454/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated454/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το κύρος της ρητής ή σιωπηρής αποδοχής της τελεσίδικης αποφάσεως, αφού ενέχει, ως άνω, παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου, που υπογράφει τη ρητή αποδοχή της τελεσίδικης αποφάσεως ή προβαίνει σε πράξη, από την οποία συνάγεται η πρόθεση αποδοχής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 454 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 454/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πασσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/01/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 833/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/5/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(I).- Από το συνδυασμό των (ισχυόντων) άρθρων 294, 295, 296, 299, 96, 98, 68, 73, 513, 552, 573 παρ.1, 553 παρ.1 στοιχείο (β), 556 παρ.2, 566 παρ.1, 309 εδ. (α), 495 παρ.1, 577 ΚΠολΔ και 238 ΑΚ προκύπτουν (και) τα εξής: Σε αναίρεση υπόκειται η δικαστική απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικης δηλ. εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (ΑΠ ολ. 5/2001, ΑΠ 891/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Η αποδοχή της τελεσίδικης αποφάσεως, πριν από την άσκηση του έκτακτου ένδικου μέσου της αναιρέσεως, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως κατ' αυτής (αποφάσεως) αναιρέσεως* δύναται δε, η αποδοχή να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση του νόμιμου διαδικαστικού τύπου, κατά το ισχύον άρθρο 297 ΚΠολΔ είτε σιωπηρώς, με πράξεις (ή πράξη), από τις οποίες σαφώς συνάγεται η πρόθεση (σκοπός) αποδοχής.
Η δήλωση δηλ. για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο νόμιμος διαδικαστικός τύπος, κατά το ισχύον άρθρο 297 ΚΠολΔ, εφ' όσον ο τύπος αυτός αφορά, αποκλειστικά, την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος τακτικού ή έκτακτου ένδικου μέσου. Η αποδοχή της τελεσίδικης αποφάσεως, μετά την άσκηση κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως, έχει την έννοια της παραιτήσεως από την αναίρεση, όμως, δύναται να γίνει μόνο ρητώς, με την τήρηση του νόμιμου διαδικαστικού τύπου [ισχύον άρθρο 297 ΚΠολΔ].
Για το κύρος της ρητής ή σιωπηρής αποδοχής της τελεσίδικης αποφάσεως, αφού ενέχει, ως άνω, παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου, που υπογράφει τη ρητή αποδοχή της τελεσίδικης αποφάσεως ή προβαίνει σε πράξη, από την οποία συνάγεται η πρόθεση αποδοχής.
Η ακυρότητα από την έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας μπορεί να θεραπευθεί, με την εκ των υστέρων έγκριση, ρητή ή σιωπηρή, από τον ενδιαφερόμενο διάδικο των πράξεων, που έγιναν, οπότε η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως ισχυροποιείται, αναδρομικώς. Δικονομική έννομη συνέπεια της νόμιμης αποδοχής τελεσίδικης αποφάσεως είναι η απόρριψη της ασκηθείσης κατ' αυτής αναιρέσεως, ως απαράδεκτης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ ολ. 15/2008, ΑΠ 604/2018, ΑΠ 1204/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 20.5.2019 (Γ.Α.Κ. ... / Ε.Α.Κ. ... / 21.5.2019 - Εφετείο Αθηνών και Α.Δ. ..2 / 28.6.2019 - Αρειος Πάγος) αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ι. Σ. του Β., δικηγόρου, κατοίκου ... κατά του αναιρεσίβλητου Β. Σ. του Ι., δικηγόρου, κατοίκου .... Προσβάλλεται δε, η 833/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 12.2.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 14.2.2018 (Γ.Α.Κ. ... / Ε.Α.Κ. ... / 14.2.2018 - Πρωτοδικείο Αθηνών) εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος.
Εκκαλούμενη ήταν η 4/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 16.1.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16.1.2017 (Γ.Α.Κ. ... / Ε.Α.Κ…. / 29.3.2017) καταψηφιστικής αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Με την 4/2018 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και, στη συνέχεια, έγινε μερικώς δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία, για το ποσό των (72.750) ευρώ, καταβλητέο με το νόμιμο δικονομικό τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με την 833/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 4/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή, κριθείσα νόμιμη, έγινε μερικώς δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία, ειδικότερα, για το ποσό των (6.000) ευρώ, καταβλητέο με το νόμιμο δικονομικό τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [ισχύοντα άρθρα 614, 622 Α, 591 παρ.7 ΚΠολΔ], Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 21.5.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 12.2.2019 [ισχύοντα άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 833/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Ο αναιρεσίβλητος, με τις από 21.1.2020 νόμιμες έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε, αυθημερόν [21.1.2020], στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου [ισχύον άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ], προβάλλει τον ισχυρισμό - ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, συνεπεία "ολικής αποδοχής" από τον αναιρεσείοντα της 833/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος επικαλείται πράξεις, που φέρονται, ως δηλωτικές αποδοχής της 833/2019 αποφάσεως και έγιναν, τον Ιούνιο 2019 και Ιούλιο 2010, δηλ. μετά την άσκηση, την 21.5.2019, ως άνω, της αιτήσεως αναιρέσεως πλην όμως, δεν επικαλείται -ούτε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας- ρητή αποδοχή, με την τήρηση του νόμιμου διαδικαστικού τύπου, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ και η συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, στη νόμιμη δικάσιμο (11.2.2020), έγινε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επομένως, η ένσταση του αναιρεσίβλητου περί απαραδέκτου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη, αβάσιμη και απορριπτέα. Κατ' ακολουθία, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [ισχύοντα άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Επίσης, ο αναιρεσίβλητος, με τις ίδιες πιο πάνω έγγραφες προτάσεις του, προβάλλει το αίτημα για συνεκδίκαση [άρθρα 246, 573 ΚΠολΔ] της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τις εκκρεμείς, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς συζήτηση στην ίδια ως άνω νόμιμη δικάσιμο (11.2.2020) και ομοίου, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, περιεχομένου αιτήσεις αναιρέσεως (ί).- από 20.5.2019 (Γ.Α.Κ. ... / Ε.Α.Κ. ... / 21.5.2019 - Εφετείο Αθηνών και Α.Δ.
…3 / 28.6.2019 - Άρειος Πάγος) του αναιρεσείοντος Ν. Τ. του Σ. κατά του αναιρεσίβλητου Β. Σ. του Ι. δια της οποίας προσβάλλεται η 834/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και (ii).- από 20.5.2019 (Γ.Α.Κ. ... / Ε.Α.Κ. ... / 21.5.2019 - Εφετείο Αθηνών και Α.Δ. …4 / 28.6.2019 - Αρειος Πάγος) του αναιρεσείοντος Γ. Ξ. του Ν. κατά του αναιρεσίβλητου Β.
Σ. του Ι. δια της οποίας προσβάλλεται η 830/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το αίτημα αυτό είναι χωρίς αντικείμενο και απορριπτέο, αφού οι υπό στοιχεία (i) και (ii) αιτήσεις αναιρέσεως εκδικάσθηκαν, κατά την αυτή νόμιμη δικάσιμο (12.2.2020), υπό την ιδία σύνθεση, με διαφορετικό Εισηγητή.
(II).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το (ισχύον) άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) ενώ, αβάσιμος, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ και απορριπτέος, είναι λόγος αναιρέσεως, αν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ.
όταν υποστηρίζεται, με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση, που προσβάλλεται, προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1611/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως [ισχύοντα άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ 780/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
(III).- Από τα άρθρα 294 εδ. (α), 295 παρ.1, 297, 94 παρ.1, 97, 98 περ. (β), 188 παρ.1, 189 παρ.1, 190, 191, 192, 176, 178, 179 ΚΠολΔ -όπως τα άρθρα 294, 297 και 192 ΚΠολΔ ίσχυσαν πριν από το άρθρο δεύτερο - άρθρο 1 παρ.2, το άρθρο πρώτο - άρθρο 1 παρ.2 και το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015) καθώς και όπως τα άρθρα 178 παρ.1 και 179 ΚΠολΔ ίσχυσαν μέχρι 1.1.2002 και ήδη ισχύουν, από 1.1.2002, κατά τα άρθρα 2 ν. 2915/2001 (ΦΕΚ Α. 109 / 29.5.2001) και 15 ν. 2943/2001 (ΦΕΚ Α. 203 / 12.9.2001)- συνάγονται τα παρακάτω:
Η παραίτηση από το δικόγραφο αγωγής, ως διαδικαστικής πράξεως, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, γίνεται, χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου είτε με δήλωση του ενάγοντος, στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον εναγόμενο έχει δε, ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα και η δίκη καταργείται.
Αν ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, εξομοιώνεται με διάδικο, που ηττάται και γεννάται αξίωση του εναγομένου για απόδοση των απαραίτητων (αναγκαίων), μέχρι τον χρόνο της παραιτήσεως, εξώδικων και δικαστικών εξόδων του. Στα έξοδα αυτά περιλαμβάνεται και η αμοιβή, κατά την ισχύουσα διατίμηση, του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη των κατατεθεισών προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε.
Ως γενεσιουργό αιτία, η συγκεκριμένη αξίωση για τα έξοδα έχει την παραίτηση του ενάγοντος, αφ' ότου γεννάται και η αντίστοιχη υποχρέωσή του προς ικανοποίησή της. Δικαιούχος των εξόδων είναι ο εναγόμενος -όχι ο δικηγόρος του- και για την επιδίκασή τους, δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταβολή τους από τον εναγόμενο στον δικηγόρο του.
Τη δυνατότητα ολικού ή μερικού συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, που το δικαστήριο της ουσίας έχει είτε υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλ. πριν από το ν. 2915/2001 είτε υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, ήτοι μετά το ν. 2915/2001, από 1.1.2002, έχει, σε κάθε περίπτωση και επί παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής.
Ειδικότερα, ο νομοθέτης δεν θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 179 ΚΠολΔ και στην περίπτωση παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, εφ' όσον την εφαρμογή της επιβάλλει η αρχή της επιείκειας, που αποτέλεσε το λόγο θεσπίσεως του συγκεκριμένου άρθρου ώστε να παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η ευχέρεια να μετριάσει τις οικονομικές συνέπειες από την εφαρμογή της αρχής της ήττας, κατά το άρθρο 176 ΚΠολΔ.
Το δικαστήριο της ουσίας, επί παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωνής, έχει τη δυνατότητα ολικού ή μερικού συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, ακόμη και αν κρίνει, υπό το νομοθετικό καθεστώς πριν από το ν. 2915/2001 ότι θα υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης ή υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς μετά το ν. 2915/2001 ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που ήταν εφαρμοστέος στην υπόθεση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Η προϋπόθεση, που θέτει το ισχύον άρθρο 179 ΚΠολΔ για τον ολικό ή μερικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, δηλ. να είναι ιδιαίτερα δυσχερής η ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που 'εφαρμόσθηκε', αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον της περατώσεως της δίκης, με την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της διαφοράς (ΑΠ 1034/2012, ΑΠ 892/1983 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων, ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου ή ο ολικός συμψηφισμός τους απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφορά εκτίμηση πραγμάτων και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εφ' όσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οικείου κανόνος δικαίου (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 678/2016).
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 833/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ευθέως παραβίασε το άρθρο 179 ΚΠολΔ, και δη, παραβίασε το άρθρο 179 ΚΠολΔ, που εφήρμοσε, με τη μη ορθή υπαγωγή, σε αυτό, των πραγματικών περιστατικών, τα οποία, ανελέγκτως, έκρινε, ως αποδεδειγμένα. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφέρει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να αποφανθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση ιδιαίτερης δυσχέρειας, ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι στην με ημερομηνία 28.12.2015 κύρια αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του ιδίου (αναιρεσείοντος), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το δικόγραφο της οποίας ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε, στηρίχθηκε, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, στην ιδιαίτερη δυσχέρεια για την ερμηνεία κανόνων δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι σε άλλες μεταξύ αυτών, ως διαδίκων, δίκες και όχι στην ιδιαίτερη δυσχέρεια για την ερμηνεία κανόνων δίκαιου, που ήταν εφαρμοστέοι, κατά την έρευνα της από 28.12.2015 κύριας αγωγής.
Από την Γ.Α.Κ. ... / Ε.Α.Κ. .. / 29.3.2017 ένδικη αγωγή και την 833/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τις οποίες παραδεκτώς επισκοπεί ο Αρειος Πάγος, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη, χάριν της εξετάσεως του δεύτερου λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:
-Η ένδικη αγωγή αφορά την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, που ανέρχονται στο ποσό των (97.976,19) ευρώ, μετά την παραίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου Β. Σ. του Ι. από το δικόγραφο της με ημερομηνία 28.12.2015 αγωγής του κατά του ήδη αναίρεσείοντος Ι. Σ. του Β., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 833/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη: "Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) άσκησε, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εναντίον του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσείοντος), υιού του και κατά άλλων τριών φυσικών προσώπων και, συγκεκριμένα, κατά των Γ. Ξ., Ν.
Τ. και Α. Α. την από 28.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης 121293/2015 αγωγή, στην οποία εξέθετε ότι με τα κεφάλαια, που απέκτησε από πώληση μετοχών και, κυρίως, από την πώληση μετοχών της COSMOTE και από τα μερίσματα, που του απέφεραν οι αναφερόμενες στην αγωγή συμμετοχές, προέβη σε νέες επενδύσεις, που αφορούσαν αγορές πλοίων, ακινήτων, κινητών αξιών, τραπεζικών προϊόντων και σε επενδύσεις σε funds.
Ότι την επιχειρηματική του δραστηριότητα άσκησε, μέσω εξωχώριων εταιρών, με έδρα τη ... και, συγκεκριμένα, των εταιριών ... LTD. Ότι σύμφωνα με το δίκαιο της ...ς, οι εταιρίες συστήνονται από τον ιδρυτή, μετά από εντολή, που λαμβάνει από συγκεκριμένο πρόσωπο, προς τούτο και, αφού εγγράφονται στο μητρώο, ο ιδρυτής μεταβιβάζει - εκχωρεί όλα τα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων τα μετοχικά δικαιώματα και την αξίωση προς την εταιρία για την έκδοση και παράδοση των μετοχών στον εντολέα, συντάσσοντας, προς τούτο, σχετική πράξη μεταβίβασης - εκχώρησης (Transfer of Subscription), στην οποία δεν αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου - εκδοχέα, ο οποίος μπορεί να το συμπληρώσει, αν επιθυμεί να αποκαλυφθεί.
Ότι παράλληλα, ο ιδρυτής παραδίδει και όλα τα τυπικά έγγραφα της εταιρίας, που συστήθηκε, στον εντολέα του - εκδοχέα (έντυπες κενές ασυμπλήρωτες μετοχές, καταστατικό κ.λπ.). Ότι ακολούθως, συγκαλείται από τον εκδοχέα - δικαιούχο της εταιρίας ή τον εξουσιοδοτημένο εντολοδόχο του, οργανωτική συνέλευση, διορίζονται τα μέλη του Δ.Σ., επικυρώνεται από αυτούς ο εσωτερικός κανονισμός και ο,τιδήποτε απαιτείται για τη σύσταση και λειτουργία της εταιρίας, ενώ τα μέλη του Δ.Σ., κατά την πρακτική των εξωχώριων εταιριών, ταυτόχρονα υπογράφουν, με την τυπική ανάληψη των καθηκόντων τους και έγγραφο παραίτησής τους, με ασυμπλήρωτη λευκή ημερομηνία ώστε ο δικαιούχος των εταιριών να δύναται, ανά πάσα στιγμή, να μεταβάλει τη σύνθεση του Δ.Σ., χωρίς χρονοτριβή και αντιρρήσεις.
Ότι ο εκκαλών - εναγόμενος το σύνολο των εγγράφων (πράξεις μεταβίβασης - εκχώρησης, ασυμπλήρωτες μετοχές κ.λπ.), που αφορούσαν τις εταιρίες αυτές, τα φύλασσε, πάντοτε, στο δικηγορικό του γραφείο, στον Πειραιά, στην .... Ότι μετά τη σύσταση των εταιριών αυτών, στους τραπεζικούς λογαριασμούς, που ανοίχθηκαν, με δικαιούχους τις εταιρίες, ο εκκαλών - εναγόμενος μετέφερε μεγάλα ποσά.
Ότι ο γιός του Ι. Σ., δικηγόρος, όπως και ο ίδιος, βοηθός του και έμπιστος συνεργάτης του και στον οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος είχε παραχωρήσει, gratis, μεγάλο μερίδιο της δικηγορικής του εταιρίας και οι λοιποί εναγόμενοι, στους οποίους είχε δώσει την εντολή να κατανέμουν, κατά την κρίση τους, τις θέσεις στο Δ.Σ.
των εταιριών, να συντάσσουν πρακτικά και βεβαιώσεις και να προσκομίζουν στις τράπεζες, όποιο έγγραφο απαιτηθεί, για την επίτευξη των σκοπών των εταιριών και, εφ' όσον καταστεί νομικά αναγκαίο να γνωστοποιηθεί σε τρίτους και ιδίως σε τράπεζες, ο δικαιούχος των εταιριών να συμπληρώσουν τα απαραίτητα έγγραφα, με το όνομα του εκκαλούντος - εναγομένου, συνήργησαν, σύμφωνα με τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, προκειμένου να αφαιρέσουν τα έγγραφα των εταιριών του, να τα συμπληρώσουν, με το όνομα του Ι.
Σ. και να εμφανισθεί ο τελευταίος, ως δικαιούχος αυτών, σφετεριζόμενος την περιουσία του πατέρα του. Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι δικαιούχος των μετοχών μίας σειράς εταιριών, τις μετοχές των οποίων πρέπει να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος - εναγόμενος να του αποδώσει, όπως και το σύνολο των νομιμοποιητικών τους εγγράφων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, σε ολόκληρο, το ποσό των (32.093.555,10) ευρώ, ως αποζημίωση για τη χειροτέρευση της αξίας των μετοχών της εταιρίας ..., άλλως και επικουρικά, το ποσό των (48.889.427,60) ευρώ, ως αποζημίωση, ίση με την αξίας των μετοχών της εταιρίας ..., που εκλάπησαν καθώς και το ποσό των (199.956) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και, συνολικά, το ποσό των (32.293.511,10) ευρώ και, επικουρικά, το ποσό των (47.089.383,60) ευρώ.
Η συζήτηση της αγωγής αυτής, ορίσθηκε, αρχικά, στη δικάσιμο της 8.3.2016, οπότε, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 237 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το ν. 4335/2015, προθεσμίας των είκοσι ημερών πριν τη συζήτηση, ο εφεσίβλητος - ενάγων, προς απόκρουση της αγωγής, προέβη στην κατάθεση των από 16.2.2016 προτάσεών του, που υπέγραφε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Πασσάς, στις οποίες προτάσεις, εκτός των πραγματικών ισχυρισμών του, αρνήθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και νυν εκκαλούντος προς άσκηση εταιρικής αγωγής και τη νομική βασιμότητα της αγωγής στις επικαλούμενες από τον ενάγοντα διατάξεις του εμπραγμάτου δικαίου (1096 - 1099 ΑΚ) και υποστήριξε ότι δεν μπορούν, εν προκειμένω, να εφαρμοστούν στις μετοχές, οι οποίες ενσωματώνουν εσωτερική αξία και ενοχικές σχέσεις.
Την 8.3.2016, η συζήτηση της αγωγής αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων, στη δικάσιμο της 4.10.2016, όπου μεταφέρθηκαν οίκοθεν οι ήδη κατατεθειμένες προτάσεις, ο δε εφεσίβλητος - ενάγων κατέθεσε, εμπροθέσμως και την από 15.9.2016 προσθήκη - αντίκρουση. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο εκκαλών, αφού ζήτησε την αναβολή της συζήτησης για να προηγηθεί η εκδίκαση παρεμπίπτουσας αγωγής επίδειξης εγγράφων, που, κατά τους ισχυρισμούς του, συνιστούσαν κρίσιμο αποδεικτικό μέσο της αγωγής του, στο οποίο αίτημα αντέλεξαν οι εκεί εναγόμενοι και απορρίφθηκε από το δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι αν υπάρξει θέμα αναβολής, θα γίνει, με απόφαση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 249 ή 254 ΚΠολΔ, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής, χωρίς αντίρρηση, ως προς την παραίτηση, εκ μέρους των εναγομένων, οι οποίοι ζήτησαν από το δικαστήριο να υποχρεωθεί ο αντίδικος τους, που παραιτήθηκε, να τους καταβάλει τα δικαστικά τους έξοδα.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 2273/22.12.2016 απόφασή του, έκρινε ότι η επιδίκαση των εξόδων έπρεπε να γίνει από το αρμόδιο δικαστήριο, με τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 192 ΚΠολΔ και ο εφεσίβλητος - ενάγων άσκησε την από 16.1.2017 και με αριθμό κατάθεσης ... / 86 / 29.3.2017, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αγωγή, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εκκαλών - εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό της αμοιβής του δικηγόρου του για τη σύνταξη των προτάσεων της πρώτης συζήτησης, στην κατάθεση των οποίων είχε προβεί, όπως όφειλε, πριν την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής και προ της παραίτησης του αντιδίκου του από το δικόγραφο της αγωγής.
Με βάση το αντικείμενο της αγωγής και, εφ' όσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας του εφεσίβλητου - ενάγοντος με τον δικηγόρο του Δημήτριο Πασσά, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, που συνιστούσε, κατ' άρθρο 189 ΚΠολΔ, αναγκαίο έξοδο για τη διεξαγωγή της δίκης και την υπεράσπισή του σ' αυτή, ορίζεται σε ποσοστό (0,05%) επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης και για αξία αντικειμένου αγωγής, όπως προσδιορίσθηκε και πρωτοδίκως, χωρίς να πλήττεται, κατά το μέρος αυτό, η απόφαση, (47.089.383,60) ευρώ, κατ' αρχήν, ανέρχεται σε (47.089.383,60 Χ 0,05% =) 23.544,70 ευρώ, ...
σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 ΚΠολΔ, 63 παρ.1 και 68 παρ.1 του ν. 4194/2013 και όχι στο ποσό των (72.750) ευρώ, όπως, εσφαλμένα, δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο. Εξ άλλου, με δεδομένο ότι με την αγωγή, ασκείται αξίωση, με βάση τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες διατάξεις, δεν δύναται να επιδικασθεί μεγαλύτερο ποσό, ακόμη και στην περίπτωση, που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 58 παρ.5 ν. 4194/2013 διότι ο ενάγων δεν στηρίζει την αγωγή του σ' αυτή τη νομική βάση και δεν επικαλείται τις προϋποθέσεις της, προκειμένου να ζητήσει δικαστικά έξοδα, υψηλότερα εκείνων, που προσδιορίζονται, με βάση το αντικείμενο της αγωγής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - εναγόμενος είχε ασκήσει, σε βάρος του εφεσίβλητου - ενάγοντος, όπως και κατά των Γ. Ξ., Ν. Τ. και Α. Α., πριν να ασκήσει την αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε και την από 29.1.2014 και με αριθμό κατάθεσης, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, 587/2014 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος και δικαιούχος των μετοχών των εταιριών ...
LtD, ..., ..., ... LTD, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του παραδώσουν τις μετοχές και να του καταβάλουν, ο καθένας, το ποσό των (10.000) ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που του προκλήθηκε από τις άδικες πράξεις τους, δηλαδή από την αφαίρεση των εγγράφων των εταιριών και τη νόθευση αυτών, προκειμένου ο γιός του Ι.
Σ. να ιδιοποιηθεί την περιουσία του.
Από την αγωγή αυτή, ο Β. Σ. παραιτήθηκε, την 11.4.2014. Εξ άλλου, ο εκκαλών - εναγόμενος κατέθεσε κατά των ιδίων ως άνω φυσικών προσώπων και την από 4.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 613746/2017 αγωγή του, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από την οποία παραιτήθηκε, με το δικόγραφο της από 16.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 19059/2018 αγωγής του, η οποία εκκρεμεί.
Προσέτι, τα όσα καταμαρτυρεί ο Β. Σ. στον υιό του και στους λοιπούς εναγόμενους των παραπάνω αγωγών, τα οποία στηρίζουν και τις αξιώσεις του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (914, 932 ΑΚ), έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο ποινικής διερεύνησης. Από τα προεκτεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η αγωγή, από την οποία παραιτήθηκε ο Β.
Σ., εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερης αντιδικίας, η οποία βρίσκεται σε δικαστική εξέλιξη και, μάλιστα, έχει απασχολήσει και το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λευκωσίας, με τις από 12.3.2014 και 31.10.2014 αιτήσεις του Β. Σ., το Κοινοτικό Γραφείο Σημάτων στο Αλικάντε της Ισπανίας, με τις από 12.7.2013 ανακοπές του Β. Σ. και την από 29.10.2013 έφεση, όπως και τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, με τις από 29.10.2013 ανακοπές ώστε προδήλως, οι κανόνες δικαίου, που θα εφαρμοζόταν, κατά τη νομική και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, θα άπτονταν του ιδιωτικού διεθνούς, του εμπορικού, του αστικού και του ποινικού δικαίου, η δε ερμηνεία τους, λόγω της πλοκής των νομικών και ουσιαστικών θεμάτων, έτσι, όπως αυτά εκτίθενται από τους διαδίκους, θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Επομένως, πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, κατά ένα μέρος της και, συγκεκριμένα, για όλο το υπέρ των (6.000) ευρώ ποσό, κατ' αποδοχή μερικώς του νόμιμου ... αιτήματος του εκκαλούντος - εναγομένου, που ζήτησε τον ολικό συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης".
Το Εφετείο, με τις προηγούμενες ουσιαστικές παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι κανόνες δικαίου, που θα είχαν εφαρμογή, κατά τη νομική και ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως άπτονταν του ιδιωτικού διεθνούς, του εμπορικού, του αστικού και του ποινικού δικαίου, ενώ η ερμηνεία τους, εξ αιτίας της πλοκής των νομικών και ουσιαστικών θεμάτων, έτσι, όπως αυτά εκτίθενται από τους διαδίκους, θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Ως 'υπόθεση' δε, νοείται η από 28.12.2015 αγωγή, εφ' όσον στις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου γίνεται μνεία του περιεχομένου της (από 28.12.2015 αγωγής) και με ειδικότερη αναφορά σε ρυθμίσεις του εταιρικού δικαίου της ...ς' ενώ, η αναφορά του Εφετείου στις άλλες δίκες μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο ευρύτερης αντιδικίας τους, όπου εντάσσεται και η από 28.12.2015 αγωγή, συνιστά πραγματικό επιχείρημά του για τη δυσχέρεια στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι και στην από 28.12.2015 αγωγή.
Εν όψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το ως άνω περιεχόμενο του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 179 ΚΠολΔ, που εφαρμόσθηκε, με τη μη ορθή υπαγωγή, σε αυτό, των πραγματικών περιστατικών, όπως, ανελέγκτως, κρίθηκαν από την 833/2014 απόφαση, που προσβάλλεται, ως αποδεδειγμένα.
Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στις υπό στοιχεία (II) και (III) νομικές σκέψεις, ο δεύτερος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση, επίσης, του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 833/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ευθέως παραβίασε τα άρθρα 63 παρ.1 και 68 παρ.1 ν. 4194/2013 και δη, παραβίασε τις συγκεκριμένες διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε, με την ψευδή ερμηνεία τους, ως προς τον προσδιορισμό της νόμιμης αμοιβής του δικηγόρου του αναιρεσείοντος και εναγομένου στην από 28.12.2015 κύρια αγωγή, μετά την παραίτηση του αναιρεσίβλητου και ενάγοντος στην από 28.12.2005 κύρια αγωγή, από το δικόγραφο της.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφέρει ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως προσδιόρισε τη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου του για τη σύνταξη των εγγράφων προτάσεών του, που κατέθεσε επί της από 28.12.2015 κύριας αγωγής, ενιαίως, σε όλο το αντικείμενο, ποσού (47.089.383,69) ευρώ, της δίκης και με ποσοστό (0,05%), έτσι ώστε να ανέρχεται, η αμοιβή αυτή, στο ποσό των (47.089.383,69 ευρώ Χ 0,05% =) 23.544,70 ευρώ, το οποίο αποτέλεσε τη βάση εκκινήσεως για τον μερικό συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης, κατ7 άρθρο 179 ΚΠολΔ, στο ποσό των (6.000) ευρώ ότι ο ορθός προσδιορισμός της αμοιβής αυτής έπρεπε να γίνει, όχι ενιαίως, αλλά κατά τη φθίνουσα κλίμακα, έτσι ώστε η αμοιβή να ανέρχεται στο συνολικό ποσό των [(200.000 ευρώ Χ 2% =) 4.000 ευρώ + (550.000 ευρώ Χ 1,5% =) 8.250 ευρώ + (750.000 ευρώ Χ 1% =) 7.500 ευρώ + (1.500.000 ευρώ Χ 0,5% =) 7.500 ευρώ + (3.000.000 ευρώ Χ 0,3% =) 9.000 ευρώ + (6.000.000 ευρώ Χ 0,2% =) 12.000 ευρώ + (13.000.000 ευρώ Χ 0,1% =) 13.000 ευρώ + (47.089.383,60 ευρώ μείον 25.000.000 ευρώ = 22.089.383,60 ευρώ Χ 0,05% =) 11.044,69 ευρώ =] 72.294,69 ευρώ'ότι το συνολικό ποσό των 72.294,69 ευρώ έπρεπε να είχε αποτελέσει τη βάση εκκινήσεως για τον μερικό συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης, κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ.
(IV).- Κατά το ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α. 235 / 8.10.1954) 'Περί του Κώδικος των Δικηγόρων', ο οποίος ίσχυσε από 8.10.1954 [άρθρο "δεύτερον" ν.δ. 3026/1954], επί αντικειμένου, ειδικότερα, κύριας αγωγής, το οποίο αποτιμάται σε χρήμα, το 'ελάχιστο όριο αμοιβής' του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων, ορίζεται για τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως, ενώπιον του πρωτοδικείου, ίσο με το ελάχιστο όριο αμοιβής, το οποίο ορίζεται για τη σύνταξη της κύριας αγωγής, δηλ.
σε ποσοστό (2%) επί της αξίας του αντικειμένου της κύριας αγωγής και πάντως όχι κατώτερο των (50) δραχμών [άρθρα 100 παρ.1, 107 παρ.1 ν.δ. 3026/1954], Κατά το ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α. 32 / 2.3.2011), το ως άνω 'ελάχιστο όριο αμοιβής', από την 2.7.2011, χαρακτηρίζεται, ως 'νόμιμη αμοιβή' και ισχύει, εφ' όσον δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών [άρθρα 5 παρ.6 και 10 παρ.2 ν. 3919/2011].
Στο νεώτερο ν. 4194/2013 'ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ' (ΦΕΚ Α. 208/27.9.2013), που ισχύει, από 27.9.2013 και καταργεί έκτοτε το ν.δ. 3026/1954 [άρθρο 166 παράγραφοι 2 και 3 ν. 4194/2013], ορίζεται ότι επί αντικειμένου, ειδικότερα, κύριας αγωγής, το οποίο αποτιμάται σε χρήμα και εφ' όσον δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, ο προσδιορισμός της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη των προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση, ενώπιον του πρωτοδικείου, γίνεται, όπως και κατά το προηγούμενο ν.δ. 3026/1954, με αναφορά στο αντικείμενο της κύριας αγωγής πλην όμως, η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής, από την οποία εξαρτάται και η αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων, ενώπιον του πρωτοδικείου, κατά την πρώτη συζήτηση, δεν υπολογίζεται, με αναφορά σε σταθερό ποσοστό (2%) επί της αξίας του αντικειμένου της κύριας αγωγής, αλλά σε μη σταθερό ποσοστό.
Συγκεκριμένα, τα ισχύοντα άρθρα 63 παρ.1 εδ. (i) και 68 παρ.1 εδ. (α) ν. 4194/2013 ορίζουν, αντιστοίχως, τα ακόλουθα: "1.- Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ως εξής: (i).- Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής, όπως παρακάτω: (α).- 2%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, (β).- 1,5%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, (γ).- 1%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, (δ).- 0,5%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ, (ε).- 0,3%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ, (στ).- 0,2%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ, (ζ).- 0,1%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ, (η).- 0,05%, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.001 ευρώ.
Στις αγωγές από συναλλαγματικές, επιταγές, γραμμάτια σε διαταγή και λοιπούς πιστωτικούς τίτλους, που συζητούνται, κατά την προβλεπόμενη στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, το πιο πάνω ποσοστό μειώνεται στο μισό" [άρθρο 63 παρ.1 εδ. (i)]. "1.- Για τη σύνταξη προτάσεων, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα" [άρθρο 68 παρ.1 εδ. (α)].
Γεννάται, όμως, ζήτημα ερμηνείας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 63 παρ.1 εδ. (i) ν. 4194/2013 και, συνακόλουθα, της διατάξεως του άρθρου 68 παρ.1 εδ. (α) ν. 4194/2013, περί του εάν η ως άνω αμοιβή του δικηγόρου θα προσδιορισθεί, με βάση το αντίστοιχο ποσοστό, ενιαίως επί του όλου αντικειμένου της δίκης ή, αντιθέτως, εάν αυτή η αμοιβή του δικηγόρου θα προσδιορισθεί, κατά φθίνουσα κλίμακα, δηλ.
για κάθε τμήμα του χρηματικού αντικειμένου της δίκης, η αμοιβή θα υπολογίζεται, με το αντίστοιχο ποσοστό [για τα πρώτα (200.000) ευρώ με (2%), για τα επόμενα (550.000) ευρώ με (1,5%), για τα επόμενα (750.000) ευρώ με (1%), για τα επόμενα (1.500.000) ευρώ με (0,5%), για τα επόμενα 3.000.000 ευρώ με (0,3%), για τα επόμενα (6.000.000) ευρώ με (0,2%), για τα επόμενα (13.000.000) ευρώ με (0,1%) και για τα επόμενα (22.089.383,60) ευρώ με (0,05%).
Για το συγκεκριμένο ζήτημα, η αιτιολογική έκθεση του ν. 4149/2013 ουδέν διαλαμβάνει. Εξ άλλου, ο Άρειος Πάγος, με την 678/2016 απόφασή του, έκρινε ότι "ο υπολογισμός της αποδοτέας δικηγορικής αμοιβής είναι ευνοϊκότερος, κατά τις διατάξεις του ν. 4194/2013, σε σύγκριση με την αμοιβή, κατά τις διατάξεις του ν. 3026/1954" και "κατά τα άρθρα 63 παρ.1 και 68 παρ.1 ν. 4194/2013, η αμοιβή για τη σύνταξη αγωγής, από την οποία εξαρτάται και η αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων, δεν ορίζεται με αναφορά σε σταθερό ποσοστό (2%) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, αλλά το ποσό αυτό βαίνει, προοδευτικά, μειούμενο, κατά τα οριζόμενα, στο νόμο αυτό, στάδια αύξησης της αξίας του αγωγικού αντικειμένου κατά την έννοια αυτή, η αμοιβή, κατά το ν. 4194/2013, είναι, κατ' αρχήν, μικρότερη από την αμοιβή, κατά το ν. 3026/1954, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ".
Επίσης, ο Άρειος Πάγος, με τις αποφάσεις του .../2017 και 1014/2019, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, προσδιορίζει, την αμοιβή, με βάση το ποσοστό, που αντιστοιχεί, ενιαίως, στην αξία του όλου αντικειμένου της δίκης. Η άποψη αυτή φαίνεται σύμφωνη με την γραμματική διατύπωση του άρθρου 63 παρ.1 εδ. (i) ν. 4194/2013 εν τούτοις, συνεπεία της εφαρμογής διαφορετικού συντελεστή, ενίοτε η αμοιβή του δικηγόρου για μικρότερο αντικείμενο δίκης είναι μεγαλύτερη της αμοιβής δικηγόρου για μεγαλύτερο αντικείμενο δίκης, που δεν συμβαδίζει με τον σκοπό του νόμου.
Έτσι, κατά την άποψη αυτή, επί αγωγής με αξία αντικειμένου (10.000.000) ευρώ, η ως άνω αμοιβή του δικηγόρου προσδιορίζεται σε (10.000.000 ευρώ Χ 0,2% =) 20.000 ευρώ, κατά το άρθρο 63 παρ.1 εδ. (i) στοιχείο (στ) ν. 4194/2013 ενώ, επί αγωγής, με αξία αντικειμένου (15.000.000) ευρώ, η ως άνω αμοιβή του δικηγόρου προσδιορίζεται σε (15.000.000 ευρώ Χ 0,1% =) 15.000 ευρώ, κατά το άρθρο 63 παρ.1 εδ. (i) στοιχείο (ζ) ν. 4194/2013, επί δε αγωγής με αξία του αντικειμένου (30.000.000) ευρώ, η ως άνω αμοιβή του δικηγόρου προσδιορίζεται σε (30.000.000 ευρώ Χ 0,05%=) 15.000 ευρώ, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 εδ.
ι στοιχείο (η) ν. 4194/2013. Το ζήτημα είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, αφού η σχετική κρίση αφορά, όχι μόνο αγωγές για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης αμοιβής σε "δικηγόρους από τους εντολείς τους για την οποία (αμοιβή) δεν προκύπτει έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών, αλλά και ως στοιχείο προσδιορισμού του ύψους των δικαστικών εξόδων, που πρέπει να επιβληθούν, σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου [άρθρα 189 παρ.1 στοιχείο (γ), 176 ΚΠολΔ], σε όλες τις περιπτώσεις, που η αξία του αντικειμένου της δίκης υπερβαίνει το ποσό των (200.000) ευρώ.? Κατ' ακολουθία, ομοφώνως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά τα άρθρα 563 παρ.2 περιπτώσεις (β) και (γ) ΚΠολΔ, 23 παράγραφοι 1 και 2 στοιχείο (β) περίπτωση (β) ν. 1756/1988 (ΦΕΚ Α. 35).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον δεύτερο λόγο της από 20.5.2019 αιτήσεως για αναίρεση της 833/12.2.2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της ίδιας από 20.5.2019 αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ