Legislator Case Law & Legislation
455/2012 AI generated

455/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 455/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 455 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 455/2012

Legislator headnote

AI generated

455/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 455 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 455/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 455 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 455/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π., κατοίκου ... και 2) Δ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 355/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-6-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 4159/18-2-2010 και 4167/26-2-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-1-2011, κατά την οποία, με αίτημα των αναιρεσιβλήτων, αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (1-11-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους Α. Π. και Δ. Τ.. Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την παραπάνω συνεδρίαση (1-11-2011), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως και ενόψει του ότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' ΚΠολΔ, η οποία, κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, δεν απαιτείται κλήση για εμφάνιση των αναιρεσιβλήτων κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο (1-11-2011), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας). Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004. Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 1-4-2004 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολήθηκαν ο μεν πρώτος Α. Π. από το έτος 1993, ο δε δεύτερος Δ. Τ. από το έτος 1995, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προσφέροντας τις υπηρεσίες του δασικού εργάτη στην Διεύθυνση Δασών Νομού Δράμας (Δασαρχείο Δράμας και Κ. Νευροκοπίου), έως τις 15-12-2003 ο πρώτος και έως τις 9-1-2004 ο δεύτερος, που το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία τους, με την οποία αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της παραπάνω υπηρεσίας του εναγομένου, έτσι ώστε να μη δικαιολογείται η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από το έτος 1993 και εφεξής ο πρώτος και από το έτος 1995 και εφεξής ο δεύτερος και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους δυνάμει της ως άνω συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Το Εφετείο Θράκης, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, επικυρώνοντας (κατά πλειοψηφία) την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 19/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας) ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον, το έτος 1993 ο πρώτος και το έτος 1995 ο δεύτερος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε απασχολήθηκαν σ' αυτό, με αλλεπάλληλες (διαδοχικές) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έως τις 15-12-2003 ο πρώτος και τις 9-1-2004 ο δεύτερος, που το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε από το έτος 1993 έως και το έτος 2003 με δώδεκα διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ο δεύτερος απασχολήθηκε από το έτος 1995 έως το έτος 2004 με οκτώ διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι συμβάσεις αυτές των αναιρεσιβλήτων - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - ήταν τυπικά με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι συνεχείς, όμως, ανανεώσεις τους δεν εδικαιολογούντο από λόγους αντικειμενικούς, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν την εργασία τους στην Διεύθυνση Δασών Νομού Δράμας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας αυτής, η οποία χρειαζόταν σε σταθερή βάση τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων για την ομαλή λειτουργία των Δασαρχείων της περιοχής ευθύνης της (Δασαρχείο Δράμας και Δασαρχείο Κ. Νευροκοπίου). Οι αναιρεσίβλητοι - συνεχίζει το Εφετείο - απασχολούντο ως δασικοί εργάτες και συγκεκριμένα συμμετείχαν σε συνεργεία παραλαβής δασικών προϊόντων, καθώς και διάθεσης αυτών, εκτελούσαν και επόπτευαν δασοτεχνικά έργα, κατά πλήρες ωράριο εργασίας και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι εξυπηρετούσαν πρόσκαιρες, εποχιακές, επείγουσες ή απρόβλεπτες ανάγκες, καθόσον είναι καταφανές ότι οι υπηρεσίες τους ήταν απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία του Δασαρχείου Δράμας και του Δασαρχείου Κ. Νευροκοπίου καθόλη την διάρκεια του χρόνου, οι συνεχείς δε ανανεώσεις των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσιβλήτων από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μη δικαιολογούμενες, κατά τα προεκτεθέντα, από λόγους αντικειμενικούς, έγιναν καταχρηστικά για να καταστρατηγηθεί σε βάρος τους από το αναιρεσείον η προστασία αυτών, κατά παράβαση της αρχής που διασφαλίζει την μη διάκριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζόμενους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - είναι άκυρος ο όρος των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους και το σύνολο των διαδοχικών εργασιακών τους συμβάσεων με το αντίδικό τους Ελληνικό Δημόσιο συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν λήγει στις 15-12-2003 και στις 9-1-2004 αντίστοιχα, αλλά συνεχίζει να υφίσταται και μετά τις ημερομηνίες αυτές, εφαρμοζομένης, εν προκειμένω, της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου οι αναιρεσίβλητοι έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ενόψει του ότι δεν προκύπτει ότι οι συμβάσεις εργασίας αυτών έχουν καταγγελθεί με τις νόμιμες διατυπώσεις (εγγράφως και με την καταβολή αποζημιώσεις). Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν, ο καθένας εξ αυτών, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως δασικοί εργάτες για να απασχοληθούν στη Διεύθυνση Δασών Νομού Δράμας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους το έτος 1993 και το έτος 1995 αντίστοιχα (πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004) και συνεχίσθηκε έκτοτε η μεταξύ τους σχέση εργασίας με την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων, και έκρινε τελικά (το Εφετείο) ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που ήταν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα. Επομένως, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, την οποία εφήρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994 και 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, τις οποίες δεν εφήρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 355/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ