Supreme Court dismisses appeal against insurance liability verdict for traffic accident, upholding lower court's factual findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding liability for a traffic accident. The appellant argued that the appellate court erred in evaluating evidence and assigning exclusive fault to him while absolving the insured driver. The court rejected these claims, stating that the lower court properly assessed the evidence and did not commit a legal error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the original verdict stands.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 561, 495, 176, 183 ΚΠολΔ: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated; the appellate court's evaluation of facts and evidence is generally not reviewable unless a clear legal error occurred in applying the law to the proven circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 454 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 454/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Διαλινάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 29-11-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 26-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 92206/5140/2015 αγωγή των Μ. Β. και Β. Ζ., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 500/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5810/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 52/2019).
Για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 421/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 682/2019).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 259/2019).
Όταν δε για τη θεμελίωση του ίδιου, ως άνω, λόγου, γίνεται επίκληση παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει για το ορισμένο και, συνεπώς, παραδεκτό αυτού να αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ποιά, συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν, ως και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε, δηλαδή, η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτήρισε εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, που το δικαστήριο, είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 421/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020).
Αν ελλείπουν τα ανωτέρω στοιχεία, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), που αφορούν τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ` αυτό οδηγών, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....
από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος C. M. και την ανωμοτί, κατ' άρθρο 415-417 του ΚΠολΔ, εξέταση του πρώτου ενάγοντος Μ. Β. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα η δεύτερη εκκαλούσα και ο εφεσίβλητος, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα και οι μαρτυρικές καταθέσεις της σχηματισθείσας σχετικής προανακριτικής δικογραφίας και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 1-8-2014 και περί ώρα 21.40'; στην Ηλιούπολη Αττικής, η μη διάδικος, στην παρούσα, κατ' έφεση, δίκη Β. Ζ., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας του μη διαδίκου στην παρούσα, κατ' έφεση δίκη Μ. Β., που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτών, στην δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και κινείτο, σε ευθεία πορεία, στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, με κατεύθυνση από Βούλα προς Αθήνα.
Η ως άνω οδός είναι μονής κατεύθυνσης, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων και αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους καθεμίας 3,50 μέτρων, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με κατά μήκος διαγραμμίσεις. Κατά την ως άνω ώρα, ήταν νύκτα, με επαρκή τεχνητό φωτισμό, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική.
Το ανώτατο δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κατά την ίδια ώρα, στην ίδια οδό και πίσω από το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κινείτο η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κυριότητας του ενάγοντος Μ. Β., που οδηγούσε ο ίδιος, με ταχύτητα τουλάχιστον 65 χιλιομέτρων ανά ώρα.
Όταν ο ενάγων, έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 159 της ως άνω οδού, προτιθέμενος να προσπεράσει με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, από αριστερά, το κινούμενο, στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Β. Ζ., άρχισε να ενεργεί, με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, αιφνίδια και χωρίς έλεγχο, προσπέρασμα, από αριστερά, του προπορευόμενου στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και να κινείται, με τη μοτοσικλέτα του, εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας και ειδικότερα στο εναπομένον άκρο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος της πρώτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας, πλάτους 1,10 μέτρων περίπου, με ταχύτητα τουλάχιστον 65 χιλιομέτρων ανά ώρα. Καθόν χρόνον ο ενάγων ενεργούσε το προσπέρασμα και κινείτο, με την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του στο αριστερό άκρο της πρώτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας, παραπλεύρως και αριστερά του προπορευόμενου στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και η τελευταία, ενώ ήταν όρθια και εν κινήσει ήλθε σε επαφή με το κινούμενο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και άρχισε να σύρεται, με την δεξιά πλευρά της, καθόλο το μήκος της αριστερής πλευράς του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, από το οπίσθιο αριστερό φτερό και ζάντα αυτού έως το εμπρόσθιο αριστερό φτερό και καθρέπτη αυτού και στη συνέχεια, η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος ανατράπηκε, προς τα αριστερά, έπεσε στο οδόστρωμα, μαζί με τον οδηγό της και σύρθηκε σε απόσταση 42,50 μέτρων, με την αριστερή πλευρά της κατά μήκος της πρώτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας της ίδιας οδού και στο αριστερό άκρο αυτής. Συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος, αμφότερα τα ως άνω οχήματα υπέστησαν φθορές και τραυματίστηκε ο ενάγων Μ.
Β.. Ειδικότερα, αυτός υπέστη κακώσεις και εγκαύματα τριβής, με δερματικό έλλειμμα, στο αριστερό πόδι του και στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού ποδιού του καθώς και κακώσεις στα δάκτυλα του αριστερού χεριού του και στο δεξιό αντιβραχιόνιο. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, περί των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, αποδείχθηκαν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως: 1) από το, με ημερομηνία 1-8-2014, πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ένδικου ατυχήματος, που έχει συντάξει ο αστυφύλακας Ε.
Ι., όπου εμφαίνεται η οδός Εθνικής Αντιστάσεως, στο ύψος του αριθμού 159, οι τρεις λωρίδες κυκλοφορίας αυτής, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος (10,50 μ.) αυτής, καθώς και οι προερχόμενες, από την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος χαραγές, μήκους 42,50 μέτρων, επί του οδοστρώματος της πρώτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας και στο αριστερό άκρο αυτής, η αρχή των οποίων (χαραγών) απέχει 1,10 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο της οδού, 2) από την με ίδια ημερομηνία έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που έχει συντάξει ο ίδιος αστυφύλακας, στην οποία αναφέρονται, πλην των άλλων, οι φθορές που έχουν υποστεί τα ως άνω οχήματα και ειδικότερα ότι το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο υπέστη φθορές στην αριστερή πλευρά του (θύρες, μασπιέ, καθρέπτης, φτερό, οπίσθια ζάντα) και ότι η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα υπέστη φθορές στην αριστερή πλευρά της, στην δεξιά πλευρά της και στα πλαστικά μέρη της εμπρόσθιας επιφάνειας αυτής, 3)από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες της υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, στις οποίες εμφαίνονται φθορές στην δεξιά και στην αριστερή πλευρά αυτής καθώς και στο δεξιό τιμόνι της, στην πλαστική θήκη του δεξιού τιμονιού και στον δεξιό καθρέπτη της και 4) από την με ημερομηνία 15-12-2014 έκθεση εξέτασης της κατηγορουμένης Β. Ζ., καθώς και από την με ημερομηνία 1-8-2014 υπεύθυνη δήλωση αυτής, προς την ασφαλιστική εταιρεία "...", η οποία αναφέρει ότι ενώ αυτή οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ο ενάγων, Μ. Β., ενήργησε, αιφνίδιο, με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, προσπέρασμα του αυτοκινήτου της, από αριστερά, εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας, και αφού η μοτοσικλέτα του σύρθηκε, καθόλο το μήκος της αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου της, ανατράπηκε και σύρθηκε στο οδόστρωμα.
Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ενήργησε, με το ως άνω αυτοκίνητο, αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας και ότι αυτό εισήλθε από τη μεσαία, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και επέπεσε, με την αριστερή πλευρά του, στην δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του.
Η δε από 12-12-2014 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος C. M., καθώς και η ένορκη κατάθεση αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος καταθέτει ότι είδε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο να εισέρχεται, αιφνίδια, από τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρούεται με την κινούμενη στην αριστερή λωρίδα υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο πειστική, για τον σχηματισμό πλήρους αντίθετης δικανικής πεποίθησης, καθόσον εάν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο είχε εισέλθει από τη μεσαία στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και είχε επιπέσει στην μοτοσικλέτα του ενάγοντος Μ.
Β., θα είχε εμπλακεί, στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του ως άνω μάρτυρος, αφού, όπως ο ίδιος καταθέτει, αυτός (C. M.), οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και σε απόσταση 5 μέτρων πίσω από την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα του ενάγοντος, με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων ανά ώρα.
Με τα δεδομένα αυτά, το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και συνακόλουθα ο ένδικος τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητά του, διότι αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτής και την εποπτεία της οδού και με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, αλλά και την επιβαλλόμενη, ενόψει της νυκτερινής ώρας και προτιθέμενος να ενεργήσει, με την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, προσπέρασμα, από αριστερά, του προπορευόμενου στην αριστερή λωρίδα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που οδηγούσε η Β. Ζ., δεν βεβαιώθηκε, προηγουμένως, ότι μπορεί να το κάνει, χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, αλλά άρχισε να ενεργεί το προσπέρασμα και κινήθηκε, με την μοτοσικλέτα του, παράλληλα, με το ως άνω αυτοκίνητο, μέσα στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας (αριστερή), μολονότι αυτό απαγορεύεται, και χωρίς να αφήσει, όπως υποχρεούτο, στο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. προπορευόμενο αυτοκίνητο, κατά το προσπέρασμα, αρκετό χώρο παραπλεύρως αυτού, με αποτέλεσμα ο ενάγων να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και η τελευταία (... δίκυκλη μοτοσικλέτα) να συρθεί, εν κινήσει, με την δεξιά πλευρά της, κατά μήκος της αριστεράς πλευράς του ως άνω αυτοκινήτου και στη συνέχεια, αυτή να ανατραπεί και να συρθεί στο οδόστρωμα, κατά μήκος του αριστερού άκρου της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και να τραυματισθεί ο ενάγων.
Με τη συμπεριφορά του αυτή, ο ενάγων, Μ. Β., παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 5, 8 εδ. α' και γ', 19 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. υποχρεώσεις του, η παραβίαση των οποίων τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος. Στοιχεία, που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα της οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Β. Ζ., στην πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, αυτή οδηγούσε, κανονικά, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνεχώς, στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, με ευθεία πορεία και με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων ανά ώρα και προπορευόταν της υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος, όση δε επιμέλεια και αν κατέβαλλε αυτή, δεν θα μπορούσε να αποφύγει το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ειδικότερα αυτή δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο οδηγός της όπισθεν αυτής κινούμενης μοτοσικλέτας (ενάγων), θα επιχειρούσε προσπέρασμα του αυτοκινήτου της, εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας, χωρίς να αφήσει αρκετό χώρο παραπλεύρως του αυτοκινήτου της και ότι η ως άνω μοτοσικλέτα θα συρόταν, εν κινήσει, με την δεξιά πλευρά της, καθόλο το μήκος της αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου της.
Συνεπώς, η οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "...", υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ουδεμία διάταξη του Κ.Ο.Κ. παραβίασε και ουδεμία αμέλεια επέδειξε, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα .....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε ως και κατ`ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, τον οποίο πρόβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε, με τον πρώτο λόγο της, από 12-4-2017, εφέσεώς της, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του συνακόλουθου τραυματισμού του και ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την προαναφερόμενη έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης 500/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη, από 3-8-2015, αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, προσάπτει, στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "..... το αυτοκίνητο της ασφαλισμένης για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, οδηγού, κινείτο επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και ότι πίσω από αυτό κινούνταν η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ίδιος και στην προσπάθειά του να προσπεράσει από αριστερά το προπορευόμενο όχημα έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, ήρθε σε επαφή με το αυτοκίνητο, συμπορεύθηκε για ένα διάστημα, στη συνέχεια ανατράπηκε και σύρθηκε σε απόσταση 42,50 μ.", κρίνοντας αυτόν αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, εσφαλμένα ερμήνευσε το αποδεικτικό υλικό και τα διδάγματα της κοινής πείρας προς θεμελίωση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (βλ.
σελίδα 2 στοίχος 9 επ. και σελίδα 12 στοίχος 7-11). Ο λόγος αυτός, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται, κατά την προηγηθείσα στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως:
α) ποιές είναι οι (συγκεκριμένες) διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου οι οποίες παραβιάστηκαν, β) δεν παρατίθενται, στο αναιρετήριο, ποιες είναι οι συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως με τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (των οποίων φερόμενων ως παραβιασθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά, στο αναιρετήριο, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε), με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο και γ) ποιο είναι το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε διαλαμβάνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο, το Εφετείο, υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια.
Απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, είναι ο ίδιος λόγος και ως προς το σκέλος του, που αφορά την επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού δεν αναφέρεται ποιά, συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάσθηκαν, ούτε ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν αυτά, ως και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε.
Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός αφορά κατ`επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. σελίδες 3-11) και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από τον αναιρεσείοντα, που, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 1455/2009). Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε αμέσως παραπάνω. Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 750/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο:
α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα C. M., καθώς και το σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και β) δέχθηκε ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη και ειδικότερα έκρινε ως αξιόπιστη την κατάθεση της οδηγού του αυτοκινήτου ως προς τη θέση και κίνηση των οχημάτων στην οδό.
Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, δεν συνιστούν αυτοτελώς "πράγματα" κατά την έννοια από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά αντίθετα συνιστούν εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, το Εφετείο, αφενός έλαβε υπόψη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος και την από 12-12-2014 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος C.
M., καθώς και την κατάθεση αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως και το από 1-8-2014 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ένδικου ατυχήματος, που έχει συντάξει ο αστυφύλακας Ε. Ι. και την από την με ίδια ημερομηνία έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που έχει συντάξει ο ίδιος αστυφύλακας, αφετέρου διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και, συγκεκριμένα, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση καθώς και την από 15-12-2014 έκθεση εξέτασης της Β.
Ζ. και την από 1-8-2014 υπεύθυνη δήλωση αυτής, προς την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως αβάσιμα, ο αναιρεσείων, ισχυρίζεται. Μάλιστα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει και, χωρίς να είναι απαραίτητο, εξειδικεύει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά της, ως και τις επί μέρους σκέψεις του δικαστηρίου, βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση της ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οδηγού.
Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς τα παραπάνω ζητήματα.
Επομένως δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016 ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 4-3-2020 (αριθμό καταθέσεως 2468/251/2020), αίτηση για αναίρεση της 5810/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως παραβόλου.
Επιβάλλει, σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ