Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the first-instance judgment was not final regarding a necessary co-plaintiff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment as inadmissible. The court found that the appealed decision had not become final regarding a necessary co-plaintiff who was absent from the trial. Consequently, the appeal was rejected because the judgment remained subject to the ordinary appeal remedy for that co-plaintiff.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1b), 577, 309(1), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; A first-instance judgment is subject to cassation only after it has ceased to be subject to the ordinary appeal remedy, which occurs when the judgment becomes final for all necessary co-litigants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 454 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 454/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Σ. του Ι. και της Β., 2) Β. χήρας Ι. Σ., το γένος Θ. και Α. Κ., κατοίκων ... Λάρισας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Γκότη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-01-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η απόφαση: 462/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 503 παρ. 1 και 518 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, αν δε δεν επιδοθεί η απόφαση η προθεσμία της έφεσης είναι δύο χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι επί ερήμην αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η προθεσμία της εφέσεως αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και συντρέχει με την προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η προθεσμία της εφέσεως εκπνέει με την πάροδο διετίας από τη δημοσίευσή της, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν αρχίζει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία είναι πάντοτε γνησία και δεν αρχίζει χωρίς την προηγουμένη επίδοση της ερήμην αποφάσεως (ΑΠ 1534/2005) Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είτε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης ,η οποία αρχίζει ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει τα εν λόγω ένδικα μέσα ΑΠ 818/2020).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης του άρθρου 553ΚΠολΔ, προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1, 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη προτού, δηλαδή, γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76παρ1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ,έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη ,έστω και αν αυτός ,σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 241/2015).
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας ως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει, παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνον ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ239/2020). Εξάλλου, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος ίδιον αυτού δικαίωμα, πρέπει να απευθύνει την ασκούμενη, κατ` άρθρο 6 παρ. 2 του ν.2664/1998, αγωγή του περί αναγνώρισης του θιγομένου δικαιώματός του και διόρθωσης της πρώτης εγγραφής κατά πάντων των αναγραφομένων ως δικαιούχων στα κτηματολογικά φύλλα, και σε περίπτωση αποβίωσης τους κατά των καθολικών διαδόχων τους (ΑΠ 1152/2018).
Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι κατά των νομιμοποιουμένων πιο πάνω ως εναγομένων υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 76 παρ. 1 περ. γ ΚΠοΛΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για την αποφυγή διάσπασης της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα στο οποίο έχουν καταχωρισθεί αυτοί (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 774/2016).
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των εναγομένων όταν φέρονται ως δικαιούχοι περισσότερα άτομα για την ίδια μερίδα στο ίδιο κτηματολογικό φύλλο με το ίδιο ΚΑΕΚ και όχι όταν πρόκειται για διαφορετικές μερίδες με διαφορετικά κτηματολογικά φύλλα με διαφορετικά ΚΑΕΚ που αναφέρονται σε ξεχωριστά τμήματα ακινήτου, όπου ο καθένας των εναγομένων φέρεται ως δικαιούχος ξεχωριστού τμήματος, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν συνδέονται οι εναγόμενοι μεταξύ τους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 23-03-2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υποστήριξαν ότι ο μεν πρώτος αυτών είναι ψιλός κύριος, η δε δεύτερη επικαρπώτρια του επίδικου ακινήτου έκτασης 3516,90 τμ, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας ...
στη θέση ..., καθώς και ότι δήλωσαν τα άνω εμπράγματα δικαιώματά τους κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, ωστόσο αυτά δεν αποτυπώθηκαν με ξεχωριστό ΚΑΕΚ το καθένα, αλλά το επίδικο ακίνητο κατατμήθηκε σε δύο τμήματα, εκ των οποίων: Α) το πρώτο, 2120,83 τμ, συμπεριλήφθηκε στο ευρύτερης έκτασης 4429 τμ γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...
και με φερόμενους δικαιούχους τον Δ. Σ., δικαιοπάροχο των πρώτης, δεύτερης και τρίτου των εναγομένων σε ποσοστό 37,5%πλήρους κυριότητας και σε ποσοστό 12,5% κατά ψιλή κυριότητα και τον τέταρτο εναγόμενο, σε ποσοστό 37,5% πλήρους κυριότητας και σε ποσοστό 12,5% κατά ψιλή κυριότητα και την πέμπτη εναγομένη ως δουλειούχο του δικαιώματος της ισόβιας επικαρπίας και Β) το δεύτερο έκτασης 1396,07 τμ συμπεριλήφθηκε στο ευρύτερης έκτασης, 11537 τμ, γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...
και με φερόμενους δικαιούχους «άγνωστο» σε ποσοστό 75% και την έκτη εναγομένη σε ποσοστό 25%. Ζητούσαν δε να αναγνωριστούν δικαιούχοι στα άνω ακίνητα οι ίδιοι με βάση τα αναφερόμενα δικαίωματά τους, να αποτυπωθεί το ακίνητο τους ως αυτοτελές γεωτεμάχιο και να διορθωθούν οι άνω εγγραφές. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο δεύτερο γεωτεμάχιο φέρονται συνδικαιούχοι αυτού κατά το ποσοστό 75% που σε άγνωστο δικαιούχο, δηλαδή στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά ποσοστό 25% στην έκτη εναγομένη Μ.
Α.. Με την προσβαλλόμενη 462/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που εκδόθηκε ερήμην των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτου και έκτης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι ο μεν πρώτος από αυτούς είναι κύριος κατά ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 100% και η δεύτερη από αυτούς είναι δουλειούχος εφ' όρου ζωής του δικαιώματος της προσωπικής δουλείας επικαρπίας σε ποσοστό 100% των ακινήτων, με έκταση 2120,83τμ και 1396,07τμ, που αντιστοιχούν στο επίδικο ακίνητο και συναποτελούν το υπό δημιουργία νέο κτηματολογικό φύλλο έκτασης 3516,90τμ.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι πρώτη, δεύτερος, τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι δεν είναι αναγκαίοι ομόδικοι των έκτης και εβδόμου των εναγομένων αφού φέρονταν στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας κύριοι γεωτεμαχίων με διαφορετικά ΚΑΕΚ, και σε διαφορετικά τμήματα του επιδίκου ακινήτου, έτσι ώστε να είναι απλοί ομόδικοι προς τους τελευταίους, ενώ αντιθέτως οι έκτη και έβδομο των εναγομένων, συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού φέρονται ως συνδικαιούχοι στην ίδια κτηματική μερίδα με το ίδιο ΚΑΕΚ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αναίρεσης αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λάρισας στις 18-06-2019, η δε επίδοση της προσβαλλόμενης 462/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας προς το αναιρεσείον (έβδομο εναγόμενο) έγινε στις 16-04-2019, όπως προκύπτει από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη .../16-4-2019 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Ζήση, ενώ στην αναγκαία ομόδικο του (αναιρεσείοντος) Μ.
Α. (έκτη εναγομένη), η οποία είχε δικαστεί ερήμην ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και, δη, στις 26-08-2019, ως προκύπτει από την νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη .../26-8-2019 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας Θωμά Γκουντρουμπή.
Επομένως, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς την αναγκαία ομόδικο του αναιρεσείοντος Μ. Α. και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αφού ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957και την, κατ` εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 14-06-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 462/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ