Supreme Court dismisses appeal against hospital nurse's salary claim, ruling collective agreement applies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding her salary dispute. The appellant argued that a 1981 collective agreement should apply, but the lower court correctly applied the 1988 collective agreement which governed public hospital staff. The court rejected the appeal as unfounded because the appellant failed to prove a contrary agreement existed at the time of her employment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that where a collective agreement validly in force at the time of employment governs the employment relationship, an appeal based on the application of a prior, inapplicable agreement is rejected as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 455/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθηνών ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7040/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί αναιρεσείουσα με την από 14-1-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 31-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της σημερινής δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης και παρά την απουσία του (άρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις του αρ. 1 εσ της από 22-12-1988 ΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια Νοσοκομεία της χώρας" που συνήφθη μεταξύ του Δημοσίου και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ) και κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά με την 17583/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 741/1989 τ.Β') και η οποία σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής άρχισε να ισχύει από 1-7-1988 σε συνδυασμό με εκείνες των άρ. 1 επ.
ν. 1505/1984 για το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, προκύπτει ότι από την 1-7-1988, όταν άρχισε να ισχύει η ως άνω ΣΣΕ, μεταβλήθηκε το μισθολογικό καθεστώς των πάσης φύσεως εργαζομένων (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία του ν.δ. 2892/1953, στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, στα προνοιακά ιδρύματα κ.λ.π., και επεκτάθηκαν στους εργαζομένους αυτούς οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Ετσι από την 1-7-1988 το μισθολογικό καθεστώς των ως άνω εργαζομένων διέπεται πλέον από τις διατάξεις του αναφερομένου νομοθετήματος, το οποίο προβλέπει την κατάταξή τους στα οριζόμενα από το αρ. 2 αυτού μισθολογικά κλιμάκια, ορίζει αναλυτικά τον τρόπο της μισθολογικής εξέλιξής τους από κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο σε ανώτερο, τα επιδόματα που δικαιούνται, τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης για υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες και γενικά προσδιορίζει τον τρόπο της μισθολογικής εξέλιξής τους.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 10 παρ.1 ν. 1876/1990 για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις κ.λ.π., οι διατάξεις του οποίου κατά το αρ. 19 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται και σε εργαζομένους στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εφόσον δεν αποκλείονται από την φύση τους, αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τότε εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθ. έκθ. κατ. 39741/2271/1999 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσεν, ότι με την από 24-4-1975 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, μετατραπείσα στην συνέχεια σε αορίστου χρόνου, που συνήψε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο που αποτελεί ΝΠΔΔ, προσελήφθη απ' αυτό ως καθαρίστρια και εργάζεται έκτοτε με την προαναφερόμενη ειδικότητα με αποδοχές που καθορίζονται από το νόμο, τις σχετικές ΣΣΕ και ΔΑ, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1994 - 30/4/1999.
Το εναγόμενο, αν και σύμφωνα με την θεμελιωμένη στις διατάξεις του αρ. 10 παρ.1 ν. 1876/1990 αρχή της ευνοϊκότερης μεταχείρισης αλλά και το απορρέον από τις 11648/1989 και 4879/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκαν για συναφείς αξιώσεις της του προγενέστερου χρονικού διαστήματος από 1/1/1985 - 30/6/1988 δεδικασμένο, με τις οποίες κρίθηκε ότι δικαιούται να λάβει το επίδομα του αρ. 44 ν. 1193/1981 και την οριζομένη από το αρ. 2 παρ.3 ν. 205/1976 αμοιβή, όφειλε να εφαρμόσει για την μισθοδοσία της το ευνοϊκότερο γι' αυτόν μισθολογικό καθεστώς που καθιερώνουν οι διατάξεις των από 21-3-1994, 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες προσδιορίζεται για το επίδικο χρονικό διάστημα το κατώτατο όριο ημερομισθίου των εργατοτεχνιτών (ημερομίσθιο ασφαλείας) και με βάση αυτές να προσδιορίσει τις αποδοχές της, εντούτοις το εναγόμενο εφάρμοσε για την μισθοδοσία της το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΣΣΕ (της ΠΟΕΔΗΝ) και του ν. 1505/1984 για το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και τις κατέβαλε για το παραπάνω χρονικό διάστημα αποδοχές συνολικού ύψους20.461.101 δραχμών αντί των καταβλητέων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συνολικού ύψους 42.303.309 δρχ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 21.842.208 δρχ. ως διαφορά μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι από την 1-7-1988, όταν άρχισε να ισχύει η από 28-12-1988 ειδική ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μεταβλήθηκε το μισθολογικό καθεστώς των πάσης φύσεως εργαζομένων (πλην γιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, όπως είναι το εναγόμενο, και από τότε οι εργαζόμενοι αυτοί και συνεπώς και η ενάγουσα υπάγεται στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 1505/1984 για το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο πρόσωπό της οι ως άνω ΕΓΣΣΕ που επικαλέσθηκε για την θεμελίωση των αξιώσεων της, ούτε υφίσταται δεδικασμένο από τις ως άνω αποφάσεις, ενώ η ενάγουσα δεν ισχυρίσθηκε ότι κατά την πρόσληψή της και κατά την ένταξή της στο αντίστοιχο με τα προσόντα της μισθολογικό κλιμάκιο συμφωνήθηκε ότι θα αμείβεται με το προϊσχύσαν της από 18-12-1988 ΣΣΕ μισθολογικό καθεστώς.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο (Α) Δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του αρ. 559 ΚΠολΔ εφαρμόζοντας την μη εφαρμοστέα 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, καθόσον ουδόλως εφάρμοσε αυτήν, και την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αφού αυτή ήταν πράγματι εφαρμοστέα, και μη εφαρμόζοντας τις από 21-3-1994, 2-4-1996 και 23-5-1998 ΕΓΣΣΕ, καθόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το α' σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο. Ο αυτός λόγος κατά το β' σκέλος του από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου (για ανεπαρκή αιτιολογία) πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στην διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση. (Β) Δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από την ενάγουσα και δη ότι με την αγωγή της ζήτησε την διαφορά μεταξύ των κάθε φύσεως αποδοχών της που εδικαιούτο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα με βάση το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιά κ.λ.π.
και των αποδοχών που της καταβλήθηκαν με βάση το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 της ΠΟΕΔΗΝ, καθόσον ουδόλως το Εφετείο στήριξε την κρίση του στην 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιά και την διαφορά μεταξύ των προβλεπομένων απ' αυτήν αποδοχών και των καθοριζομένων από την ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, ούτε εξάλλου δεν έλαβε υπόψη προταθέντα από την ενάγουσα πραγματικά περιστατικά και δη ότι ζήτησε την διαφορά μεταξύ των αποδοχών που δικαιούτο με βάση τις από 21-3-1994, 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και των καταβληθεισών με βάση το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ (ΠΟΕΔΗΝ), καθόσον απέκλεισε την εφαρμογή των ως άνω ΕΓΣΣΕ.
Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως από το αρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, μη τεθεί, όμως, διάταξη περί δικαστικών εξόδων λόγω της απουσίας του αναιρεσιβλήτου που νίκησε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-1-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 7040/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ