Legislator Case Law & Legislation
455/2013 AI generated

455/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 455/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

455/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 14 της από 4.4.1990 Σ.Σ.Ε. των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της Χώρας, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με την υπ` αριθμ. 13376/ 1990 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 290/26.4.1990 τ.

Keywords

AI generated
abandonment of employment redundancy inflicted job loss right to disconnect suspension of unemployment benefits cessation of gainful employment
AI generated
1010/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2006 αίτησή της.
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
2237/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
998/2012
Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on employer's refusal to hire employee due to personality insult.
94/2008
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding that evidence assessment errors are not grounds for cassation.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 455 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παλαιολόγο Παλαιολόγο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΜΗΣ ΑΕ Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Φραγκούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 366/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 338/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι εκ παραδρομής στο αιτητικό της αιτήσεως αναιρέσεως γράφτηκε "ότι ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1094/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και η απόρριψη της από 3-4-2007 έφεσης της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας ..." αντί του ορθού "να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 338/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ώστε να αναπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για να συζητηθεί ενώπιον νέας σύνθεσης Δικαστών για να ληφθούν κατ' αυτή υπόψη οι ως άνω λόγοι με σκοπό να γίνει δεκτή η από 12-2-2009 έφεσή μου και να γίνει έτσι δεκτή καθ' ολοκληρίαν και η ασκηθείσα αγωγή μου ..." και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1346/1983 σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσο όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν κατά την τελευταία περίοδο, η δε επαναπρόσληψη γίνεται σταδιακά, όπως ειδικότερα ορίζεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

Κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 14 της από 4.4.1990 Σ.Σ.Ε. των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της Χώρας, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με την υπ` αριθμ. 13376/ 1990 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 290/26.4.1990 τ.

Β'), το οποίο επαναλαμβάνει η από 30.7.1991, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 16318/1991 απόφαση του Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας (ΦΕΚ 931/13.11.1991 τ. Β') και στο οποίο παραπέμπουν οι μεταγενέστερες ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων (από 8-7-1992, 16-7-1993 και 26-4-1994, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, αντιστοίχως, με τις 15031/1992, 13825/1993 και 13066/1994 αποφάσεις του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 555/8.9.1992, 795/6-10-1993 και 644/26-8-1994) ορίζεται ότι οι μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (εποχιακές), τέτοιες δε είναι εκείνες που λειτουργούν μέχρι εννέα μήνες το χρόνο, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν το προσωπικό, το οποίο απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενοι, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής τους οργανώσεως, θα ειδοποιήσουν εγγράφως τον εργοδότη τους μέχρι το τέλος Ιανουαρίου ότι επιθυμούν να εργασθούν κατά τη νέα περίοδο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 της πρώτης από τις παραπάνω Σ.Σ.Ε. (από 4-4-1990), το οποίο επαναλαμβάνει η από 30-7-1991 ΣΣΕ και στο οποίο παραπέμπουν οι μεταγενέστερες ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων, απόλυση εργασθέντος κατά την προηγούμενη περίοδο χωρεί μόνο με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, η οποία υπολογίζεται βάσει των κατά μέσο όρο αποδοχών της αμέσως προηγούμενης περιόδου εργασίας, συνυπολογιζομένου ως χρόνου εργασίας του συνολικού από την πρόσληψη του εργαζομένου στο ίδιο ξενοδοχείο.

Τέλος, στο άρθρο 11 παρ. 3 εδ. β' της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της 30-5-2001 προβλέπεται ότι στην καταγγελία θα υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας ολόκληρος ο χρόνος που διανύθηκε από την πρόσληψη στο ίδιο ξενοδοχείο. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, υπό την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου.

Παρέχεται όμως στον εργαζόμενο από το νόμο διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει και θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργανώσεώς του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο.

Με μόνη δε την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 1386/1983 προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο (Ολ.ΑΠ 14/2000). Εάν κατά τη νεκρή περίοδο καταγγελθεί από την εποχιακώς λειτουργούσα ξενοδοχειακή επιχείρηση, η σύμβαση εργασίας ξενοδοχοϋπαλλήλου, ο οποίος είχε τηρήσει τις, για την επαναπρόσληψή του κατά την επόμενη περίοδο, απαιτούμενες διατυπώσεις οφείλεται στον τελευταίο η από το ν. 2112/1920 προβλεπόμενη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της σχέσεως εργασίας.

Για τον καθορισμό όμως του ύψους της αποζημιώσεως αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα που απομένει μετά την αφαίρεση, από τον, μετά την αρχική πρόσληψη, συνολικό χρόνο υπηρεσίας του απολυομένου, αφαιρουμένου του χρόνου των νεκρών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακοπτόταν και ο μισθωτός μπορούσε να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τα άρθρα 4α και 5 των προαναφερόμενων από 4-4-1990 και 30-7-1991 ΣΣΕ, καθώς και από τα ταυτόσημα άρθρα των μεταγενέστερων σχετικών, σύμφωνα με τα οποία, για τον υπολογισμό του επιδόματος προϋπηρεσίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων εποχιακών ξενοδοχείων, ως χρόνος υπηρεσίας θεωρείται και εκείνη της νεκρής περιόδου και μέχρι τέσσερις μήνες για κάθε χρόνο, με την προϋπόθεση ότι ο ξενοδοχοϋπάλληλος μετά τη νεκρή περίοδο αναλαμβάνει εκ νέου εργασία στην ίδια ξενοδοχειακή επιχείρηση.

Και τούτο γιατί οι παραπάνω διατάξεις αφορούν αποκλειστικά τον υπολογισμό του επιδόματος προϋπηρεσίας και δεν εφαρμόζονται και στην περίπτωση του υπολογισμού της αποζημιώσεως απολύσεως, για την οποία υπάρχει ειδική ρύθμιση κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, η οποία δεν προβλέπει συνυπολογισμό του χρόνου της νεκρής περιόδου.

Αν οι συμβαλλόμενοι στις προαναφερόμενες ΣΣΕ ήθελαν τέτοιο συνυπολογισμό, θα το όριζαν σ` αυτές ρητά (ΑΠ 305/2011). Η κρίση αυτή δεν προσκρούει στο άρθρο 11 παρ. 3 της τοπικής κλαδικής Σ.Σ.Ε. των ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Λασιθίου της 30-5-2001, το οποίο αναφέρει ότι στην καταγγελία θα υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας ολόκληρος ο χρόνος που διανύθηκε από την πρόσληψη στο ίδιο ξενοδοχείο, καθώς τούτο ορίζεται όχι για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης αλλά για τον καθορισμό της συνολικής προϋπηρεσίας ενόψει του ορισμένου χρόνου των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας των εποχιακώς απασχολουμένων ξενοδοχοϋπαλλήλων και των νεκρών περιόδων που μεσολαβούν από τη λήξη της ορισμένου χρόνου σύμβασης μέχρι την επαναπρόσληψή τους, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακόπτεται και ο μισθωτός έχει τη δυνατότητα να απασχοληθεί σε άλλον εργοδότη.

Συνεπώς με βάση τη συνολική προϋπηρεσία και αφού προηγουμένως αφαιρεθεί ο χρόνος της νεκρής περιόδου θα καθοριστεί στη συνέχεια το ύψος της αποζημίωσης. Περαιτέρω, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί κατά το άρθρο 669 παρ. 2 Α.Κ. δικαίωμα του καταγγέλλοντος, που ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και αναιτιώδη, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, με την έννοια ότι δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Η άσκηση δικαιώματος προς καταγγελία υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., το οποίο απαγορεύει, ως καταχρηστική, την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Έτσι, αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, όπως ότι η απόλυσή του έγινε προς το σκοπό εκδικήσεως, ο ισχυρισμός του από το άρθρο 281 Α.Κ. απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Κρήτης δικάζοντας επί εφέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμ. 366/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου δέχτηκε τα εξής: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε την 6-6-1988 από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων, για να εργαστεί ως ξενοδοχοϋπάλληλος - οροφοκόμος (καμαριέρα) στο εποχιακής λειτουργίας ξενοδοχείο CORAL που εκμεταλλεύεται η τελευταία στον ....

Έκτοτε, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εργάστηκε με την ιδιότητα που προσλήφθηκε, όλες τις τουριστικές περιόδους, για τις οποίες άλλωστε προσλαμβανόταν, μέχρι και την 15-10-2006, ήτοι επί 19 έτη. Από το έτος 1995 κατέστη κάτοχος πτυχίου της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων του ΕΟΤ, κατόπιν εξάμηνης φοιτήσεως, γεγονός που αναγνωρίστηκε εμπράκτως από την εργοδότρια, καθώς της ανέθεσε την πρακτική εκπαίδευση των νεοπροσλαμβανόμενων συναδέλφων της οροφοκόμων.

Το έτος 2001 και ενώ μέχρι τότε δεν είχαν εμφανιστεί προβλήματα στην εργασιακή σχέση των διαδίκων επήλθε η πρώτη διένεξη μεταξύ τους, όταν η αναιρεσίβλητη, λόγω της απώλειας ενός τηλεχειριστηρίου τηλεόρασης από δωμάτιο του ξενοδοχείου, καταλόγισε εξ αντικειμένου ευθύνη στις καμαριέρες του ορόφου, μεταξύ των οποίων ήταν και η αναιρεσείουσα και ζήτησε να της καταβληθεί η αξία του.

Επειδή η απαίτηση αυτή της αναιρεσίβλητης θεωρήθηκε άδικη από την αντίδικό της εργαζομένη, η τελευταία προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Λασιθίου προκαλώντας τη μεσολάβησή της προκειμένου να απαλλαγεί από την πιο πάνω υποχρέωση, χωρίς όμως εν τέλει να πραγματοποιηθεί η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, διότι εν τω μεταξύ ανευρέθη το τηλεχειριστήριο, το οποίο είχε μεταφερθεί από πελάτη σε άλλο δωμάτιο.

Το έτος 2003 η αναιρεσείουσα προσέφυγε και πάλι στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ παράλληλα απευθύνθηκε και στο Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων Ν. Λασιθίου, διαμαρτυρόμενη για την απόφαση του Διευθυντή του ξενοδοχείου, αφενός μεν να της χορηγούνται περισσότερα ρεπό από τα προβλεπόμενα οκτώ (8) ρεπό μηνιαίως, που θα είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των μηνιαίων αποδοχών της, και αφετέρου να εργάζεται προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας του ξενοδοχείου, μια φορά την εβδομάδα όχι με συνεχές ωράριο ημερήσιας απασχόλησης από 07.30' έως 15.30', όπως προέβλεπε η ατομική σύμβαση εργασίας της, αλλά με διακεκομμένο ωράριο από 08.30' έως 15.30' και από 19.00' έως 20.00'.

Μετά από παρέμβαση της Επιθεώρησης Εργασίας επιλύθηκαν οι διαφορές των διαδίκων. Το έτος 2006 περί το Μάιο, η αναιρεσείουσα προσέφυγε εκ νέου στην Επιθεώρηση Εργασίας και μάλιστα αυτή τη φορά μέσω της θυγατέρας της Α. Δ., διαμαρτυρόμενη ότι ενώ είχε προβεί εγκαίρως στις απαιτούμενες διατυπώσεις για την επαναπρόσληψή της στο ίδιο ξενοδοχείο κατά την τουριστική περίοδο του έτους 2006, η αναιρεσίβλητη καθυστερούσε να την επαναπροσλάβει και ότι όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί της είχαν ήδη κληθεί προς τούτο, παρόλο που η ίδια ως η αρχαιότερη εργαζομένη έπρεπε να προσλαμβάνεται περί τον Απρίλιο.

Εν τέλει, επαναπροσλήφθηκε με διάρκεια της νέας σύμβασης από 19-5-2006 μέχρι 1-9-2006. Αλλά και μετά την επαναπρόσληψή της αυτή, την οποία, παρά τα ανωτέρω, φαίνεται ότι εξακολουθούσε να επιθυμεί κάθε χρόνο, αλλά και παρά τις διατυπούμενες από την ίδια σοβαρές ανησυχίες της για το ενδεχόμενο της μη επαναπρόσληψής της, η αναιρεσείουσα προσέφυγε και πάλι στην Επιθεώρηση Εργασίας, αυτή τη φορά εγγράφως, με την από 5-6-2006 καταγγελία της, ενώ παράλληλα απευθύνθηκε προς το Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων και το Εργατικό Κέντρο Ν.

Λασιθίου. Ειδικότερα, με την έγγραφη καταγγελία της διαμαρτυρήθηκε ότι η Διεύθυνση του ξενοδοχείου επέβαλε σ' αυτήν να εργάζεται μια φορά την εβδομάδα με διακεκομμένο ωράριο, ως αντικαταστάτρια (replacant) της εκάστοτε καμαριέρας που λάμβανε ρεπό και ότι η διάρκεια της νέας σύμβασης ορίστηκε από την αναιρεσίβλητη μέχρι 1-9-2006 και όχι μέχρι το τέλος της τουριστικής περιόδου, ήτοι μέχρι την 30-10-2006, όπως γινόταν κάθε χρόνο, ζητώντας από την ανωτέρω Υπηρεσία να ελέγξει τους όρους εργασίας της.

Με το υπ' αρ. πρωτ. 594/8-6-2006 έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας Ν. Λασιθίου προς την αναιρεσείουσα, η τελευταία ενημερώθηκε ότι συμφωνήθηκε να εργάζεται με συνεχόμενο ωράριο από 07.30' έως 15.30' και ως χρόνος λήξης της σύμβασης ορίστηκε η 15-10-2006, ενώ στο τέλος του ιδίου εγγράφου γίνεται μνεία ότι επιτρέπεται η διακοπή του ωραρίου μέχρι πέντε (5) ώρες την ημέρα σύμφωνα με την επικαλούμενη υπουργική απόφαση, εφόσον κατά την πρόσληψη δεν συμφωνήθηκε συνεχές ωράριο.

Έτσι, ύστερα από την παρέμβαση της ανωτέρω αρμόδιας Υπηρεσίας αποκαταστάθηκαν οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας και ικανοποιήθηκαν τα αιτήματά της, όπως και το αίτημά της να μην εργάζεται εφεξής ως αντικαταστάτρια. Παρά την αναμφισβήτητη όμως ικανοποίηση των αιτημάτων της αναιρεσείουσας και ενώ στους εναπομείναντες τεσσεράμισι (4,5) μήνες εργασίας της τουριστικής περιόδου του 2006 δεν ανέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημα από την πλευρά της εργοδότριας, η αναιρεσείουσα υπέβαλε προς τον Προϊστάμενο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Κρήτης την από 6-7-2006 αναφορά της κατά του Προϊσταμένου του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Λασιθίου και απέστειλε προς διάφορα συνδικαλιστικά σωματεία και οργανώσεις τις από 10-7-2006 και 31-7-2006 επιστολές της.

Σ' αυτές ανέφερε ότι αντιμετώπιζε πληθώρα εργασιακών προβλημάτων από την εργοδότρια επιχείρηση, όπως επίσης και οι άλλοι εργαζόμενοι στο ίδιο ξενοδοχείο, καθώς τους χορηγούσαν περισσότερα από τα προβλεπόμενα ρεπό, δεν πλήρωναν τα νόμιμα ένσημα των εργαζομένων στο ΙΚΑ, τους επέβαλαν να υπογράφουν αποδείξεις πληρωμής περισσότερων χρημάτων από αυτά που πραγματικά εισέπρατταν, τους απασχολούσαν με διακεκομμένο ωράριο και γενικά καταπατούσαν κάθε αναγνωρισμένο εργασιακό δικαίωμα των ξενοδοχοϋπαλλήλων.

Επικαλούμενη μάλιστα ότι δεν ικανοποιήθηκε από την παρέμβαση των οργάνων της Επιθεώρησης Εργασίας στην επίλυση του - επικαλούμενου - δικού της προβλήματος και ότι αυτό παρέμενε ακόμη σε εκκρεμότητα, παρά βεβαίως τα όσα αντίθετα αποδείχθηκαν κατά τα προεκτεθέντα, υποστήριζε ότι ο Προϊστάμενος Επόπτης Εργασίας ενεργούσε μεροληπτικά υπέρ της εργοδότριας, καθώς υπέδειξε ευθέως στο Διευθυντή του ξενοδοχείου της να υπογράψει συμβάσεις εργασίας από την επόμενη τουριστική περίοδο με διακεκομμένο ωράριο (που όπως αναφέρθηκε επιτρέπει ο νόμος).

Παράλληλα, με την από 27-7-2006 επιστολή της προς το Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων και το Εργατικό Κέντρο Ν. Λασιθίου αρνήθηκε να συμμετάσχει σε επικείμενη συνάντηση μεταξύ των προέδρων αυτών, της ίδιας και των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης σε χώρο του ξενοδοχείου, επιμένοντας να γίνει η συνάντηση σε αίθουσα του Εργατικού Κέντρου, καταλογίζοντας ευθέως στους δυο αυτούς συνδικαλιστικούς φορείς ότι δεν έπαιρναν θέση στο θέμα της.

Επίσης, προκάλεσε την έκδοση του υπ' αρ. πρωτ. 328/11-8-2006 ψηφίσματος συμπαράστασης του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Ν. Χανίων και ανάλογη ανακοίνωση της Γραμματείας της παράταξης Π.Α.Μ.Ε. του νομού Λασιθίου, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΝΑΤΟΛΗ (φύλλο της 9-10/9/2006), η οποία εκδίδεται στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου.

Πέραν τούτων, καθ' όλη την περίοδο εργασίας της του έτους 2006, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ήταν εριστική στο χώρο εργασίας και ιδιαίτερα απέναντι στην άμεση προϊσταμένη της Μ. Β., στις νόμιμες εντολές και υποδείξεις της οποίας για την αποτελεσματική διεκπεραίωση της εργασίας, αρνούνταν να πειθαρχήσει, αντιδρώντας χωρίς εμφανή λόγο και επισείοντας ως απειλή ότι θα καταφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως άλλωστε κατ' επανάληψη έγινε στο παρελθόν κατά τα προαναφερθέντα.

Ειδικότερα, την 2-6-2006, ημέρα Παρασκευή, αρνήθηκε να καθαρίσει συγκεκριμένο αριθμό δωματίων, ισχυριζόμενη ότι δεν προλάβαινε, όταν δε η ως άνω προϊσταμένη της αντιπρότεινε να διαπιστώσουν από κοινού το χρόνο που χρειαζόταν για τον καθαρισμό κάθε δωματίου ώστε να της αποδείξει, ότι ο ισχυρισμός της ήταν λανθασμένος, άρχισε να διαμαρτύρεται ότι η άμεση προϊστάμενη της, ενεργώντας υπό τις οδηγίες του Διευθυντή του ξενοδοχείου, ήθελε να χρονομετρήσει την απόδοσή της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, ενώ δεν προέκυψε τέτοια πρόθεση του συγκεκριμένου οργάνου της αναιρεσίβλητης, δηλαδή να μειώσει την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας εργαζομένης, όπως η τελευταία αβάσιμα υποστηρίζει.

Επίσης, δεν ακολουθούσε τον προγραμματισμό στους κοινόχρηστους χώρους με αποτέλεσμα να καθυστερεί η εξέλιξη της εργασίας και να δυσαρεστούνται και οι συνάδελφοί της οροφοκόμοι. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι τόσο η στάση της αναιρεσείουσας απέναντι στους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, εναντίον των οποίων καταφερόταν με ιδιαίτερα απαξιωτικές αναφορές στις ως άνω καταγγελίες και επιστολές της, ισχυριζόμενη ότι δεν εφαρμόζουν τον εργατικό νόμο και παραβιάζουν κατάφωρα τα εργασιακά δικαιώματα, όσο και η συμπεριφορά της απέναντι στις συναδέλφους της οροφοκόμους (καθαρίστριες) και μάλιστα σε χρόνο που όλα τα αιτήματά της είχαν ικανοποιηθεί, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος που να δικαιολογεί τις ανωτέρω κινήσεις της και τη συνεχή αντιπαράθεσή της με την αναιρεσίβλητη, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σαφώς δυσάρεστο κλίμα στο ξενοδοχείο και αναστάτωση στο προσωπικό του, αλλά κυρίως δυσαρέσκεια στο πρόσωπό της από τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης.

Παρόλα αυτά, η αναιρεσείουσα με την υπ' αρ. 2/5-1-2007 αίτησή της μέσω του οικείου συνδικαλιστικού φορέα της, ζήτησε την επαναπρόσληψή της από την αντίδικο εργοδότριά της και για την επόμενη τουριστική περίοδο, αίτηση που οπωσδήποτε, κατά την κοινή πείρα και λογική, δεν θα υπέβαλε αν εργαζόταν υπό δυσμενείς συνθήκες.

Όμως, η αναιρεσίβλητη, ενόψει της κατά τα ανωτέρω προφανούς δυσαρέσκειας των εκπροσώπων της προς την αναιρεσείουσα και του δυσάρεστου εν γένει κλίματος που είχε δημιουργηθεί από τη συμπεριφορά της τελευταίας, αλλά και ενόψει του ενδεχόμενoυ η συμπεριφορά της να είναι η ίδια και την επόμενη τουριστική περίοδο απέναντι στη διεύθυνση του ξενοδοχείου και στις συναδέλφους της, δηλαδή εριστική και αδικαιολόγητη παρά την ικανοποίηση των αιτημάτων της, με την από 30-4-2007 έγγραφη καταγγελία της, που επιδόθηκε νομοτύπως στην αναιρεσείουσα την 2-5-2007, κατήγγειλε την εργασιακή τους σύμβαση, καταβάλλοντας ταυτόχρονα στην τελευταία ως αποζημίωση το ποσό των 7.806,99 ευρώ.

Η καταγγελία αυτή, σε χρόνο που δεν είχε ξεκινήσει η λειτουργία του ξενοδοχείου, ήταν δικαίωμα της εργοδότριας, χωρίς να υπόκειται για το κύρος της στην ύπαρξη κάποιας αιτίας, παρά μόνο στην καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, όπως κι έγινε. Επομένως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η καταγγελία είναι παντελώς αδικαιολόγητη, τούτο δεν την καθιστά παράνομη ούτε καταχρηστική.

Επιπλέον, ουδόλως αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η καταγγελία έγινε με μόνο σκοπό την εκδίκηση του προαναφερόμενου Διευθυντή του ξενοδοχείου προς το πρόσωπό της, συνεπεία προηγηθείσας συμπεριφοράς της μη αρεστής σ' αυτόν, εξαιτίας των διαμαρτυριών της στην Επιθεώρηση Εργασίας για τη διευθέτηση των εργασιακών προβλημάτων της με την αναιρεσείουσα.

Άλλωστε, εάν υπήρχε σκοπός εκδίκησης, η καταγγελία θα είχε γίνει προ πολλού χρόνου, ύστερα από τις πρώτες προσφυγές της αναιρεσείουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, όμως η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε στο σύνολό της όλα τα αιτήματα της αναιρεσείουσας, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση ατομικά σε βάρος της τελευταίας, αφού αποδείχθηκε ότι, κατά πάγια τακτική της εργοδοσίας με σκοπό το συμφέρον της επιχείρησης, όλες οι καμαριέρες λάμβαναν περισσότερα ρεπό σε περίοδο μειωμένης πληρότητας του ξενοδοχείου, όλες οι καμαριέρες αντικαθιστούσαν όσες λάμβαναν ρεπό, ενώ σε όλες εφαρμοζόταν το διακεκομμένο ωράριο, μόνο μια φορά την εβδομάδα, για το οποίο οι εργαζόμενες ουδεμία αντίρρηση έφεραν παρόλο που η εργασιακή τους σύμβαση ανέγραφε συνεχές ωράριο.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η κατά τα ανωτέρω καταγγελία δεν προκύπτει ότι είναι καταχρηστική και επομένως άκυρη, απορριπτομένου του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας από το άρθρο 281 ΑΚ ως κατ' ουσίαν αβασίμου, χωρίς μετά ταύτα, να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθοριστούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας.

Ως εκ περισσού όμως πρέπει να αναφερθεί, ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της αναιρεσείουσας υπαγορεύθηκε καθαρά προς το σκοπό διασφάλισης εύρυθμης λειτουργίας του ξενοδοχείου. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι για τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος εργασίας ολόκληρος ο χρόνος που διανύθηκε από την πρόσληψη της αναιρεσείουσας στο ξενοδοχείο, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται και αυτός των νεκρών περιόδων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1346/1983, του ν. 2112/1920 και του άρθρου 11 παρ. 3 της από 30-5-2001 ΣΣΕ των Ξενοδοχοϋπαλλήλων του Νομού Λασιθίου, μη υπολογίζοντας τα νεκρά χρονικά διαστήματα μεταξύ των συμβάσεων για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, σχετικά με τις συνθήκες καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας το Εφετείο, με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε, περιέλαβε πλήρεις, σαφείς, εμπεριστατωμένες, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την έλλειψη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης κατ' άρθρο 281 του ΑΚ και ως εκ τούτου και ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, από τις οποίες η τελευταία ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της δικαιούμενης από το μισθωτό αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημιώσεως.

Ο πραγματικός ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου εργοδότη κατά της αγωγής με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας της ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως. Επομένως αν ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να προταθεί από τον εναγόμενο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου (σελίς 23) προς απόκρουση των λόγων εφέσεων με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυριζόταν ότι η καταγγελία της συμβάσεως ήταν άκυρη επικουρικά και για το λόγο ότι της καταβλήθηκε ελλιπής αποζημίωση κατά το ποσό των 443,88 ευρώ, ισχυρίστηκε ότι "ο υπολογισμός της αποζημίωσης της αναιρεσείουσας έγινε από το λογιστήριό της και ότι ο ελλιπής κατά το επιδικασθέν σ' αυτήν ποσό οφείλεται προφανώς σε εσφαλμένο υπολογισμό των αρμοδίων οργάνων του λογιστηρίου της".

Ο ισχυρισμός αυτός νομίμως προβλήθηκε στο Εφετείο προς απόκρουση των πιο πάνω λόγων εφέσεως σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ακόμη και αν δεν είχε προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως εκ τούτου το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι στην αναιρεσείουσα καταβλήθηκε αποζημίωση, για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ως ξενοδοχοϋπαλλήλου, ελλιπής κατά το ποσό των 443,88 ευρώ και ότι το γεγονός αυτό οφείλεται προδήλως σε εσφαλμένο υπολογισμό των αποδοχών της και επομένως η καταγγελία παραμένει έγκυρη, διασώζεται όμως το δικαίωμα αυτής να αξιώσει τη συμπλήρωση της αποζημίωσης, δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νομίμως και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναιρέσεως αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσεως σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, γιατί δεν έλαβε υπόψη τις 2769/2008 και 2762/2008 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι η πρώτη από τις ένορκες βεβαιώσεις δόθηκε από την κόρη της και η δεύτερη από συνδικαλιστή, οι οποίοι δεν έχουν άμεση και ιδία αντίληψη για τις συνθήκες εργασίας, ούτε για τη συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός από μεν τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητά αναφέρει. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου είναι απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-5-2011 αίτηση της Μ. Δ. για αναίρεση της 338/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ