τον γιό του..." .
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης ( άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δικ), προκύπτει ότι ως προς την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ορίσθηκε η συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για τις 6-3-2007, οπότε ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 270 § 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 του ν. 2915/ 2001 και καθιερώνει το επιτρεπτό της λήψης υπόψη από οποιοδήποτε ουσιαστικό δικαστήριο και ακύρων, αλλά υποστατών αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων, που περιέχονται σε νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις.
Επομένως το Εφετείο, με το να παραλείψει να απαντήσει στον προβληθέντα παραδεκτά με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας μη νόμιμο ισχυρισμό της ότι ήταν εξαιρετέος ο μάρτυρας της αναιρεσιβλήτης και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ένορκη κατάθεσή του που περιέχεται στην άνω ένορκη βεβαίωση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος δέκατος τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' και δ'ΚΠολΔ, "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παρ. 3 του άρθρου 237 και του γ'εδ. του άρθρου 238, προσθέτων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες". Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προσκομίσει νομίμως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση, πέραν αυτών που είχε προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τις τρεις, ο αντίδικός του μπορεί να προσκομίσει προς αντίκρουση της ένορκης βεβαίωσης που προσκομίσθηκε, μέσα στην τριήμερη προθεσμία του άρθρου 238 εδ.
γ' του ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να επιμηκυνθεί από το δικαστήριο για περισσότερες ημέρες, πρόσθετη ένορκη βεβαίωση. Εφόσον δε, κατά τον άνω τρόπο δίδεται η δυνατότητα στον αντίδικο του διαδίκου που προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση να αντικρούσει αυτήν, δεν είναι αναγκαίο να διαταχθεί προς τούτο η επανάληψη της δίκης, με την απόρριψη δε του σχετικού αιτήματος υπό του δικαστηρίου, δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ως προς την αρχή της δίκαιης δίκης, εφόσον δεν στερείται του δικαιώματος ο αντίδικος του διαδίκου που προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση να αντικρούσει την τελευταία, εντός των διαγραφομένων ως άνω πλαισίων.
Επομένως, ο δέκατος τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το να απορρίψει το αίτημά της για επανάληψη της δίκης, προκειμένου να αντικρούσει την ένορκη βεβαίωση που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, την οποία η αναιρεσίβλητη το πρώτο προσκόμισε ενώπιόν του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μπορούσε να αντικρούσει αυτή με την προσκομιδή πρόσθετης ένορκης βεβαίωση, εντός της παραπάνω προθεσμίας, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της δίκαιης δίκης ως προς την ισότητα των όπλων ανάμεσα στα διάδικα μέρη.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση αποκλειστικής διανομής η οποία καταγγέλθηκε σιωπηρά από την αναιρεσίβλητη για σπουδαίο λόγο πριν από τη λήξη της συμβατικής διάρκειάς της, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα ενώπιόν του και συγκεκριμένα: 1) τα μνημονευόμενα στην αγωγή τιμολόγια πωλήσεως προς την αναιρεσίβλητη, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, από τα οποία προκύπτει ότι η μεταξύ αυτών συνεργασία συνίστατο σε πωλήσεις στις αποθήκες της αναιρεσείουσας στο Κέμπεν, χωρίς εγγύηση, ούτε ανταλλακτικά και σέρβις και με προκαταβολή τιμήματος, δηλαδή με όρους που δεν προσιδιάζουν σε στενό συνεργάτη και δη με σύμβαση αποκλειστικής διανομής και 2) την μεταξύ των διαδίκων ανταλλαγείσα ηλεκτρονική αλληλογραφία κατά το χρονικό διάστημα από 20-10-2005 έως 09-11-2005, σύμφωνα με την οποία οι εκπρόσωποί της αναιρεσείουσας προσέφεραν στην αναιρεσίβλητη χαμηλότερες τιμές και χωρίς στην αλληλογραφία αυτή να περιέχεται οποιαδήποτε αναφορά της τελευταίας περί δήθεν καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων "και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, που μπορούν να χρησιμεύσουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε ως βάση συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο γίνεται και αναφορά προσκομισθέντων τιμολογίων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επίδικα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του.
Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1582/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-03-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1582/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος απο την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ