Legislator Case Law & Legislation
454/2026 AI generated

Supreme Court allows appeal against conviction for leaving accident scene due to lack of specific reasoning on injury type.

Case Number 454/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a conviction for leaving the scene of a traffic accident, ordering a retrial. The court found the lower court's decision lacked specific and exhaustive reasoning regarding the nature of the victim's physical injury. Consequently, the court held that the conviction was based on an erroneous application of the law due to these procedural flaws.

Legislator headnote

AI generated

Articles 43(2)(a), (b), 4 of Law 2696/1999; A conviction for leaving the scene of a traffic accident requires proof of physical injury, and a judgment lacking specific reasoning on the injury's nature violates the principle of reasoned decisions and constitutes an error in applying substantive law.

Keywords

AI generated
leaving scene of accident physical injury requirement lack of specific reasoning erroneous application of law retrial order Article 43 Law 2696/1999 procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 43(2)(a), (b), 4 of Law 2696/1999
Article 510(1)(D), (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 518(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 473(3) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 454 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 454/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιο Μικρούδη, Γεσθημανή Τσουλφόγλου και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου-Εισηγήτρια (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Σ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Σαμπάνη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2082/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Κ. - Ι. - Δ. Λ. του Π. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 28.11.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 28.11.2025 αίτηση του Σ. Δ. του Α. , για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 2082/2025 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία το ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε αυτόν ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ για το αδίκημα της εγκατάλειψης του τόπου τροχαίου ατυχήματος, από το οποίο επήλθε σωματική βλάβη [άρθρο 26 εδ.

α, 27 ΠΚ και 43 παρ. 1, 2, 4 του ν. 2696/1999] και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος, Σοφίας Σαμπάνη, η οποία εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και επιπλέον έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, στον γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, στις 1.12.2025, συνταχθείσας σχετικά έκθεσης αναιρέσεως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος (ποινικού) δικαστηρίου στις 11.11.2025, ασκήθηκε δε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον πρόσωπο και στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης (άρθρα 464, 466 παρ.1 και 2,473 παρ.2,3, 474 παρ.1, 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 α' του ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε' ΚΠΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Σημειώνεται επίσης ότι, από το με ημερομηνία 30.12.2025 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο παρασταθείς για την υποστήριξη της κατηγορίας στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, Κ. -Ι.- Δ. Λ. του Π. με την υπ' αριθ. .../2025 κλήση που επιδόθηκε στη σύνοικο μητέρα του Χ. Μ. , προκειμένου να εμφανισθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όπου συζητήθηκε η προαναφερόμενη από 28.11.2025 αίτηση του αναιρεσείοντος, πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε, η συζήτηση όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).

2. Με το άρθρο 43 παρ.2 και 4 ν.2696/1999 ορίζονται τα ακόλουθα: " παρ. 2. Αν από το οδικό τροχαίο επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον: α) Να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β) Να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του για την ειδοποίηση της Αστυνομίας ή για την περίθαλψη των τραυματιών ή του ίδιου.

Και στην περίπτωση αυτήν ο οδηγός υποχρεούται να αναγγείλει το ατύχημα στην Αστυνομική Αρχή το ταχύτερο δυνατόν... Παρ.4: Αυτός, που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση α`και β` του άρθρου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Αν από τη συμπεριφορά του ο παθών περιήλθε σε κίνδυνο ζωής ή επήλθε θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις και με αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να θεμελιωθεί η πιο πάνω αξιόποινη παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α, β, του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας απαιτείται, εκτός των άλλων, να επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη από οδικό τροχαίο ατύχημα και εμπλοκή με οποιονδήποτε τρόπο στο οδικό αυτό τροχαίο ατύχημα οδηγού ή άλλου που χρησιμοποιεί την οδό.

Η εμπλοκή στο ατύχημα δεν ταυτίζεται με την υπαιτιότητα του εμπλεκομένου για το θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ούτε σημαίνει ότι το ατύχημα έγινε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο υπαίτιος. Εμπλοκή με την ευρεία αυτή έννοια μπορεί να υπάρχει και αν ο οδηγός δεν είναι υπαίτιος του ατυχήματος είτε υπήρξε σύγκρουση οχημάτων είτε όχι.

Ακόμη, προκύπτει ότι επί επελεύσεως σωματικής βλάβης, το αξιόποινο από την υπαίτια παράβαση από τον εμπλακέντα στο ατύχημα οδηγό ή άλλον που χρησιμοποιεί την οδό των επιβαλλομένων προσθέτων υποχρεώσεων, εξαρτάται από το ότι επήλθε από το οδικό ατύχημα η σωματική βλάβη και δεν εξαρτάται η τήρηση ή όχι των ανωτέρω υποχρεώσεων από το είδος της βλάβης του παθόντος [ ΑΠ 610/2021, ΑΠ 579/2020, ΑΠ 837/2014 , ΑΠ 981/2011, ΑΠ 212/2011].

Για τη θεμελίωση υποκειμενικώς του εγκλήματος του υπαιτίου που δεν συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 43 Κ.Ο.Κ. απαιτείται δόλος του δράστη που είναι αυθύπαρκτος και συνίσταται στη θέληση της παραγωγής των κατά νόμο απαρτιζόντων την έννοια της αξιοποίνου αυτή πράξεως περιστατικών, ενυπάρχει δε ο δόλος στην παραγωγή των περιστατικών αυτών.

Η πιο πάνω αξιόποινη συμπεριφορά προβλέπεται πλέον στη διάταξη του άρθρου 47 του ν. 5209/2025 [με έναρξη ισχύος την 13.9.2025] με την ίδια ακριβώς νομοτυπική υπόσταση και τιμωρείται με την ίδια ποινή.

3. Για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 314 ΠΚ εγκλήματος (πλημμελήματος) της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: (α) πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου προσώπου που μπορεί να επέλθει είτε με θετική ενέργεια, είτε με παράλειψη, δεδομένου ότι με το άρθρο 314 προστατεύεται το έννομο αγαθό της υγείας σε όλες του τις μορφές ή άλλως η σωματική και λειτουργική ακεραιότητα και (β) το αποτέλεσμα της σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη.

Το αδίκημα της σωματικής βλάβης, που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου, είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια (ή παράλειψη), αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα και συνίσταται είτε στην πρόκληση σωματικής κάκωσης, είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος και διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή (βασικό έγκλημα) και σε εντελώς ελαφρά (προνομιούχο παραλλαγή), η οποία, χωρίς να είναι επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες.

Σωματική κάκωση συνιστά κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις και μπορεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, να είναι ταυτόχρονα και βλάβη της υγείας, που ως τέτοια χαρακτηρίζεται κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, ήτοι κάθε πρόκληση ή επίταση μιας παθολογικής κατάστασης του οργανισμού, που πρέπει να έχει κάποια χρονική διάρκεια, η οποία να απαιτεί μια (έστω και σύντομη) διαδικασία ίασης, στηριζόμενη είτε σε παροχή ιατρικής περίθαλψης, είτε στις φυσικές μόνο δυνάμεις του οργανισμού.

Εξάλλου, βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει χωρίς σωματική κάκωση ή μπορεί η μία να είναι συνέπεια της άλλης, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας ταυτόχρονα (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 446/2022), η δε πρόκληση ψυχικής διαταραχής συνιστά σωματική βλάβη εφόσον συνδυάζεται με ψυχοσωματικές διαταραχές, τέτοιες που να θεωρούνται παθολογικές (ΑΠ 402/2001, Μαργαρίτη ΕρμΠοινΚ 2020 αρθ. 308 αρ. 5, Ανδρουλάκη, Ειδικ. Μέρος Ποιν.Δικ. σελ. 126-128). Ο τρόπος πρόκλησης των σωματικών βλαβών δεν ορίζεται στον νόμο και, συνεπώς, αυτές μπορεί να επέρχονται με οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση επενέργεια στο σώμα ή με ψυχική επενέργεια, όπως λ.χ. η πρόκληση ισχυρού φόβου, που οδηγεί σε διαταραχή του νευρικού συστήματος [ΑΠ 588/2024]. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον προσδιορισμό με ακρίβεια του είδους της σωματικής κάκωσης ή της βλάβης της υγείας του παθόντος προκειμένου να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της σωματικής βλάβης. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 1438/2022, ΑΠ 446/2022, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 2055/ 2019).

4. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ΟΛΑΠ 1/2005].

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ` αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

5. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1477/2025, ΑΠ 594/2024, ΑΠ 310/2022).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν, κατ' έφεση, Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμό ΒΤ 2082/2025 απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στο Π. Φάληρο Αττικής, στις 07/02/2020, ο κατηγορούμενος Σ. Δ. του Α. , από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε εντελώς ελαφρά βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και κινούμενος με αυτό επί της οδού ... , με κατεύθυνση από την ... προς την οδό ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του και λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα, φθάνοντας στο ύψος του αριθμού ...

της οδού ... πλησίον του Ι.Ν. Παναγίτσας, κατά την προσπέραση από δεξιά του ποδηλάτου που οδηγούσε ο ανήλικος Κ. - Ι. - Δ. Λ. , κινούμενος επί της οδού ... , να προσκρούσει με το πίσω αριστερό μέρος του στη δεξιά πλευρά του ποδηλάτου, και από τη σύγκρουση να προκαλέσει την πτώση του ανηλίκου στο οδόστρωμα. Συνεπεία της πτώσης αυτής, ο ανήλικος παθών, ο οποίος πάσχει από αυτισμό, βίωσε φόβο και ταραχή.

Η ως άνω βλάβη της υγείας του κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως εντελώς ελαφρά και να πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, από απλή σωματική βλάβη από αμέλεια σε εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη από αμέλεια, να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη γι' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 Ν 4689/2020 διότι τελέστηκε πριν την 30η.04.2020 και τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι ο κατηγορούμενος Σ. Δ. του Α. , στον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο ως οδηγός Ι.Χ.Ε. οχήματος, ενώ ενεπλάκη σε οδικό τροχαίο ατύχημα από το οποίο επήλθε σωματική βλάβη σε άλλον, δεν έδωσε την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στον παθόντα και δεν ειδοποίησε την πιο κοντινή Αστυνομική Αρχή ούτε παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, και συγκεκριμένα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. όχημα, αν και έγινε υπαίτιος οδικού ατυχήματος, ως αναλυτικά υπό στοιχείο-1- του παρόντος προεκτίθεται, από το οποίο τραυματίστηκε ο ανήλικος Κ. - Ι. - Δ. Λ. , δεν έδωσε την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στον παθόντα, δεν ειδοποίησε την πιο κοντινή Αστυνομική Αρχή ούτε παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι να έρθει αυτή (Αστυν.

Αρχή), όπως όφειλε, αλλά έφυγε αμέσως μακριά. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της εγκατάλειψης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, καθόσον αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας έπαυσε υφ'όρον την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης από αμέλεια, και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της εγκατάλειψης του τόπου τροχαίου ατυχήματος από το οποίο επήλθε σωματική βλάβη άλλου [ήτοι για παράβαση του άρθρου 43 παρ.2 περ.

α, β και 4 του ΚΟΚ], σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης του ότι: "Στο Π. Φάληρο Αττικής, στις 07/02/2020 ως οδηγός Ι.Χ.Ε. οχήματος, ενώ ενεπλάκη σε οδικό τροχαίο ατύχημα από το οποίο επήλθε σωματική βλάβη σε άλλον, δεν έδωσε την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στον παθόντα και δεν ειδοποίησε την πιο κοντινή Αστυνομική Αρχή ούτε παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, και συγκεκριμένα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. όχημα, αν και έγινε υπαίτιος οδικού ατυχήματος, ως αναλυτικά υπό στοιχείο -1- του παρόντος προεκτίθεται, από το οποίο τραυματίστηκε ο ανήλικος Κ. - Ι. - Δ. Λ. , δεν έδωσε την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στον παθόντα, δεν ειδοποίησε την πιο κοντινή Αστυνομική Αρχή ούτε παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι να έρθει αυτή (Αστυν.

Αρχή), όπως όφειλε, αλλά έφυγε αμέσως μακριά.".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και νόμιμης βάσης, καθόσον έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 παρ.2 περ.

α, β και 4 του ν. 2696/1999. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται σ` αυτήν το είδος της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας που υπέστη ο παθών και μάλιστα στο σκεπτικό αναφέρεται ότι η βλάβη της υγείας που υπέστη ο ανήλικος παθών συνίσταται στο ότι αυτός βίωσε φόβο και ταραχή, χωρίς να υπάρχουν παραδοχές ότι προκλήθηκε περαιτέρω στον παθόντα, λόγω των συναισθημάτων αυτών, μόνιμη ή προσωρινή δυσλειτουργία, όχι πάντως στιγμιαία, που να απαιτεί έκτακτη διαδικασία αποκατάστασης, επειδή επηρεάστηκε η ψυχική υγεία του θύματος, ενώ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχεία 3 σκέψη της παρούσας, η πρόκληση ψυχικής διαταραχής συνιστά σωματική βλάβη εφόσον συνδυάζεται με ψυχοσωματικές διαταραχές, τέτοιες που να θεωρούνται παθολογικές.

Επιπλέον, στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο ανήλικος τραυματίστηκε στο άνω τροχαίο ατύχημα, πλην όμως δεν περιέχονται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να προσδιορισθεί σε τί συνίστανται η ''σωματική κάκωση'' που υπέστη. Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ.2 περ.

α, β και 4 του ν. 2696/1999, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή τους και αναφορικά με το αν ο παθών υπέστη σωματική βλάβη στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εγκατάλειψης του τόπου τροχαίου ατυχήματος, απαιτείται να προκλήθηκε σωματική βλάβη κάποιου.

Επομένως ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' και Ε` ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 518 παρ.2 και 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. ΒΤ 2082/2025 απόφαση του Β` Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την αναφερομένη στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης υπόθεση προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ