454/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΓ. Α. του Π., 2 Μ. Σ. του Β., 3 Ε. Α. του Α., 4 Μ. Α. του Α. , κατοίκων .... Β. Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Στραβόλαιμο.
Legislator headnote
AI generated454/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ούτω οι πληρεξούσιοι συνεφώνουν, όπως επί των κτημάτων των λεγομένων "βακουφιών" και κειμένων εις τα υπό των Οθωμανών κατεχόμενας εισέτι χώρας, αι οποίαι μέλλουν να αποτελέσουν μέρος της Ελλάδος όσα δεν ήσαν ιδιωτικοί ιδιοκτησίαι αλλά εκκλησιαστικοί ή δημόσιαι υπό το Οθωμανικόν σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως εις την Ελλάδα.
Full text
Απόφαση 454 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 454/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α . Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. ΑΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νομίμως, 2. Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 3. Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη, 4. Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη και 5. Ι. Α. του Α. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Καραγεώργο Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ:
1. Γ. Α. του Π., 2 Μ. Σ. του Β., 3 Ε. Α. του Α., 4 Μ. Α. του Α. , κατοίκων ....
Β. Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Στραβόλαιμο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Καραγεώργο Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2002 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Α. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2007 αίτησή τους και τους από 30-10-2008 πρόσθετους λόγους και B. την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε τις από 25-11-2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Α. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, και Β. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (3-3-2010) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: Α) Η από 5-6-2007 αίτηση αναίρεσης και το από 30-10-2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. Α.Ε." κ.λ.π. και Β) η από 27-7-2007 αίτηση αναίρεσης του Μ. Σ., κατά της 51/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, που στρέφονται κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και κατά του ίδιου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου είναι συναφείς, γι' αυτό και πρέπει αυτεπαγγέλτως να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επειδή, με το πρώτο (Α') Πρωτόκολλο των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσίας, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας) της 3 Φεβρουαρίου/22 Ιανουαρίου 1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" οριστικοποιήθηκε το αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Με νέα Πρωτόκολλα της Συνδιάσκεψης του Συνεδρίου του Λονδίνου, γνωστά ως "ερμηνευτικά", διαμορφώθηκαν οι γενικές γραμμές που αφορούσαν τις οριστικές διαρρυθμίσεις των προβλημάτων που ανέκυψαν και αφορούσαν τις αποζημιώσεις της τέως οθωμανικής γαιοκτησίας στην ελληνική γη.
Έτσι, με το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830 διασαφηνίστηκε, ότι δεν υπήρχε θέμα γενικής αποζημίωσης των οθωμανικών, δημοσίων και ιδιωτικών γαιών, που βρίσκονταν σε κατεχόμενους ήδη τόπους από τους Έλληνες, οι οποίες παραχωρούνταν πλέον "στην ελεύθερη διάθεση του νέου Ελληνικού Κράτους". Ειδικότερα, προς επεξήγηση των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου 1830, με το οποίο καθορίζονταν και τα όρια της Ελλάδος, της Εύβοιας, των Δαιμονονήσων, της Σκύρου, των Κυκλάδων και της Αμοργού, που απελευθερώθηκαν, σύμφωνα με τα οποία: "Οι Μουσουλμάνοι δεν θέλουσι στερηθή τας εν Ελλάδι ιδιοκτησίας των και θέλουσι διατηρεί ταύτας, εφ' όσον εκουσίως ήθελον εξακολουθήσει να κατοικούσιν εις χώρας και νήσους τας διορισθείσας εις την Ελλάδα (άρθρο 5).
Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει παρέξει προθεσμίαν ενός έτους δια να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των εις τους Μουσουλμάνους, οίτινες ήθελον επιθυμήσει να μεταφερθώσιν εκ το Οθωμανικόν (άρθρο 6)". Με το αμέσως πιο πάνω Πρωτόκολλο καθορίστηκε ότι: "Όσον αφορά τα κτήματα τα εγνωσμένα υπό το όνομα "βακούφια" οι πληρεξούσιοι συμφωνούν με την γνώμην των εν Κων/πόλει των τριών Αυλών, ίνα εξ αυτών τα κείμενα μεν εις τους τόπους τους υπό την εξουσίαν ήδη όντας των Ελλήνων, μένωσιν εις την ελευθέραν διάθεσιν του Νέου Κράτους, χωρίς να είναι δυνατόν να προκύψη εξ αυτού του κεφαλαίου καμμία απαίτησις εις βάρος αυτού του Κράτους.
Εις τους τόπους όμως τους όντας μεν εισέτι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν αλλά μέλλοντος να αποτελέσουν μέρος της Ελλάδος, οι πληρεξούσιοι παρετήρησαν, ότι δια των παρ. 5 και 6 του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου 1830 αι τρεις Αυλαί εσκόπουν να εξασφαλίσουν εις τους Μουσουλμάνους αφ' ενός μεν την διατήρησιν των ιδιοκτησιών των, αν ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσι τας εις την Ελλάδα εις διορισθείσας χώρας, αφ' ετέρου δε την εξουσίαν να πωλήσουν τας ιδιοκτησίας των ταύτας εντός ενός έτους αν προτιμήσωσι να εγκαταλείψωσι τους διαληφθέντας τόπους".
Ούτω οι πληρεξούσιοι συνεφώνουν, όπως επί των κτημάτων των λεγομένων "βακουφιών" και κειμένων εις τα υπό των Οθωμανών κατεχόμενας εισέτι χώρας, αι οποίαι μέλλουν να αποτελέσουν μέρος της Ελλάδος όσα δεν ήσαν ιδιωτικοί ιδιοκτησίαι αλλά εκκλησιαστικοί ή δημόσιαι υπό το Οθωμανικόν σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως εις την Ελλάδα.
Οι ιδιώται όμως Μουσουλμάνοι, οι οποίοι απήλαυον είτε ως επικαρπωταί ή κληρονόμοι διαχειρισταί δικαίωμά τι επί των Βακουφίων των κειμένων εις τας αυτάς χώρας αλλά μέλλουσας να περιέλθωσι εις την Ελλάδα, υποχρεούντο να διατηρήσουν τα δικαιώματα των ταύτα αν κατοικούν ή εξακολουθήσουν να κατοικούν τας ως άνω χώρας ή έχουν το δικαίωμα, αν προτιμήσουν να εγκαταλείψουν τας χώρας ταύτας, να διαθέτουν τα δικαιώματα των εντός έτους.
Το δικαίωμα της μεταναστεύσεως και της πωλήσεως των ιδιωτικών ιδιοκτησιών εξηρτήθη εκ του καθορισμού οριστικώς των μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συνόρων και κατά τον χρόνον του καθορισμού τούτων, ότε και ορίζετο αμοιβαίως η κυριότης επί των ανηκόντων εις έκαστον κράτος τόπων και συγκεκριμένως μετά εν έτος από της ανταλλαγής χαρτών".
Παράλληλα, με το Πρωτόκολλο της 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830, με το οποίο διευκρινίστηκε, ότι οι ρυθμίσεις των γαιοκτητικών θεμάτων αναφέρονταν μόνο στο μέλλον και όχι στο παρελθόν, δόθηκε η αυθεντική ερμηνεία στις ασαφείς διατάξεις των αμέσως πιο πάνω άρθρων (5 και 6, αντίστοιχα, του από 3-2-1830 Πρωτοκόλλου), εφόσον οι εν λόγω ρυθμίσεις "δεν σκοπεύουν άλλο, ουδέ δύνανται να έχωσιν άλλην συνέπειαν, ειμή την διατήρησιν των υπό των υπηκόων των δύο επικρατειών κατά την διάρκειαν του πολέμου δημευθεισών".
Οι ρυθμίσεις αυτές, μολονότι οριστικές, επαναλήφθηκαν σε πιο περιληπτική μορφή και στη Συνθήκη της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832, που υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των αντιπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Οθωμανικής Πύλης. Ειδικότερα, στην παρ. 7 της εν λόγω Συνθήκης προσδιορίστηκε δεκαοκτάμηνη προθεσμία μέσα στην οποία έπρεπε οι ιδιώτες Οθωμανοί, που επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν το ελληνικό έδαφος, να εκποιήσουν τις ιδιοκτησίες τους, παρατεινόμενη εξαιτίας απρόβλεπτων, εξαιρετικών λόγων.
Συνάμα, στην ίδια παράγραφο αναφέρθηκαν ρητά τα γεωγραφικά τμήματα που θα υπάγονταν στις συνομολογούμενες ρυθμίσεις, ενώ ρητά ορίστηκε επίσης σ' αυτή, ότι τα ίδια πλεονεκτήματα παραχωρούνται στους κατοίκους της νήσου Εύβοιας της Αττικής και στους κτηματίες των Θηβών, "όπως εισπράττουν και σήμερον τας νομίμους αυτών προσόδους αν η επαρχία αυτή κατείχετο υπό των Οθωμανικών όπλων κατά την εποχήν της συγκαταθέσεως της Πύλης εις την προηγουμένην συμφωνίαν της 3 Φεβρουαρίου 1830...".
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου 1830, καθώς και των Πρωτοκόλλων της 4/16 Ιουνίου 1830 και της 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830, που επακολούθησαν, συμφωνήθηκε να διατηρήσουν οι μουσουλμάνοι που επιθυμούσαν να διαμείνουν στην Ελλάδα τις ιδιοκτησίες τους, παρασχέθηκε δε η ευχέρεια στους μουσουλμάνους που επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, να πωλήσουν τις ιδιοκτησίες τους μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τον καθορισμό των ορίων της Ελλάδας και της Τουρκίας, τα βακούφια, όμως, περιέρχονταν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι, νομιμοποιήθηκαν οι καταλήψεις των οθωμανικών γαιών που έγιναν από Έλληνες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, συνάμα δε αναγνωρίστηκε η κυριότητα και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου στις γαίες εκείνες που ανήκαν στους Οθωμανούς, οι οποίοι, ενόψει της από μέρους τους εγκατάλειψης του ελληνικού εδάφους, προέβησαν στην πώλησή τους.
Προϋπόθεση, όμως, της κυριότητας και κατοχής του Ελληνικού Δημοσίου υπήρξε η από το ίδιο κατάληψη των εν λόγω γαιών δικαιώματι πολέμου, δηλαδή η κατάληψή τους από τις στρατιωτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του πιο πάνω αγώνα, προϋπόθεση, η οποία δεν ήταν αναγκαία, εφόσον οι γαίες αυτές δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21 Ιουνίου/ 3 Ιουλίου 1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων".
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α') Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λ.π., των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β') τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λ.π., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ') τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ') τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε') τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των ως άνω από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του πρώτου επί της γης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή, όμως, αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων χωρίς βλάβη των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, και β) το άρθρο 3 του ν.
ΨΗΖ'/1880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Αφετέρου, από τις διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ. δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν.
της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ.1 του ν. ΔΝΖ'/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί λειβαδιών του Δημοσίου από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.
δικαίου, εφόσον ο σχετικός χρόνος είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915. Επομένως η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λειβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά αυτά που ισχύουν για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά τα δάση. Περαιτέρω, για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν.
της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν.1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδεσπότων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 4-12-2002 και κατά των ήδη αναιρεσειόντων διεκδικητική αγωγή του, κατά την πρώτη σωρευόμενη βάση της, ισχυρίζεται, ότι απέκτησε την κυριότητα ενός ακινήτου εμβαδού 91.497,75 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση Δασκαλιό Μπουτσουνάρα της νήσου Θήρας Κυκλάδων, όπως το τελευταίο λεπτομερώς περιγράφεται κατά θέση και όρια σ' αυτήν και αποτελείται από τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο τμήματα, το οποίο περιήλθε σε αυτό με την από 3-7/1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου διά των οποίων αναγνωρίστηκε η Ελλάδα ως ανεξάρτητο Κράτος και το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κυριότητα επί όλων των ακινήτων που διαρκούντος του πολέμου κατέλαβε και δήμευσε, όλων όσων αποτελούσαν ιδιοκτησία του Οθωμανικού κράτους, όλων όσων δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία ιδιωτών Οθωμανών ή Ελλήνων, Μουσουλμάνων ή Χριστιανών και όλων όσων δεν εδεσπόζοντο από τέτοια πρόσωπα πριν και μετά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά δικαιωμάτων μετεξελιχθέντων κατά τη Συνθήκη και τα Πρωτόκολλα σε κυριότητα.
Ότι το επίδικο υπήρξε τμήμα του συσταθέντος Ελληνικού Κράτους, υπήρξε ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, καταλήφθηκε και δημεύθηκε κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και δεν εδεσπόζετο πριν και μετά τον αγώνα ως επίσης και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, από οποιονδήποτε ιδιώτη και κανείς ιδιώτης δεν είχε αποκτήσει απόλυτο δικαίωμα επ' αυτού πριν τα ως άνω γεγονότα, διατηρηθέν ή μετεξελιχθέν μετά από αυτά σε κυριότητα.
Περαιτέρω, κατά τη δεύτερη σωρευόμενη βάση της ένδικης αγωγής το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν βοσκότοπο και λειβάδι και περιήλθε σε αυτό η κυριότητα επί του ως άνω ακινήτου, δοθέντος ότι το ακίνητο αυτό είχε την παραπάνω ιδιότητα πριν, και μετά την ισχύ του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος, για την επικαρπία του οποίου δεν έχει εκδοθεί τέτοιο έγγραφο επί Τουρκοκρατίας, κατά δε την τρίτη σωρευόμενη βάση της το Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι επί του ακινήτου πριν και μετά την ισχύ του άρθρου 16 του Νόμου της 21-6/10-7-1837, δεν υπήρχε κανένα εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη και, συνεπώς, ως αδέσποτο περιήλθε στην κυριότητά του και, ότι, άλλως, σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί αδέσποτο το ακίνητο αυτό ως ήδη εγκαταλειφθέν από τους κληρονόμους πριν και μετά την ισχύ της πιο πάνω διάταξης του Ν.
της 21-6-/10-7-1837, εντάχθηκε στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και ότι κανείς ιδιώτης συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους δεν νεμήθηκε το επίδικο δημόσιο κτήμα, με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και συνεπώς το δικαίωμα του Δημοσίου διατηρήθηκε μέχρι σήμερα, οι δε τίτλοι που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν εφαρμόζονται στο ακίνητο.
Περαιτέρω κατά την τέταρτη σωρευόμενη βάση, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται, όσον αφορά τμήμα του επιδίκου εμβαδού 2015 τ.μ., που λεπτομερώς περιγράφεται, ότι έχει περιέλθει στην κυριότητά του δυνάμει των διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, καθώς και του άρθρου 15 του με ημερομηνία 21-6-1837 Νόμου περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, αλλά και των άρθρων 967 και 968 του ΑΚ περί κοινοχρήστων πραγμάτων, καθόσον αποτελούσε ανέκαθεν αιγιαλό και το ακίνητο αυτό απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς και η κυριότητά του περιήλθε στο Δημόσιο και ότι οι εναγόμενοι απέβαλαν αυτό (ενάγoν) από τη νομή του προαναφερόμενου ακινήτου, ασκώντας επ' αυτού διακατοχικές πράξεις νομής, όπως ανέγερση οικοδομών, τοιχίων, φύτευση δενδρυλλίων.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό το ήδη αναιρεσίβλητο ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του περιγραφόμενου στην αγωγή επιδίκου και την απόδοσή του σε αυτό, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή επιμέρους τμήματά του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη βάση αυτής, με την οποία το αναιρεσίβλητο ισχυρίζεται, ότι απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης, ως μη νόμιμη, διότι είναι παγκοίνως γνωστό, ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας η νήσος Σαντορίνη (επί της οποίας ευρίσκεται το επίδικο), αποτελείτο στο σύνολό της από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας των χριστιανών κατοίκων τους, στην κυριότητα των οποίων και παρέμειναν μετά την Ανεξαρτησία, ενώ οι Οθωμανοί ιδιώτες δεν είχαν την κυριότητα ακινήτων επ' αυτών και έτσι δεν περιήλθε στο ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 3-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, αλλά εξακολούθησε και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ανήκει στους μέχρι τότε χριστιανούς ιδιοκτήτες του.
Επίσης, απέρριψε ως μη νόμιμη και τη δεύτερη σωρευόμενη βάση, με την οποία το αναιρεσίβλητο ισχυρίζεται ότι περιήλθε σε αυτό η κυριότητα του επιδίκου βάσει της ιδιότητάς του ως λειβαδιού ή βοσκοτόπου, διότι στις Κυκλάδες οι εδαφικές εκτάσεις ήταν ιδιωτικές και σε αυτές ίσχυε το καθεστώς πλήρους κυριότητας (μουλκιέτ), οι οποίες δεν υπαγόνταν στο Οθωμανικό Δημόσιο, που δεν είχε ιδιαίτερα δικαιώματα σε αυτές, ως προς τις οποίες δεν ίσχυαν οι περί ταπίων διατάξεις, ενώ απέρριψε ως αόριστη την τρίτη σωρευόμενη βάση περί περιελεύσεως του ακινήτου στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδεσπότου.
Τέλος, η αγωγή ως προς την τέταρτη εκ των σωρευόμενων βάσεών της και όσον αφορά το ως άνω τμήμα έκτασης 2.015 τ.μ., κρίθηκε νόμιμη και ακολούθως έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν έφεση το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και οι εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Ιωάννης Ασιμής και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ.
Μαργαρίτης Α.Ε.", επί των εφέσεων δε αυτών εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της και, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων, ότι το σύνολο των γαιών στις νήσους των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η νήσος Θήρα, όπου βρίσκεται η επίδικη έκταση, ανήκαν στη κατηγορία των ιδιόκτητων γαιών και όχι των δημόσιων ή άλλων γαιών και ανήκαν μόνο σε χριστιανούς ιδιώτες, μετά δε την απελευθέρωση το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε κανένα δικαίωμα επ' αυτών είτε ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου είτε δυνάμει δικαιώματος πολέμου, περαιτέρω έκρινε, ότι η επίδικη έκταση, που βρίσκεται στα γκρεμνά της Καλντέρας της Σαντορίνης, πλην ενός τμήματος του αναιρεσείοντος Μ.
Σ., είναι ακίνητο το οποίο ουδέποτε χρησιδεσπόστηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη, αλλά, αντίθετα χρησιδεσπόστηκε από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο διά των αρμοδίων οργάνων του, το οποίο το επόπτευε, εμποδίζοντας τους τρίτους αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1915 και μετά ταύτα μέχρι την άσκηση της αγωγής και ούτε επ' αυτού υπήρξε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, που να οδήγησε στη κτήση του δικαιώματος κυριότητας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου μέχρι το έτος 1915, περιήλθε δε πράγματι στο αναιρεσίβλητο δικαιώματι πολέμου από το Οθωμανικό Δημόσιο.
Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των ως άνω δύο αναιρεσειόντων, δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του. Ήδη οι αναιρεσείοντες "Δ. Μ. Α.Ε." κλπ., με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερο, αντίστοιχα, λόγους της από 5-6-2007 αίτησης αναίρεσης, καθώς και τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τον αριθμό 1α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί, "....ότι τα γκρεμνά ανήκουν αναμφισβήτητα στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού ουδέποτε δεσπόσθηκαν και δεν κατέστησαν υπό ανθρώπινη επικυριαρχία, νομή και κατοχή με σκοπό την απόκτηση κυριότητας σ' αυτά, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε αναγνώρισε ιδιωτικά δικαιώματα και περιήλθαν σ' αυτό δικαιώματι πολέμου από το Τουρκικό Δημόσιο, με βάση τις παραπάνω διεθνείς συνθήκες..." και ότι οι επίδικες εκτάσεις "...αφορούν στα γκρεμνά της νήσου Θήρας, τα οποία αποτελούν έκταση, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτο...", παραβίασε τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3-22/1.2.1830, τα ερμηνευτικά του εν λόγω Πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8)1830, τις διατάξεις της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και τις διατάξεις των άρθρων 16, 18, 21 του ν.
δ. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", ενώ επίσης παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθόσον αποτελεί πασίδηλο ή κατ' άλλη έκφραση "παγκοίνως γνωστό", ότι όλες οι γαίες των νήσων των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η νήσος Θήρα, όπου βρίσκεται η επίδικη έκταση, πριν από τον απελευθερωτικό αγώνα, "όποια και αν ήταν η φύση και ο προορισμός τους, ανήκαν σε ιδιώτες, με εξαίρεση τα βακούφια, τα οποία επίσης αποτελούσαν πρώην γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), που είχαν δοθεί από τους ιδιώτες ιδιοκτήτες τους για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό" και ότι οι γαίες αυτές καθαρής ιδιοκτησίας εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους χριστιανούς κυρίους τους και "ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από τον Σουλτάνο και δεν ανήκαν ούτε καν σε Οθωμανούς ιδιώτες και επί των οποίων δεν υφίστατο κανένα δικαίωμα του Οθωμανικού Δημοσίου και, συνακόλουθα, αποκλείεται κατ' εφαρμογή των παραπάνω Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης να θεωρηθεί, ότι οι γαίες της νήσου Θήρας και η επίδικη έκταση περιήλθαν μετά την απελευθέρωση στη κυριότητα του αναιρεσιβλήτου ως διαδόχου ή δικαιώματι πολέμου", γεγονός που είναι πασίδηλο ή "παγκοίνως γνωστό".
Περαιτέρω, τις ίδιες αιτάσεις από τον αριθμό 1α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και ο αναιρεσείων Μ. Σ. με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 27-7-2007 συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης δημιουργούν ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, διότι, ειδικότερα, με αυτούς τίθεται το ζήτημα, εάν οι προαναφερθείσες διατάξεις του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3-22/1.2.1830, τα ερμηνευτικά του εν λόγω Πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8)1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των άρθρων 16, 18, 21 του ν.
δ. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", εφαρμόζονται ή όχι στις νήσους των Κυκλάδων, και αφορούν, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, επίδικες εκτάσεις που βρίσκονται στα γκρεμνά της Καλντέρας της νήσου Θήρας.
Συνεπώς, λόγω του τιθέμενου γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ, να παραπεμφθούν οι λόγοι αυτοί των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και να επιφυλαχθεί το Δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερο λόγους της από 5-6-2007 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. Α.Ε." κλπ. και πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς και τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 27-7-2007 συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης του Μ. Σ..
Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους τους περιεχoμένους στις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ