455/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated455/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διάταξη ανάλογη με την προαναφερόμενη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 435/1976 -κατά την οποία ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας δεν θίγονται από την παραπάνω ρύθμιση- δεν επαναλήφθηκε στον ν. 2874/2000.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 455 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 455/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ Ν. Αχαϊας), το οποίο μετετράπη σε Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκούβα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... και 2) .... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου. Ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2005 αίτησή του και τους από 26-10-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 19-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό την με επίκληση προσκομιζόμενη 6447 /5.5.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών .... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο .... , ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, κατ΄' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία του νόμιμα κλητευθέντος ως άνω αναιρεσιβλήτου.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 648 και 652 του ΑΚ συνάγεται ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου και χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης (950/2005, 1158/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25% μέχρι τις 60 ώρες, 50% πέρα των 60 ωρών και μέχρι τις 120 ώρες και 75% πέρα των 120 ωρών ετησίως, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους, τυχόν δε ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας δεν θίγονται από την παραπάνω ρύθμιση.
Κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-2-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 81/20-2-1984), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 12425/10-3-1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β΄115/19-3-1982) και κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983 και επομένως ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (ΑΠ 418/2004, 1207/2002).
Περαιτέρω το π.δ. 119/1973 στα άρθρα 2 και 3 ορίζει την έννοια του χρόνου της πραγματικής εργασίας, της απασχόλησης και της ετοιμότητας προς εργασία του προσωπικού κίνησης των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ, απλής φυλακής, διαλαμβάνει δε στο άρθρο 4 παρ.1 και 2 ότι ο χρόνος της πραγματικής εργασίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως και τις 48 εβδομαδιαίως και ότι ο χρόνος της απασχολήσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και η ετοιμότητα προς εργασία δεν δύναται να υπερβαίνει τις 10 ώρες ημερησίως και τις 48 εβδομαδιαίως.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, ως υπερωριακή εργασία νοείται α) ημερησίως κάθε υπέρβαση του οκταώρου της πραγματικής εργασίας και κάθε υπέρβαση του δεκαώρου της απασχολήσεως, μετά από αφαίρεση των τυχόν υπερβάσεων του οκταώρου της πραγματικής εργασίας και β) εβδομαδιαίως κάθε υπέρβαση, εντός διαστήματος έξι ημερών εργασίας, του τεσσαρακονταοκτώρου της απασχολήσεως, μετά από αφαίρεση των τυχόν πραγματοποιηθεισών ημερήσιων υπερωριών.
Τέλος, στο άρθρο 5 παρ. 2, 3 και 4 του ως άνω διατάγματος καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η υπέρβαση των οριζόμενων στο άρθρο 4 αυτού ανώτατων ορίων πραγματικής εργασίας ή απασχόλησης (ΑΠ 1215/1994). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 435/1976 και 5 παρ. 6 του π.δ. 119/1973 για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ οφείλεται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 30% μέχρι τις 60 ώρες, 50% πέρα των 60 ωρών και μέχρι τις 120 ώρες και 75% πέρα των 120 ωρών ετησίως, στην περίπτωση δε της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης του ίδιου προσωπικού, το προσωπικό αυτό, πέρα από τις απαιτήσεις του κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δικαιούται και πρόσθετη αποζημίωση 75% μέχρι 19-9-1976 και εφεξής 100% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1210/1991).
Όμως, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, που άρχισε να ισχύει από 1-4-2001, καταργήθηκε η υπερεργασιακή απασχόληση και ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια -ιδιόρρυθμης- υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού (ο οποίος αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του) για τρεις ώρες την εβδομάδα, πέρα του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα), ενώ η πέρα των 43 ωρών απασχόληση θεωρείται υπερωριακή ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης και οι υπερωριακά απασχολούμενοι μισθωτοί δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, για την πέρα δε των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976.
Διάταξη ανάλογη με την προαναφερόμενη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 435/1976 -κατά την οποία ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας δεν θίγονται από την παραπάνω ρύθμιση- δεν επαναλήφθηκε στον ν. 2874/2000.
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, που φέρει τον τίτλο "προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις", με τον περιορισμό των υπερωριών, μέσω της κατάργησης της υπερεργασίας και την αποθάρρυνση της ζήτησης για υπερωρίες μέσω της αύξησης της τιμής τους, ενισχύονται τα κίνητρα για νέες προσλήψεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 27-5-1969, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και με τις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σ' αυτό ως εισπράκτορες και από το έτος 1991 μέχρι την άσκηση της αγωγής ως ελεγκτές.
Από το 1992 το εναγόμενο άρχισε να καταβάλει σε όλο το προσωπικό το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 75% από την πρώτη ώρα, ως αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, όχι από ελευθεριότητα ούτε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης, αλλά ως αντάλλαγμα της εργασίας τους και τη χορηγεί τακτικώς και ανελλιπώς, χωρίς κανένα περιορισμό, στους εργαζόμενους που την αποδέχονται και έχει έτσι ενσωματωθεί στον μηνιαίο μισθό τους.
Η σιωπηρή αυτή συμφωνία μεταξύ του εναγομένου και των εργαζομένων σ' αυτό, που δεν περιβλήθηκε τον τύπο συλλογικής σύμβασης εργασίας, αποτέλεσε ατομική σιωπηρή συμφωνία και μεταξύ των διαδίκων. Άλλωστε και πριν από το έτος 1992, το εναγόμενο χορηγούσε στο προσωπικό του, ως αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 100%.
Είχαν δημιουργηθεί δε τουλάχιστον από το έτος 1989 δικαστικές διενέξεις μεταξύ αυτού και των εισπρακτόρων σχετικά με το χαρακτήρα των πραγματοποιούμενων υπερωριών, τον τρόπο πληρωμής τους και το ζήτημα αν οι αντίστοιχες αμοιβές αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών και είναι υπολογιστέες στις αποδοχές - επιδόματα εορτών και άδειας και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των διοικήσεων του εναγομένου και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζόμενων σ' αυτό οδηγών - εισπρακτόρων επήλθε εξώδικος συμβιβασμός, σύμφωνα με το από 28-3-1992 πρακτικό του οποίου καταργήθηκαν οι εκκρεμείς δίκες και οι πραγματοποιούμενες υπερωρίες συμφωνήθηκε ότι είναι νόμιμες και τακτικές, με προσαύξηση του ωρομισθίου 75% από την πρώτη ώρα.
Τον Απρίλιο του έτους 2001 το εναγόμενο, χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων και χωρίς να έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης, προέβη μονομερώς σε μείωση της αμοιβής αυτής, καταβάλλοντας, για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, το ωρομίσθιο προσαυξημένο -όχι κατά 75%- αλλά κατά 50%, τη μείωση δε αυτή δεν αποδέχθηκαν οι ενάγοντες, αλλά εξακολούθησαν να εμμένουν στην παραπάνω συμφωνία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι επήλθε βλαπτική σε βάρος των αναιρεσιβλήτων μεταβολή των όρων των επίδικων συμβάσεων, οι οποίοι, ως ευνοϊκότεροι αυτού, κατίσχυαν του άρθρου 4 του ν. 2874/2000 και ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τη διαφορά της αμοιβής για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση , η οποία προκύπτει μεταξύ εκείνης που υπολογίζεται με βάση το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% και εκείνης που υπολογίζεται με βάση το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920, 648 και 652 του ΑΚ και 4 παρ. 1 έως 4 του ν. 2874/2000 και επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί μοναδικός λόγος του κύριου αναιρετηρίου και μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση μονομερής βλαπτική σε βάρος των αναιρεσιβλήτων μεταβολή των όρων των επίδικων συμβάσεων, αφού η τροποποίηση αυτών έγινε με βάση το άρθρο 4 παρ. 1 έως 4 του ν. 2874/2000, που, ως εκ του προαναφερόμενου σκοπού του, είναι αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, όσον αφορά την κατάργηση της υπερεργασιακής απασχόλησης και την αντικατάστασή της με υπερωριακή απασχόληση αμειβόμενη με ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Επομένως, η σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων για αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων με ωρομίσθιο προσαυξημένου κατά 76% από την πρώτη ώρα, που είχε ήδη λάβει χώρα πριν από τη 1.4.2001, με νομοθετικό καθεστώς διαφορετικό και μη συμβιβαζόμενο με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 δεν κατισχύει αυτού.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 50/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ